Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Χρησιμοποιώντας το μύθο


 Χρήσεις του αρχαίου μύθου στη νεοελληνική ποίηση


Ξεκινώ επισημαίνοντας τον “ορισμό” του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη: “μύθος είναι η ανέκαθεν αλήθεια”[1].

Η σχέση μύθου-λογοτεχνίας είναι ένας από τους ζωτικότερους τρόπους ανανέωσης και εξέλιξης της δημιουργικής λογοτεχνίας. Καθώς γίνεται πρώτη ύλη της δημιουργικής διαδικασίας, εγκαταλείπει το αρχικό πλαίσιο των συμφραζοµένων του και μετασχηματίζεται σε νέα λογοτεχνική μορφή. Αποκρυσταλλώνεται σε θέματα, συγκροτεί συμβολικά πεδία τα οποία συναρτώνται µε τα ιστορικά δεδομένα της εποχής και συνδέονται όχι μόνο με μορφικές αλλά κυρίως με ιδεολογικές αναζητήσεις[2]. Τελικά ο μύθος γίνεται πεδίο πάνω στο οποίο εξυφαίνονται οι θεωρήσεις της πραγµατικότητάς μας. Αν σκεφτούμε μόνο πόσα πρόσωπα του μύθου (Οιδίποδας, Οδυσσέας, Ελπήνορας, Ιφιγένεια, Ηλέκτρα, Ελένη, Αντιγόνη, ..) χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένα στη σύγχρονη λογοτεχνία, καταλαβαίνουμε ότι η σχέση μύθου και δημιουργικής λογοτεχνίας είναι τελικά σύμφυτη με τη λογοτεχνική γραφή.[3] Ειδικά στη νεοελληνική γραμματεία ο αρχαιοελληνικός μύθος αποτελεί μόνιμο αντικείμενο δημιουργικής εκμετάλλευσης[4].  

Ο ελληνικός 19ος αιώνας (τουλάχιστο ως τα μέσα της δεκαετίας του 1880) είναι σε μεγάλο βαθμό ταυτόχρονα ο αιώνας του ελληνικού νεοκλασικισμού αλλά και της νεοελληνικής εκδοχής του ρομαντισμού. Οι Έλληνες δημιουργοί -με εντελώς νωπή την μνήμη του 21- στρέφονται στο ρομαντισμό και τον νεοκλασικισμό σε δύο ευδιάκριτα ευρωπαϊκά πνευματικά κινήματα από λόγους έως ένα βαθμό ανεξάρτητους από το καθεαυτό ιδεολογικό περιεχόμενο που θα προσέδιδε εκείνη την εποχή ο Ευρωπαίος δημιουργός σ' αυτά τα κινήματα.

Ο νεοκλασικισμός και ο ρομαντισμός προσλαμβάνονται από τους Έλληνες ως “εθνικές αναγκαιότητες”. Πρώτα-πρώτα γιατί σηματοδοτούν μια επιλογή ευρωπαϊκή, επομένως εκφράζουν μια στροφή προς τη δύση (“υλοποιώντας” έστω καθυστερημένα και ένα αίτημα του νεοελληνικού διαφωτισμού), και κατά δεύτερο λόγο επειδή και τα δύο ρεύματα έχουν άμεση σχέση με το αρχαιοελληνικό παρελθόν: ο μεν νεοκλασικισμός επειδή προβάλλει το όραμα του ιδανικού παρελθόντος που συμβαίνει να είναι και ελληνικό[5], ο δε ρομαντισμός επειδή θεωρεί ότι μπορούσε να δημιουργηθεί ένας νέος κόσμος βασισμένος στην επιστροφή στις ρίζες και στη χρήση της παράδοσης[6].  Άλλωστε ο ορμητικός περιηγητισμός του 19ου αιώνα είχε προετοιμάσει την εικόνα των ξένων και ταυτόχρονα την αυτοεικόνα των Ελλήνων για τη σχέση του αρχαίου μύθου με τον ελληνικό τόπο. [7]
Επομένως η τάση του “αρχαϊσμού” (ρομαντικού ή νεοκλασικού) που διαμορφώνεται στη νεοελληνική λογοτεχνία του 19ου αιώνα - είτε ως γλωσσική[8], είτε ως αισθητική και θεματολογική επιλογή - σχετίζεται με την ανάγκη α) να περάσουμε σε μια διαδικασία “εξευρωπαϊσμού” και να εγκαταλειφθεί η καθ' ημάς ανατολή[9] και β) και να εδραιωθεί μια εθνική ταυτότητα, να ενισχυθεί η εθνική συνείδηση και να κατακτηθεί η πεποίθηση (και αυτοπεποίθηση) της συνέχειας του ελληνισμού. Ειδικά ο δεύτερος στόχος ενέπιπτε και στις επιδιώξεις του νεαρού κράτους γεγονός που προσέδιδε στη λογοτεχνική επιλογή και ένα εθνικό ή καλύτερα ένα εθνικό και καθεστωτικό χαρακτήρα[10]..

