Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Γιατί ο Παπαδιαμάντης είναι σημαντικός;

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Γραφή, Λάρισα, Χειμώνας 2001, περίοδος Γ´

Η προσπάθεια να αξιολογήσουμε το έργο του Παπαδιαμάντη μοιάζει ενέργεια μάταιη - με την έννοια, ότι όσα ειπώθηκαν έως  σήμερα, περιγράφουν ως ένα μεγάλο βαθμό την αδυναμία της κριτικής να συμφωνήσει σε βασικά στοιχεία  για το παπαδιαμαντικό έργο. «Κανένας άλλος συγγραφέας δεν μας ‘βασάνισε τόσο’ όσο ο Παπαδιαμάντης. Ως αναγνώστες. Ως συνειδήσεις. Ως λαό. Ως έθνος.» (1)
Ποιες «εικόνες» μας δίνει η κριτική για το έργο του Παπαδιαμάντη;
Προσπερνώ την παλιά – και άνευ ουσίας πλέον – διαμάχη ανάμεσα σε θαυμαστές και κατηγόρους, ανάμεσα σ’ εκείνους που υποστηρίζουν πως ο Παπαδιαμάντης υπήρξε ένας γίγαντας ή ότι ο Παπαδιαμάντης είναι ένας σαλεμένος μονομανής μπεκρούλιακας.  Αυτές οι σχηματικές αντιπαραθέσεις δεν απαντούν στο πρόβλημα.
Προσπερνώ επίσης την πανεπιστημιακή κριτική (ως επί το πλείστον) που επιμένει να βλέπει τα κείμενα του Παπαδιαμάντη ως σώμα επί του οποίου είναι δυνατό να ασκηθεί η γαλλική αφηγηματολογία σε όλες της τις εκδοχές: να δούμε δηλαδή τον Παπαδιαμάντη ως  «σκάκι», «σενάριο», «σταυρόλεξο», «σχεδιασμό» (2). Όσο κι αν τέτοιες επιστημονικές - τεχνικές πρακτικές είναι χρήσιμες, δεν απαντούν στο ερώτημα : γιατί ο Παπαδιαμάντης είναι σημαντικός;
Απέναντι σ’ αυτό το ερώτημα, η κριτική μάλλον σηκώνει ψηλά τα χέρια.
Δεν έχουμε παρά να αρχίσουμε από τον αφορισμό του Παύλου Νιρβάνα στις αρχές του 20ου αιώνα ( «Περί του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη  δεν γνωρίζομεν σχεδόν τίποτε») και να φτάσουμε σήμερα στη διαπίστωση ενός νέου ποιητή του Στρατή Πασχάλη («το μυστικό της τέχνης του … είναι πολύ πιο εφτασφράγιστο απ’ όσο θα φανταζόταν κανείς. Μέχρι σήμερα προσπαθούμε να το ξεδιαλύνουμε») (3). Από ότι καταλαβαίνετε, μπορεί να έχουν γραφεί χιλιάδες σελίδες σε ένα αιώνα σχεδόν, αλλά δεν είμαστε και πολύ μακριά από κει που ξεκινήσαμε.
Κάνοντας έναν απολογισμό των κριτικών απόψεων που διατυπώθηκαν για το έργο του Παπαδιαμάντη, μπορούμε σχηματικά  να διακρίνουμε  δύο απόψεις (σε λογής αποχρώσεις και τόνους) που δεσπόζουν περιγράφοντας την αμηχανία μας.
Η πρώτη: «  Η αξία του Παπαδιαμάντη βρίσκεται πέρα από το κείμενο».
Η δεύτερη: « Η αξία του Παπαδιαμάντη εντοπίζεται στη σχέση του έργου προς κάποιου είδους πραγματικότητα».
Αφού εξετάσω χωριστά την κάθε μία, θα προσπαθήσω να τις υποβάλλω σε σύγκριση μήπως και φανερωθεί το «κοινό» στοιχείο, γιατί αυτό ενδέχεται να είναι το κυρίαρχο σημείο του έργου, η κλειδαριά του έργου (αλλά, όχι υποχρεωτικά και το κλειδί).

Πολλοί κριτικοί μας λοιπόν διατύπωσαν την άποψη ότι η αξία του Παπαδιαμάντη βρίσκεται πέρα από το κείμενο. Η «αίσθηση» ότι «η αξία του βρίσκεται αλλού», εγείρει αυτόματα το ερώτημα: «Που;». Και η απάντηση δεν μπορεί  παρά να επιμεριστεί σε λογής δεδομένα της παπαδιαμαντικής επιφάνειας: στην ενστικτώδη ικανότητα του Παπαδιαμάντη να θεολογεί, στην ικανότητα να χειρίζεται τους ταπεινούς και καταφρονεμένους, στη νοσταλγική εμμονή στη Σκιάθο του, στο μείγμα της γλώσσας του κλπ.. Όμως αυτά όλα αποτελούν μόνο προσχήματα και φανερώνουν εν τέλει την αδυναμία να προχωρήσουμε πέρα από την επιφάνεια του έργου.
Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος σαν τον Οδυσσέα Ελύτη δεν δίστασε να πει: «δεν ξέρεις αν είναι η Σκιάθος που γέννησε τον Παπαδιαμάντη ή ο Παπαδιαμάντης τη Σκιάθο» και συνέχισε ότι ο Αλ. Παπαδιαμάντης κάνει «...έναν αργό και συγκεκαλυμένο αγώνα: πώς ν’ απομονώσει τα γράμματα των δέντρων και των κυμάτων, των κοριτσιών και των ονείρων ώστε να φτιάξει το προσωπικό του αλφάβητο». Είναι δυνατό όμως η αξία του Παπαδιαμάντη να μετατίθεται απλώς σε μοτίβα του έργου του και εν τέλει, με τη μέθοδο της επιλογής, να μιλάμε ο καθείς με βάση την προσωπική μας προτίμηση; να μιλάμε δηλαδή όχι για το Παπαδιαμαντικό έργο καθαυτό, αλλά να διαμορφώνουμε μια μεταγλώσσα που οικοδομείται στη βάση της απολύτως προσωπικής εντύπωσης καταλήγοντας τελικά να μιλάμε για την «εντύπωση» την ίδια! Γιατί βεβαίως το «προσωπικό αλφάβητο» στο οποίο αναφέρεται ο Ελύτης αφορά όχι τα στοιχεία που έτσι κι αλλιώς χρησιμοποίησε ο Παπαδιαμάντης, αλλά κυρίως όσα ανέδειξε ως προσωπική μυθολογία ο Ελύτης με το δικό του έργο.
Ο Παλαμάς, προσπαθώντας πολύ πρώιμα να εντοπίσει την «Μούσα του Παπαδιαμάντη» [- και λέγοντας «Μούσα», προφανώς δεν εννοούσε γενικά και αόριστα την «έμπνευση» όπως την όριζαν οι ρομαντικοί, αλλά  το «πρώτο κινούν» που συσσωματώνεται τελικά σε έργο - ], ο Παλαμάς λοιπόν κατέφυγε σε μια παρομοίωση. Τη «Μούσα» του Παπαδιαμάντη την παρομοίαζε με «τη Λιαλιώ, την νοσταλγόν. Παντρεμένη με τον πεζότατο μεσόκοπο κυρ-Μοναχάκη, ζη τον περισσότερο καιρόν βυθισμένη στο όνειρο της πατρίδας πέρα».
Αντιλαμβανόμαστε ότι η κριτική αυτού του είδους που μεταθέτει την «αξία» του έργου «πέρα» από το κείμενο και μάλιστα δεν διστάζει να το χρησιμοποιεί ως χώρο ενδείξεων –σκαλοπατιών με σκοπό να τα περπατήσουσε όσο γίνεται πιο γρήγορα για να βγούμε από αυτό και να πάμε «πέρα», «έξω», «αλλού» σε κάποιον άυλο και πνευματικό τόπο αναφοράς των κειμένων. Δηλαδή ενώ διαβάζουμε το απτό κείμενο, την αξία του την αναζητούμε σε ένα ιδεατό ασαφή και τελικά αφανή «κόσμο» η ύπαρξη του οποίου μάλλον υπονοείται παρά δηλώνεται, αλλά ωστόσο χρησιμεύει ως κριτικό εργαλείο. Αντιλαμβανόμαστε ότι μια τέτοια στάση δεν μπορεί να λειτουργήσει πειστικά κι αναπαράγει μάλλον την κριτική αμηχανία. Αυτή την αμηχανία καταγράφει ενοχλημένος στο αφιέρωμα της Εστίας ο Πετιμεζάς Λαύρας, κι αυτός φίλος της αντίστοιχης κριτικής στάσης: «Η κριτική δοκίμασε να τον αναλύσει, να τον εξετάσει, να τον κατατάξει. Δεν το μπόρεσε, ούτε και θα το μπορέσει. Ξεγλιστράει και ξεφεύγει».(4)

Η δεύτερη κριτική στάση, που λέει: « Η αξία του Παπαδιαμάντη εντοπίζεται στη σχέση του έργου προς κάποιου είδους πραγματικότητα», και μάλιστα αποπειράται να την καθορίσει και να την μελετήσει, εγείρει μια άλλη σειρά από προβλήματα όπως για παράδειγμα:
Τι εννοούμε όταν λέμε «σχέση»; Τι εννοούμε όταν λέμε «την τάδε ή τη δείνα πραγματικότητα»; και ποια είναι αυτή ιστορικά ή κοινωνικά ή ιδεολογικά; Ερωτήματα διόλου εύκολα να απαντηθούν. Απλώς τα επισημαίνω, και προχωρώ.
Οι κριτικοί αυτής της στάσης επιμένουν ότι αν η λογοτεχνία του Παπαδιαμάντη  έχει κάποιο νόημα, αυτό το νόημα βρίσκεται έξω από το λογοτεχνικό συμβάν και συγκεκριμένα εντοπίζεται στη σχέση του παπαδιαμαντικού έργου με την πραγματικότητα, όπως την ορίζει ή την αντιλαμβάνεται ο κάθε κριτικός.
Αυτό το νόημα έχει η επιγραμματική φράση του Τέλλου Άγρα: «ο Παπαδιαμάντης είναι φυσικό φαινόμενο», ή του Γιάννη Χατζίνη: «ο Παπαδιαμάντης είναι ένα φαινόμενο φυσικό και αποτελεί το σπάνιο προϊόν ορισμένων συνθηκών ζωής και ορισμένων προϋποθέσεων»(5). Αλλά τι είδους «φυσικό φαινόμενο;»… Ο Τάσος Λιγνάδης  επισημαίνει «στην "ηθογραφία" του Παπαδιαμάντη οι άνθρωποι είναι πραγματικοί, με την έννοια του "υπαρκτοί". Δεν είναι από άλλα βιβλία, από σκέψη, από φαντασία. Είναι από ζωή».(6)  Ακόμα κι ο Τσάτσος σημειώνει: «Υπάρχει στο έργο του (του Παπαδιαμάντη), μέσα σε πολλά περιττά και νεκρά, αυτό που λέμε αλήθεια και ζωή»(7). Αλλά γιατί να αποτελεί μέτρο και κριτήριο αξίας η εξίσωση λογοτεχνίας – πραγματικής ζωής; … Γιατί και ο συμβολαιογράφος του Ραγκαβή, ή ο κοινωνικός Ξενόπουλος, για τη ζωή γράφανε, αλλά Παπαδιαμάντηδες δεν ήταν!
Ο Γιάννης Τσαρούχης ανύποπτος, ή πολύ υποψιασμένος, θα πει: «Την ελληνική γλώσσα την επηρέασε πολύ η ανάγκη του Ελληνα να μεταναστεύσει σε άλλους κόσμους, εξωτικούς -και κατά ένα τρόπο ανώτερους-, ψάχνοντας να βρει "το κάτι άλλο". Καλλιτέχνες όπως ο Παπαδιαμάντης και ο Θεόφιλος, οι οποίοι προσπάθησαν να δώσουν την ουσία μερικών πραγμάτων, περιφρονήθηκαν και μισήθηκαν γιατί αγαπούσαν την πραγματικότητα»(8)… Πώς όμως είναι δυνατό ο Θεόφιλος και ο Παπαδιαμάντης να ψάχνουν να βρούν το «κάτι άλλο το ανώτερο» και συγχρόνως  να  «αγαπούν την πραγματικότητα». Πώς συμβιβάζονται τα δύο;