Η χρήση του αρχαιοελληνικού μύθου στα έργα των Ελλήνων δημιουργών του 19ου αιώνα εντάσσεται ακριβώς σ’ αυτό το κλίμα του «αρχαϊσμού με εκσυγχρονιστική διάθεση». Ο μύθος ως εύληπτο αφηγηματικό υλικό διευκολύνει τις «εθνικές λαϊκές και πατριωτικές» επιδιώξεις – παρά την αρχαϊζουσα γλώσσα. Με λίγα λόγια ο μύθος μετέχει στη διαδικασία διαμόρφωσης της πολιτικής σκέψης.

Οι χρήσεις του μύθου από τους Φαναριώτες θα ακολουθήσουν δύο γενικά δρόμους:
Στα μεν εθνικοπατριωτικά τους ποιήματα οι Φαναριώτες με τη χρήση του μύθου προσπαθούν να συνδέσουν την «κλασική» Ελλάδα (και ιδιαίτερα την αρχαία Αθήνα) με την επανάσταση του 1821.
Τα πρόσωπα και τα γεγονότα της Επανάστασης συσχετίζονται με το αρχαίο κλέος (π.χ. ο Μιαούλης με το Θεμιστοκλή, κι ο Διάκος με το Λεωνίδα).[11]
Στα δε λυρικά τους κείμενα ο αρχαίος μύθος αποδίδεται σαν μια διήγηση παραμυθιού. Για παράδειγμα στο επικολυρικό ποίημα «Διονύσου Πλούς» που έγραψε το 1864 (στην αρχαΐζουσα βεβαίως) ο πολυγραφότατος Αλέξανδρος Ρίζος – Ραγκαβής (1809-1892), ο αρχαίος μύθος της απόπειρας σύλληψης του Διονύσου από Τυρρηνούς πειρατές[12] παρουσιάζεται σαν λαϊκή μυθιστορία με επίκαιρα στοιχεία[13]. Ο Ραγκαβής χρησιμοποιεί τον αρχαίο μύθο ως αφήγηση με στόχο τη λαϊκή θυμοσοφία. Στην ίδια λογική ο Παναγιώτης Σούτσος μεταφέρει τους μύθους του Αισώπου διανθισμένους με επίκαιρα στοιχεία σε αρχαΐζουσα γλώσσα με στόχο την λαϊκή διδαχή.[14]