Συμβιβάζονται γιατί οι δύο αυτές κριτικές στάσεις συνδέονται με σχέση αιτιότητας μεταξύ τους. Αλληλοσυμπληρώνονται και το κρίσιμο σημείο στο οποίο ακουμπούν είναι η πραγματικότητα..
Αλλά για ποια πραγματικότητα, μιλάμε;
Σταχυολογώ ενδεικτικά από τις απόψεις των κριτικών μας:
Τάσος Λιγνάδης: οι ήρωες του Παπαδιαμάντη «είναι η ζωή» (9),  Γεώργιος Θέμελης: το παπαδιαμαντικό έργο είναι «συνισταμένη όπου ταυτίζεται ο άνθρωπος και ο λογοτέχνης»(10), Γιώργος Βαλέτας:  «Και λέγοντας ζωή και δημιουργία στον Παπαδιαμάντη, χαρακτηρίζω από δύο πλευρές το ίδιο πράγμα, -τόσο ζωή και έργο αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοεκφράζονται με θαυμαστή αντιστοιχία και αρμονική συνοχή»(11), Ανδρέας Θ. Κίτσος-Μυλωνάς: «Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι λογοτεχνία, είναι ζωή» (12)… Δηλαδή, ο Παπαδιαμάντης είναι ένας «ρεαλιστής», ένας σαν τους ευρωπαίους, λίγο κοντύτερα ή λίγο μακρύτερα από το Μπαλζάκ ή το Ντοστογιέφσκυ;… γιατί το ρεαλιστικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα είχε τάξει προγραμματικά «τη σχέση με την πραγματικότητα και τη ζωή». Αλλά για όποιον διάβασε δέκα σελίδες Παπαδιαμάντη τα  πράγματα δεν είναι! Γιατί δεν είναι «ρεαλιστής» μ’ αυτή την έννοια.

Ας ξαναπιάσουμε το παραδοξολόγημα του Τσαρούχη: ότι ο Παπαδιαμάντης έψαχνε να βρεί  «κάτι άλλο το ανώτερο» και συγχρόνως  «αγαπά την πραγματικότητα»!

Η λύση βρίσκεται στην άρση της αντίφασης με οδηγό το ίδιο το παπαδιαμαντικό έργο. Ο Παπαδιαμάντης λοιπόν σχετίζεται ταυτόχρονα με το «ανώτερο» και την «πραγματικότητα» με μιαν ιδιαίτερη σχέση: με τον τρόπο που κοιτά τα πράματα. Συγκεκριμένα:
1.        Κατ’ αρχάς μεταφέρει τη νοσταλγία ενός λατρευτικού δεσμού με το φυσικό κόσμο.
2.        Κατά δεύτερο λόγο, βλέπει τον κόσμο με το ενιαίο βλέμμα της κοινότητας (δηλαδή «κοιτά» και «βλέπει» το φυσικό κόσμο ακριβώς στην ολοκληρωμένη και αυτονόητη φυσικότητά του.)
3.        Ο ίδιος ως συγγραφέας γίνεται ένα υποκείμενο το οποίο «μαγεύεται» από αυτό ακριβώς το βλέμμα. [προσοχή! Χρησιμοποιώ το μαγεύεται με την ανθρωπολογική του σημασία. Όπως ο Λεβι-στρώς χρησιμοποιεί τον όρο «μαγική σκέψη»]
4.        Αυτή η στάση θεμελιώνει τη λειτουργία  της σημασίας των πραγμάτων
Είναι λογικό λοιπόν ο Παπαδιαμάντης που διαθέτει αυτή την ειδική ικανότητα του «ὁρᾶν», να δημιουργεί ένα περίκλειστο κόσμο (δεν εννοώ αποκομμένο), αλλά ένα «σύμπαν» που υπάρχει, αλλά «εμείς» αδυνατούμε να το δούμε γιατί δεν έχουμε τα απαραίτητα όργανα, τα «μαγεμένα» μάτια και το ειδικό βλέμμα, για να το συλλάβουμε πλέον. Το νοιώθουμε κοντά μας, το ψηλαφούμε στην ιστορία μας, υφίσταται στην παράδοσή μας, αλλά δεν το βλέπουμε. [Χωρίς να θέλω σας έδωσα την έννοια του ερμητικού, επισημαίνοντας άθελα ότι βρισκόμαστε στην καρδιά της νεωτερικότητας.]
Για να κατανοήσουμε το «ὁρᾶν» του Παπαδιαμάντη θα χρησιμοποιήσω μιαν εικόνα , δηλαδή ένα βλέμμα, από το  δημοτικό τραγούδι: «κόκκινο χείλι φίλησα, κι έβαψε το δικό μου … κι έβαψε η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου.»
Το βλέμμα «βλέπει» ότι «πραγματικά» είναι βαμμένη η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου. Αυτό, σας παρακαλώ, δεν είναι «μεταφορά», είναι η κυριολεξία του «μαγεμένου» βλέμματος.
Αν λοιπόν διαβάσουμε τον Παπαδιαμάντη ως πεζογράφο ο οποίος υπό την επήρεια αυτού του ιδιότυπου βλέμματος παράγει τα παραμύθια του, τότε πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να φτάσουμε στα άκρα: να τον διαβάσουμε σαν να μην φιλοτέχνησε ποτέ του σύμβολα, μύθους, αλληγορίες, αλλά απλά σα μετάφερε το «Αληθινό», το δικό του αληθινό, αυτό που «έβλεπε». Και χρειαζόμαστε κι εμείς το «μαγεμένο» βλέμμα έστω κι αν δεν ανήκουμε σε μια κοινότητα που μας εξοπλίσει με μια τέτοια ματιά.

Αν πάλι,  θεωρήσουμε ότι ο Παπαδιαμάντης βρίθει από σύμβολα, μύθους, αλληγορίες, πρέπει να αποδεχτούμε πως υφίσταται στο κείμενο ένας πυρήνας, ο οποίος  μεσολαβεί ανάμεσα στη «μορφή» και στο «περιεχόμενο» και γίνεται αντιληπτός μόνο στην περιοχή της καθαρής «συγκίνησης».  Κι όταν λέω «Συγκίνηση», [«Συν-κίνηση»] εννοώ τη μήτρα της παπαδιαμαντικής πεζογραφίας, αυτό που υπάρχει πραγματικά στο κείμενο,  ως πεζογραφικός πυρήνας, και συγκροτεί μια πραγματικότητα που μένει έξω απ' τις αρμοδιότητες της συμβολοποίησης,  που δεν περνάει μέσα από τον αυτοέλεγχο, κι εντοπίζεται συχνά απ' το ένστικτο του αναγνώστη ως «θεϊκό» ή ως «ζωικό». Και το ένα και το άλλο ανήκουν στο γένος του  «ιερού». Εδώ ανάμεσά τους χτυπιέται σαν τεντωμένη χορδή ο Παπαδιαμάντης. Αυτή είναι η σχέση του με την «πραγματικότητα». Κι από αυτόν τον υπόγειο παραδαρμό αναγγέλλεται το «Απολύτως Αληθινό». 
Έτσι, τον Παπαδιαμάντη πρέπει να τον δούμε ως συμμέτοχο σ' έναν λόγο ιερουργικό και σ' έναν λόγο ονειρικό και ενορμητικό συνάμα. Αυτό είναι υψηλή πεζογραφία αλλά δεν είναι «ρεαλισμός» ούτε και ηθογραφία.

Τελικά ο Σκιαθίτης μένει «βουβός» μέσα στο κείμενό του, δίχως δομή, δίχως στιλ, δίχως συγγραφική αγωνία (δίχως καν την τελετουργία της έκδοσης του βιβλίου). Οι αγωνίες του έρχονται από τους συγκλονισμούς του έρωτα και του πένθους, της ορφάνιας και της εμπιστοσύνης προς τα στοιχειά, ποτέ απ' το ναρκισσισμό της ρητορικής, ποτέ από τη φιλοδοξία. Άλλωστε η «γοητεία» του  παράγεται κι απ' το γεγονός ότι το τελευταίο που τον νοιάζει είναι να γοητεύσει.
Του φτάνουν τα δικά του βάσανα!                                    
         ΘΩΜΑΣ ΨΥΡΡΑΣ

σημειώσεις
1.Λάκης Προγκίδης , Παπαδιαμαντική κιβωτός, Βήμα, 4-1-98
2.Βακαλόπουλος, Η ιερή μελωδία της πραγματικότητας, Αντί, τ463, 5-4-1991
3.Στρατής Πασχάλης, εισαγωγή στον τόμο «Σκοτεινά Παραμύθια», εκδ. Μεταίχμιο 2001
4.Πετιμεζάς - Λαύρας· στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας, σελ. 166.
5.Γιάννης Χατζίνης «Συντροφιά με τον Παπαδιαμάντη», στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας, σελ. 59.:
6.Τάσος Λιγνάδης, «Ομολογία πίστεως στον Παπαδιαμάντη», Φώτα Ολόφωτα, σελ. 118
7.Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Η "ατμόσφαιρα" του Παπαδιαμάντη"», αφιέρωμα Νέας Εστίας, σελ. 38 λ. 121.:
8.Γιάννης Τσαρούχης, «Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει», Αγαθόν το εξομολογείσθαι, σελ. 283, εκδ. Καστανιώτης 1986:
9.Τάσος Λιγνάδης, «Ομολογία πίστεως στον Παπαδιαμάντη», Φώτα Ολόφωτα, σελ. 118.
10.Γεώργιος Θέμελης, στις «Σύντομες κρίσεις» του αφιερώματος της Νέας Εστίας, σελ. 150.
11.Γιώργος Βαλέτας  «Ο άνθρωπος και η εποχή του», αφιέρωμα Νέας Εστίας, σελ. 4
12.Ανδρέας Θ. Κίτσος-Μυλωνάς «Παράγραφοι», Φώτα Ολόφωτα, σελ. 142