Οι Αθηναίοι ρομαντικοί, ιδιαίτερα οι δύο “πεισιθάνατοι” ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843- 1873) και ο Σπυρίδων Βασιλειάδης (1845- 1874), που εμφανίζονται από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου Α΄, γεννημένοι μετά την επανάσταση, αγωνιούν για την πατρίδα και την κοινωνία[15] και προσανατολίζονται αισθητικά προς τον ρομαντικό κλασικισμό δίνοντας έμφαση με τη χρήση του αρχαιοελληνικού μύθου στην ‘ενότητα’ και το “κοινό ήθος” του αρχαίου και του νεοελληνικού κόσμου[16].
Για παράδειγμα ο Σπυρίδων Βασιλειάδης στο δράμα του “Γαλάτεια” (1873)[17] χρησιμοποιεί το μύθο του Πυγμαλίωνα [18] εκμεταλλευόμενος από τη μια τις “Μεταμορφώσεις” του Οβίδιου (βιβλίο Χ, στχ. 243-293) και τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου του Ρόδιου και από την άλλη το νεοελληνικό μύθο της παραλογής “Η άπιστη γυναίκα” από τη συλλογή Τραγούδια ρωμαίικα. Popularia Carmina Craeciae recentioris (1860) του Πάσσωβ (Passow). Ουσιαστικά εγκαινιάζει πρώιμα τη μεγάλη παράδοση της συνανάγνωσης των εποχών που επιχειρείται με τη χρήση του μύθου στον μοντερνισμό του εικοστού αιώνα μόνο που την υλοποιεί με εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες και στοχεύσεις. Πάντως είναι χαρακτηριστικό ότι η “συνανάγνωση” επιχειρείται με βάση τις ιδέες του Ιππόλυτου Ταιν δηλαδή με τη θετικιστική μέθοδο των αντιπροσωπευτικών τύπων όπως προτείνονται στο βιβλίο De l’ ideal dans l’ art .

 Η γενιά του ’80 (ρηξικέλευθη κι ορμητική) έρχεται με διάθεση να συγκρουστεί με τις παλιότερες γενιές. Εκτός των άλλων ρήξεων που επιχειρεί, αποδεσμεύεται και από την προηγούμενη χρήση του αρχαίου μύθου η οποία έχει συνδεθεί με τον φαναριώτικο διδακτισμό και την αρχαΐζουσα.
Ο ρεαλισμός στην πεζογραφία της γενιάς του 80 επιβάλλει μια άλλου είδους “αντικειμενικότητα” στη γραφή, και η ηθογραφία προσανατολίζεται περισσότερο στο χώρο της νεοελληνικής υπαίθρου ή στο περιθώριο των νεαρών αστικών κέντρων. Η επιλογή αυτή δεν ευνοεί τη χρήση του αρχαίου ελληνικού μύθου. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο στην ποίηση.

Ο παρνασσισμός, ένα ευρωπαϊκό ποιητικό κίνημα που από το 1866 αντιδρά στις συναισθηματικές υπερβολές του ρομαντισμού, προσελκύει τους ποιητές της γενιάς του 80. Όχι όμως μόνο γι' αυτό το λόγο. Οι Γάλλοι παρνασσικοί ποιητές στρέφονται προς το αρχαιοελληνικό παρελθόν και τα καλλιτεχνικά δημιουργήματά του. Ο Παλαμάς, κατ' εξοχήν ελληνολάτρης, έχει ένα επιπλέον λόγο να στραφεί προς την ποίηση του Leconte de Lisle και του Sully Prudhomme, του κατ ’ εξοχήν γάλλου ελληνολάτρη παρνασσικού.  Και δε διστάζει να ομολογήσει κατηγορηματικά την επιδραστική σχέση.[19].
Αντίστοιχα με τον Παλαμά επηρεάζονται και οι υπόλοιποι της γενιάς του 80. Θα αναφέρω ενδεικτικά μόνον τον Γρυπάρη ο οποίος στο δημιουργική του ποίηση, στο “Σκαραβαίοι και τερακότες”, είναι επηρεασμένος από τον σονεττογράφο Hérédia και χρησιμοποιεί τον αρχαίο μύθο (ας θυμηθούμε τις γνωστές “Εστιάδες”).
Ο Παρνασσισμός λοιπόν επέβαλε εκτός των άλλων (τη επιμελημένη μορφή, τη στροφή προς το εθνικό τοπίο, την ενσωµάτωση λαογραφικού υλικού, την έμπνευση από µεσαιωνικά κείμενα κλπ) και την ποιητική αναβίωση του μύθου.