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Με αφορμή το αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη του "Αρχείου Θεσσαλικών Μελετών"

Πέρασαν εκατό χρόνια από το θάνατο του σκιαθίτη και Θεσσαλού Παπαδιαμάντη. Η εταιρεία Θεσσαλικών ερευνών με την έκδοση του 18ου τόμου του Αρχείου Θεσσαλικών Μελετών τιμά τη μνήμη του μεγάλου συγγραφέα συνεισφέροντας στο πλήθος της παπαδιαμαντικής βιβλιογραφίας  έξι κείμενα που έρχονται να φωτίσουν διαφορετικές πλευρές του έργου και της ζωής του...

Θα σας κουράσω ίσως. Το λέω για να ξέρετε τι σας περιμένει και να έχω την υπομονή σας

Θα μου επιτρέψετε με αφορμή την έκδοση αλλά και τη τιμή να με ορίσει ομιλητή για την παρουσίαση η εταιρεία Θεσσαλικών ερευνών να αναφερθώ σε τρία  διαφορετικά πράγματα:
α) να παρουσιάσω το συγκεκριμένο αφιέρωμα
β) να εστιάσω στο πλέον, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρον κείμενο και
γ) με βάση τις αντιρρήσες μου να επιχειρήσω να θέσω ορισμένα ζητήματα της σημερινής παπαδιαμαντικής κριτικής.

Αρχίζω από το πρώτο που αφορά το αφιέρωμα:
Περιλαμβάνει όπως είπα, έξι κείμενα.

Ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος και η Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου ανοίγουν το αφιέρωμα με ένα κείμενο προπομπό και προάγγελο μιας μακροχρόνιας έργασίας: τις ανυπόγραφες και άγνωστες παπαδιαματικές μεταφράσεις. Αναζητούν λοιπόν τα ιδιαίτερα στοιχεία ύφους του Παπαδιαμάντη στις μεταφράσεις του περιοδικού “Νέο πνεύμα” του Βλάση Γαβριηλίδη.
Το υφολογικό εγχείρημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό όχι μόνο γιατί ενδέχεται να συνεισφέρει στη γραμματεία μας και νέα παπαδιαμαντικά κείμενα, αλλά και γιατί έμμεσα διευκολύνει να κατανοήσουμε ότι το μεταφραστικό έργο για τον Παπαδιαμάντη δεν ήταν πάρεργο, αλλά συνέχεια της δημιουργικής του εργασίας, κάτι που αποδεικνύεται  από τις συχνές επεμβάσεις του στο πρωτότυπο. Ο Παπαδιαμάντης ήταν μεταφραστής - συνεργάτης , «συνεπίκουρος στο δημιουργικό έργο του συγγραφέα και όχι μεταπράτης του ξένου έργου στα ελληνικά» (1).
Παρεπιμπτόντως να επισημάνω ότι  καθώς δεν είναι δυνατό να διαχωρίσουμε το κυρίως έργο από το μεταφραστικό, τα “νέα έργα” που θα εντοπιστούν τόσο σε επιπεδο επιλογής συγγραφέων και έργων όσο και σε επίπεδο γλωσσικής απόδοσης και μεταφραστικής ανασύνθεσης, θέτουν εκ νέου ζητήματα και ερωτήματα πλήθος για τον ερευνητή της παπαδιαμαντικής ιδεολογίας και του κόσμου της. (2)

Η Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια στο άρθρο της ¨Ο Παπαδιαμάντης, ο Σικελιανός, ο Σκουβαράς¨  αναφέρεται στη σχέση των τριών προσώπων με το Βόλο.

Ο Δημήτρης Παλιούρας “Το σπίτι του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο” αναφέρεται στην αρχιτεκτονική του σπιτιού του Παπαδιαμάντη και στις περιπέτειες έως να απαλλοτριωθεί και να γίνει εκθεσιακός χώρος.
Ο Γρηγόρης Καρταπάνης στο “Έκτοτε καθ' όλας τας επανόδους μου εις την γενέθλιον νήσον...” σε μια σημαντική για το βιογραφικό σχεδίασμα του συγγραφέα, παρουσιάζει τις επανόδους του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο οι οποίες έχουν ιδιαίτερη σημασία γιατί διευκολύνουν το σημερινό μελετητή να εντοπίσει πως η επιστροφή στο γενέθλιο χώρος αντροφοδοτεί το δημιουργικό έργο του συγγραφέα. 

Η Βάσσα Παρασκευά στο κείμενό της “Η ιερά μονή Ευαγγελισμού Σκιάθου με αφορμή τις αναφορές του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη” παρουσιάζει την ιστορία και την εξέλιξη του σταυροπηγιακού μοναστηριού, τη σχέση του με το κίνημα των Κολυβάδων και τη παρουσία της μονής στο Παπαδιαμαντικό έργο (στη “Φόνισσα”, στην “Παναγία την Κουνίστρα”, στο “Όνειρο στο κύμα”). Πρόκειται για κείμενο που επαναφέρει έμεσσα τη συζήτηση για την “ιδεολογία” του Παπαδιαμάντη σε σχέση με τους Κολυβάδες και τις πιθανές προσωπικές επαφές του  με τους εγκαταβιούντες εις την μονήν... 