Οι Έλληνες παρνασσικοί ποιητές της γενιάς του ’80 “ανακαλύπτουν” στους ευρωπαίους ομολόγους τους μια νέα χρήση του αρχαίου μύθου· τον ενσωματώνουν στην ποίησή τους, όχι ως υλικό διδακτικής εμπέδωσης όπως στην περίπτωση των Σούτσων ή ως υλικό απόδειξης του κοινού ήθους αρχαίων και νέων Ελλήνων- αλλά πρωταρχικά ως στοιχείο προσωπικής ποιητικής έκφρασης.  Ας θυμηθούμε τον Ασκραίο του Παλαμά, ένα ποίημα εμπνευσμένο από τον Ησίοδο ως ενδεικτικό του νέου τρόπου χρήσης του αρχαιοελληνικού μύθου. Ο Παλαμάς μέσω του μύθου ιστορεί τα “ίδια πάθη”, τις αντιθέσεις, τις αγωνίες και τις λαχτάρες του και ταυτόχρονα συνδέει το προσωπικό με το εθνικό· από το λυρισμό “του εγώ” στο λυρισμό “του εμείς” όπως είπε και ο ίδιος. Είναι η εποχή της μεγάλης Ιδέας και ο ελληνικός παρνασσισμός (παρότι φερμένος από την Ευρώπη – ή ίσως και γι' αυτό ακριβώς) διευκολύνει την αφύπνιση του εθνικού δυναμικού εξυπηρετώντας παράλληλα την υιοθέτηση μιας νέας ποιητικής έκφρασης.

Πρέπει να αναφέρουμε το νεαρό -τριαντάχρονο καθηγητή τότε - Βάρναλη, ο οποίος, κατά την πρώτη περίοδο της δημιουργίας του, την εποχή του παρνασσισμού με τα αρχαιόθεμα ποιήματα, στο σονέτο με τίτλο «Ορέστης» (1914), εκμεταλλεύεται τον μύθο του Ορέστη προχωρώντας ένα βήμα πέρα από τον Παλαμά. Μεταπλάθει τον Ορέστη των τραγικών σε ήρωα μιας άλλης εποχής και πραγματικότητας. Χρησιμοποιεί το μύθο διαχρονικά και υπερτοπικά και σε διαφορετικά ιστορικά περιβάλλοντα, όχι με στόχο την εθνική αφύπνιση αλλά ως μέσο που αναδεικνύει τα προβλήματα του οικουμενικού ανθρώπου. Σημειωτέον ο Βάρναλης δεν είχε προσχωρήσει ακόμα στον διαλεκτικό υλισμό και τον μαρξισμό (1919). Προκύπτει πάντως το συμπέρασμα ότι η παρνασσική χρήση του μύθου παρωθεί τους ποιητές και τους οδηγεί σταδιακά στην αναζήτηση μιας “συνεκτικής ιδεολογίας”