Άφησα τελευταίο το κείμενο του Λάκη Προγκίδη με τίτλο “Χωρίς τη φύση, πια” το οποίο καταπιάνεται με δύο βασικά ζητήματα: α) επισημαίνει τους τρεις σταθμούς της παπαδιαμαντικής κριτικής και β) με βάση την προσέγγιση του “Μυρολογιού της Φώκιας” συνάγει μια σειρά από συμπεράσματα που καταλήγουν στην απάντηση του ερωτήματος “γιατί σήμερα ο κόσμος μας έχει ανάγκη το έργο του Παπαδιαμάντη”. Είναι το κείμενο που θέτει και τα περισσότερα ζητήματα και είναι το πλέον ερεθιστικό για στοχασμό και για συζήτηση.

Εστιάζω λοιπόν στο δοκίμιο, του Λάκη Προγκίδη.

Ο Προγκίδης επισημαίνει ότι η τύχη του Παπαδιαμαντικού έργου ορίζεται τα τελευταία εκατό χρόνια από τρεις κορυφαίες προσπάθειες που συμβαίνουν στα 1941, 1981 και 2007.

Συγκεκριμένα αναφέρεται στο αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη του περιοδικού Εστία το 1941, όταν μέσα στα πρώτα κατοχικά Χριστούγεννα, σε μια δύσκολη στιγμή για το έθνος, όλος ο πνευματικός κόσμος από τον Σικελιανό και το Λουντέμη ώς τον Σβώλο, τον Τσάτσο και τον Καραγάτση στρέφονατι στο έργο του Παπαδιαμάντη για να αντλήσουν απαντοχή και καρτερία. Μνημονεύτε Παπαδιαμάντη και Διονύσιο Σολωμό! που θα έλεγε κι ο Ελύτης. Ο σκιαθίτης γίνεται εθνικός και μέρος της νεοελληνικής μας ιδιοπροσωπίας.

Στα 1981 συντελείται το ακατόρθωτο σχεδόν για την υλική τύχη του παπαδιαμαντικού έργου. Εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο  Δόμο, ο πρώτος τόμος των Απάντων του Παπαδιαμάντη σε επιμέλεια του Νίκου  Δ. Τριανταφυλλόπουλου ο οποίος αφιέρωσε όλη του τη ζωή στο τιτάνιο αυτό φιλολογικό έργο κι ακόμα συνεχίζει όπως ήδη είπαμε για τον εντοπισμό άγνωστων μεταφράσεων του συγγραφέα. Η φιλολογική έκδοση των Απάντων  έδωσε το έναυσμα για μια άνευ προηγουμένου κριτική επανεκτίμηση του Παπαδιαμάντη.

Στα 2007 κυκλοφορεί στα αγγλικά από τις εκδόσεις Harvey ο πρώτος, από τους τρεις προγραμματισμένους τόμους, με διηγήματα του Παπαδιαμάντη με επιμέλεια της Denise Harvey και του Λάμπρου Καμπερίδη με τον οποίο πρακτικά  ανατρέπεται το “δυσμετάφραστον” και τίθεται το πρόβλημα της μετάφρασης ως μακροχρόνιας και επίπονης διεργασίας με τη συμμετοχή πολλών καταξιωμένων μελετητών. Παράλληλα για πρώτη φορά το παπαδιαμαντικό έργο ανοίγεται στο παγκόσμιο κοινό γιατί κατά τον Προγκίδη και ο ξένος έχει ανάγκη τον Παπαδιαμάντη.

Ανοίγω παρένθεση για να εκφράσω την πρώτη μου αντίρρηση.

Οι τρεις σταθμοί του Προγκίδη είναι τέσσερεις. Και βεβαίως ο Λάκης το ξέρει αλλά προφανώς λόγοι σεμνότητας δεν του επέτρεψαν  να το διατυπώσει.
 Για λόγους δικαιοσύνης πρέπει λοιπόν ανάμεσα στους τρεις σταθμούς που προτείνει να παρεμβάλλουμε το έτος 1998 όταν ο Λάκης Προγκίδης δημοσίευσε το «Η κατάκτηση του μυθιστορήματος - Από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκκάκιο» (3)  με πρόλογο του Μίλαν Κούντερα που τιτλοφορείται: «Οι προκλήσεις του Προγκίδη» (4).
Σ΄αυτό λοιπόν το βιβλίο ο Προγκίδης αποσπά τον Παπαδιαμάντη από το «εθνικό μικροπλαίσιο» (5)  και τον εντάσσει στο «μεγάλο πλαίσιο» του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος.  Στρέφοντας την πλάτη σε όλες τις ως τώρα θεωρήσεις του παπαδιαμαντικού έργου (6) , αποπειράται να το απαγκιστρώσει από τα ιδεολογήματα  μέσα από τα οποία κρίθηκε ως σήμερα.  Για τον συγγραφέα του, ο Παπαδιαμάντης είναι «ο μόνος Ελληνας που κατάφερε να διεισδύσει στο μεγάλο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος», και μάλιστα η παρουσία του Παπαδιαμάντη είναι πιο θεμελιώδης για την κατανόηση της τέχνης του μυθιστορήματος  από την τέχνη του Ραμπελέ, ή του Θερβάντες.
Μπορεί να διαφωνείτε, πάντως το βιβλίο και η εν συνεχεία ενασχόληση του Προγκίδη με τον Παπαδιαμάντη άνοιξαν νέους δρόμους στην παπαδαμαντική κριτική και κυρίως άνοιξαν το ενδιαφέρον των ευρωπαίων για το σκιαθίτη. Αποτέλεσμα της εργασίας του Προγκίδη ήταν ο τέταρτος σταθμός, δηλαδή η μετάφραση στα αγγλικά των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη.

Κλείνω την παρένθεση με την αντίρρησή μου κι επανέρχομαι στο δεύτερο μέρος του άρθρου του Προγκίδη που αλλάζει -με τεχνική μυθιστορηματική- το θέμα προκειμένου να καταδείξει ότι το πραγματικά “παγκόσμιο είναι το τοπικό χωρίς τείχη”.
Με βάση το διήγημα του Παπαδιαμάντη “ Το Μυρολόγι της φώκιας” (7), και ιδιαίτερα με την τελευταία σκηνή όπου η φώκια ζυγώνει στο άπνοο κορμάκι της Ακριβούλας - το κοριτσάκι που  γλύστρησε κι έπεσε από τα βράχια καθώς πήγαινε να βρει τη γιαγιά του – και λίγο πριν το καταβροχθίσει το θρηνεί.
Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας
Φύκια 'ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της ...
Κ' η γριά ακόμα μυρολογά
τα γενοβόλια της τα παλιά
Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κ' οι καημοί του κόσμου.
Ο Προγκίδης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η φώκια/φύση δεν μοιρολογεί την Ακριβούλα, αλλά τον φτωχό άνθρωπο και εκδηλώνει το σεβασμό στον βασανισμένο, στο φτωχό και στη φτώχεια που δεν έχει τελειωμό.(8)
Γενικεύοντας για το σύνολο του παπαδιαμαντικού έργου ο Προγκίδης επισημαίνει ότι αυτή  η “συμπονετική” σχέση της φύσης προς τον  άνθρωπο χάνεται, γιατί ο άνθρωπος πλέον “προσδέθηκε τυφλά στο άρμα της προόδου”, “έχρισε τον εαυτό του κύριο και κάτοχο του σύμπαντος”, και “η φύση τον αγνοεί”.  Κι αυτό τελικά είναι ζήτημα κεντρικό στην πρόσληψη του Παπαδιαμάντη από το σύγχρονο έλληνα και ξένο αναγνώστη. Μάλιστα τονίζει ότι “η φύση στο σύνολο της τέχνης του μυθιστορήματος έχει τα θεμέλιά της στην αισθητική της ενσάρκωσης και όχι σ΄αυτήν του ανθρωπομορφισμού”, όπερ μεθερμηνευόμενο σημαίνει ότι η “φαντασία του Παπαδιαμάντη έχει ζυμωθεί μέχρι τα ακρότατα όριά της με τις αξίες του Χριστιανισμού”.

Κι εδώ θα εισάγω  την δεύτερη αντίρρηση, αρχίζοντας με την τελευταία φράση του δοκιμίου του Προγκίδη: “Ο κόσμος μας έχει ανάγκη από τον Παπαδιαμάντη”.
Υπερθεματίζω. Όντως ο κόσμος μας έχει ανάγκη τον Παπαδιαμάντη. Αλλά μια και τέθηκε  από τον Προγκίδη αυτή η διαπίστωση σε σχέση με το δίπολο άνθρωπος-φύση και συνεπικουρικά προς αυτό παρατέθηκε το αντιθετικό δίπολο “ενσάρκωση VS ανθρωπομορφισμός”, νοιώθω ότι πρέπει να διαφωνήσω.
Ο Παπαδιαμάντης είναι εκφραστής μιας λαϊκής ορθοδοξίας, μιας λαϊκής θρησκείας που υπερβαίνει το θεολογικό δόγμα. Η φύση για τον Παπαδιαμάντη βεβαίως και είναι, μετέχει του “θείου”. Να το πω απλά:
Για τον  Παπαδιαμάντη το “θείο” είναι κατηγορούμενο κι όχι υποκείμενο. Κι ως κατηγορούμενο είναι μια ύψιστη ιδιότητα στην οποία μετέχει η φύση αλλά και η ανθρώπινη φύση μας. Ο Παπαδιαμάντης δε λέει: ο θεός είναι φύση, αλλά η φύση είναι θεός. Δε λέει ο θεός είναι αγάπη, αλλά η αγάπη είναι θεός.
Αυτή η αντίληψη που εύκολα ανισχεύεται στο έργο του Παπαδιαμάντη, έχει τις ρίζες της στην λαϊκή θρησκεία που συντηρεί στους κόλπους της ποικιλίες από παγανιστικά στοιχεία τα οποία δεν είναι διόλου ανθρωπομορφικά ή ενσαρκωτικά. Αντίθετα αναφέρονται στην ολότητα, στην ενοποιητική σχέση άνθρωπος-φύση-θεός. Τα πάντα έν.
Συνεπώς δεν εμπίπτουν στο αντιθετικό δίπολο “ενσάρκωση VS ενσωμάτωση” που προτείνει ο Προγκίδης ως εξηγητική αφετηρία του έργου του Παπαδιαμάντη. Η ολότητα, νομίζω, είναι και η μέγιστη δυσκολία να συλλάβουμε τον Παπαδιαμάντη όντας  μέλη ενός κατακερματισμένου κόσμου και ενός πιο κατεκερματισμένου έσω κόσμου, του μέσα κόσμου μας... Από αυτή όμως την “ενότητα” προκύπτει και η "συμπονετική" σχέση φώκιας-Ακριβούλας, ή,  φύσης – φτωχού και βασανισμένου ανθρώπου.
Συμπέρασμα:
Πρέπει να ψάξουμε ακόμα πολύ και περισσότερο στον Παπαδιαμάντη.
Από αυτή την πλευρά το αφιέρωμα του “Αρχείου Θεσσαλικών Μελετών” θέτει σημαντικά ερωτήματα στη συζήτηση για τον Παπαδιαμάντη, το έργο του και τη σχέση του με εμάς.