Καθώς μετά το 1922 πεθαίνει η μεγάλη Ιδέα, ο αρχαίος μύθος χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη παραγωγής μιας νέας ιδεολογικής πρότασης για την ανάταση του έθνους.
Ο Σικελιανός θεωρεί τον αρχαίο μύθο ως μια ζωντανή, πάντοτε παρούσα δύναμη, που αποκαλύπτει πανανθρώπινες αλήθειες. Οι μύθοι δεν είναι απλά σύμβολα (που "ντύνουν το ιδεατό σε μια αντιληπτή μορφή" ή “αναπαραστάσεις αρχέγονων και βαθύτερων ιδανικών”), αλλά υπάρξεις που δίνουν ζωή στο φυσικό κόσμο. Με τη χρήση των αρχαίων μύθων επιδιώκει την συγκρότηση μιας νέας “πίστης” (δε λέω “θρησκείας”) η οποία “θα εμπεριείχε τη λατρεία της φύσης και της ζωής, τις πρωτογονικές μητριαρχικές θρησκείες, το αρχαίο ελληνικό πνεύμα ….τη χριστιανική συμβολική…». Ο Ορφισμός και ο χριστιανισμός ταυτίζονται [20] και οι δύο αυτές κοσμοθεωρήσεις δημιουργούν τον «το διαιώνιο παλμό του ψυχικού μας και δημιουργικού Διονυσιασμού» [21]
Μάλιστα σε ομιλία του στο στρατό της Θράκης το 1931 ο Σικελιανός ήταν ξεκάθαρος τονίζοντας ότι ο στρατός της Ελλάδας διατηρεί από αιώνων σύνδεσμο προς το: «ορφικόν ιδεώδες, ιδεώδες παγκόσμιας ιστορικής αναδημιουργίας, και υπέρτατης πνευματικής λυτρώσεως όλων των τόπων και όλων των λαών» [22]

Σε αντίθεση με όλους τους προηγούμενους, ο Καβάφης (γεν 1863) –να σημειώσουμε ότι είναι περίπου συνομήλικος του Παλαμά (γενν.1859) - χρησιμοποιεί το ιστορικό και το μυθολογικό υλικό με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Τέκνο του ελληνικού κοσμοπολιτισμού της διασποράς δεν έχει ανάγκη να αποδείξει μέσω της χρήσης του αρχαίου μύθου ούτε τη σχέση των νεοελλήνων με την αρχαιότητα, ούτε το κοινό ήθος αρχαίων με των νεώτερων ελλήνων, ούτε τα ζητήματα της εθνικής συνέχειας. Ο Αλεξανδρινός μέσω των αρχαίων μύθων αλλά και των ιστορικών γεγονότων προσπαθεί να διαμορφώσει μία «προσωπική μυθολογία». Επιλέγει μύθους τους οποίους χειρίζεται με μια εξατομικευμένη ερμηνεία (κάποτε τους δημιουργεί και εκ του μηδενός), και σχηματοποιεί τα ερωτήματά του με τέτοιο τρόπο ώστε από τη μορφοποίηση να προκύπτει η απάντηση. Βλέπω το β μέσα από το α. Ας θυμηθούμε την «Ιθάκη», ή καλύτερα τα καθαρόαιμα μυθολογικά του «Απιστία» , «Διακοπή»,» Ενώπιον του αγάλματος του Ενδυμίωνος», « Η κηδεία του Σαρπηδόνος», « Η συνοδεία του Διονύσου», «Τα άλογα του Αχιλλέως», «Τα Βήματα», «Τρώες». Αντίστοιχα δομεί στα ποιήματά του και τα ιστορικά γεγονότα τα οποία μετουσιώνει σε μυθήματα. Έτσι επιτυγχάνει αυτό που ο Edmund Keeley αποκαλεί «οικουμενική προοπτική». [23]
Ήδη με τον Καβάφη βρισκόμαστε στο χώρο του μοντερνισμού.

Εντωμεταξύ από τα τέλη του 19ου αιώνα η μελέτη του μύθου εμπλουτίζεται με ισχυρά μεθοδολογικά εργαλεία και οπτικές οι οποίες είναι καθοριστικές για τη χρήση του μύθου στη δημιουργική λογοτεχνία. Δεν είναι μόνο η ψυχαναλυτικές σχολές από το Φρόυντ έως το Καρλ Γιουγκ και τους επίγονους, είναι οι προσεγγίσεις της φαινομενολογίας, η ανάπτυξη της αγγλοσαξωνικής Νέας Κριτικής, οι εξελίξεις στη συγκριτική φιλολογία, οι φιλολογικές προσεγγίσεις της ομάδας του Καίμπριτζ. Επομένως οι Έλληνες λογοτέχνες ιδίως από τη δεκαετία του 30 και μετά μετέχουν στον ευρύτερο προβληματισμό και επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από όσα συντελούνται.