Λάρισα 4 -4 - 2011                                                                                                       ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ




 Σημειώσεις
(1)   Λάμπρος Καμπερίδης, «...με εντάφια κτερίσματα» - Ο πύργος του Δράκουλα και ο «μεταφραστής» Παπαδιαμάντης , εκδόσεις Δόμος, σ.13

(2)   Για παράδειγμα να αναφέρω τη μετάφραση από τον Παπαδιαμάντη του βιβλίου τού Στόουκερ Dracula. Δεν είναι ότι μας πρωτοεισάγει στον κόσμο του «βαμπιρικού» λογοτεχνικού είδους, αλλά μας περνάει σε μια άλλη θρησκευτική και ιδεολογική περιοχή, αυτός ο “ορθόδοξος” και “θρησκόληπτος”
    Εάν σας ενδιαφέρουν οι ανυπόγραφες μεταφράσεις του Παπαδιαμάντη στις εφημερίδες «Ακρόπολις», «Αστυ» και «Νέον Αστυ» :
* Αν. Π. Τσέχωβ, «Γέννησις δράματος» (Το «Αστυ» - 1901).
* Αν. Π. Τσέχωβ, «Το παράκαμε» (Το «Αστυ» - 1901).
* Αν. Π. Τσέχωβ, «Πόνος βαθύς» (Το «Αστυ» - 1901).
* Βέρνερ Φον Αϊδενσταμ, «Η εποποιία του βασιλέως» (Το «Αστυ» - 1901).
* Hall Caine, «Η αιωνία πόλις» (Το «Αστυ», 1901).
* Λιούης Ουάλας, «Μπεν Χουρ» («Νέον Αστυ» - 1902).
* Παύλου και Βίκτωρος Μαργκερίτ, «Η πανωλεθρία» («Νέον Αστυ» - 1902-1903).
* Μπραμ Στόουκερ, «Ο πύργος του Δράκουλα» («Νέον Αστυ» - 1903).
* Ε.Γ.Ουέλλς, Ο αόρατος, μετάφραση: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, με σχέδια της Εύης Τσακνιά, εκδόσεις Κίχλη.
* Τζέρομ Κ. Τζέρομ, «Τσαϊέρα» (Το «Νέον Πνεύμα», τομ. Α', 1894).
* Τζέρομ Κ. Τζέρομ «Περί κακών τελωνίων» (Το «Νέον Πνεύμα», τομ. Α', 1894).
* Ριχάρδου Δάβεϋ, «Ο σουλτάνος και το χαρέμι του» («Ακρόπολις»-1895).
* Ανώνυμης, «Πώς σπουδάζουν οι Αμερικανοπούλες» («Ακρόπολις»-1896).
* «Αι επιστολαί του λόρδου Βύρωνος» («Ακρόπολις» - 1897).
* Ε. Ι. Δίλλωνος, «Η Κρήτη και οι Κρήτες» («Ακρόπολις» - 1897).
* Ερρίκου Σιέγκεβιτς, «Quo Vadis;» (Το «Αστυ» - 1900).
* Ρούδγιαρδ Κίπλιγκ, «Η παράδοξος ιππηλασία του Μόρρουβη Τζώκες» (Το «Αστυ» - 1901).
* Μαρούλας Μάρκοβιτς, «Χανδερούν ή το περσικόν χαρέμι» (Το «Αστυ» - 1901).
* Κ. Βαρινύ, «Τα ερείπια του Ουξμάλ» (Το «Αστυ» - 1901).
* Ερρίκου Σιέγκεβιτς, «Οι ιππόται του Σταυρού» (Το «Αστυ» - 1901).
* Ε. Γ. Ουέλς, «Ο αόρατος» (Το «Αστυ» - 1901).
* Αντωνίου Παύλοβιτς Τσέχωβ, «Οι οικότροφοι» (Το «Αστυ» - 1901).

(3) Λάκης Προγκίδης , Η κατάκτηση του μυθιστορήματος - Από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκκάκιο, μτφ. Γιάννης Κιουρτσάκης, Εστία 1998.

(4) Λάκης Προγκίδης, Ο Παπαδιαμάντης και η Δύση,  Πέντε μελέτες, Εστία 2002

(5) Λάκης Προγκίδης , Προδομένες διαθήκες, Εστία, σ. 214

(6) Λάκης Προγκίδης , Η κατάκτηση του μυθιστορήματος - Από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκκάκιο, μτφ. Γιάννης Κιουρτσάκης, Εστία 1998,  βλπ. σ. 92-93

(7) Αξίζει κανείς να αντιπαραβάλλει την άποψη του Κυριάκου Χαραλαμπίδη για το ίδιο διήγημα του Παπαδιαμάντη στο Ολισθηρός Ιστός, Δοκίμια, μελέτες, άρθρα, συνεντεύξεις.  Άγρα 2009.

(8) «Συλλογίζομαι πώς θα τα πληρώσουμε, τόσα εκατομμύρια που χρωστάει το Εθνος!» (Ολόγυρα στη λίμνη). «Το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της ελληνικής διοικήσεως» (Βαρδιάνος στα σπόρκα). «Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς» (Οι Χαλασοχώρηδες). Κι ένα από τα εμβόλιμα λαϊκά τραγούδια: «Κρέμεται η καπότα στην αλυγαριά, ντέρτι και μαράζι κι αναπαραδιά» (Στρίγγλα μάνα» ).