Η γενιά του 30 θα αξιοποιήσει την τεχνική της «μυθικής μεθόδου»[24] του Thomas Eliot. Η Μυθική μέθοδος βασίζεται στη λεγόμενη «αντικειμενική συστοιχία» ανάμεσα στο μύθο (ή την ιστορία) και σε στοιχεία του παρόντος. Έτσι το παρόν και το παρελθόν γίνονται ένα, πράγμα που οδηγεί τη σκέψη να ανάγεται από το τοπικό και το παροντικό στο παγκόσμιο και το διαχρονικό. Ο Σεφέρης θα χρησιμοποιήσει μια εκδοχή της, το «κοίταγμα στον καθρέπτη του χρόνου» όπως το ονόμασε. Πράγμα που είναι φανερό, για παράδειγμα, στο ποίημα Ελένη, στο «Ο βασιλιάς της Ασίνης» και βέβαια στη συλλογή «Μυθιστόρημα».[25]
Η τεχνική της μυθικής μεθόδου στη γενιά του ’30 θα δώσει δύο διαφορετικές εκδοχές χρήσης του μύθου: η μία θα λειτουργήσει ως έκφραση νοσταλγικής επιστροφής στο μυθικό και η άλλη ως αντιστοίχιση με το παρόν (συχνά μάλιστα με τη μορφή μιας ειρωνικής αποστασιοποίησης από αυτό).[26] Η χρήση της «μυθικής μεθόδου» τα χρόνια του μεσοπολέμου έχει πολιτική διάσταση. Οι πρωτοπόροι αστοί της γενιάς του 30 (σαν το Σεφέρη, τον Εγγονόπουλο[27], τον Εμπειρίκο) επιλέγουν τον μοντερνισμό και ταυτόχρονα την επιδίωξη της ελληνικότητας η οποία κατά βάθος δεν είναι παρά η επιβεβαίωση της συνέχειας και η προσπάθεια συγκρότησης του νεοελληνικού συμβολικού κόσμου.
Άλλωστε η γενιά του 30 εισηγείται και προγραμματικά την εκ νέου επιστροφή της ελληνικότητας στο πεδίο των πολιτισμικών αξιών. Ο Γ. Θεοτοκάς εισηγείται . “Η καινούρια μεγάλη Ιδέα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ζωντανού, ιδιόρρυθμου και γόνιμου νεοελληνικού πνευματικού πυρήνα, που να συνεχίζει τη μεγάλη παράδοση της Ελλάδας, να ζει έντονα τη σύγχρονη ζωή, να βρίσκεται σε ταυτόχρονη ανταπόκριση με τη Δύση και την Ανατολή και να μπορεί ν’ αχτινοβολήσει μ’ έργα και ιδέες έξω από τα εθνικά σύνορα”[28]

Εκείνος που διαφοροποιείται είναι ο Ρίτσος. Τα αρχαιόθεμα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου αποτελούν, όπως είπε ο Γιάννης Δάλλας, «δείγματα ιδιόμορφα του πολυσυλλεκτικού πρισματικού μοντερνισμού» τα οποία ανατρέπουν σε ένα βαθμό τη σεφερική «μυθική μέθοδο». Ο Ρίτσος χρησιμοποιεί τον αρχαίο μύθο (π.χ. στα ποιήματα της «Τέταρτης διάστασης») ελεύθερα, δίχως την έγνοια να τηρηθούν κατά γράμμα οι «αντικειμενικές συστοιχίες» του Eliot.[29] Η σύνδεση του Ρίτσου με την αρχαιότητα μάλλον «σχετίζεται με την ιστορική αίσθηση και τον στοχασμό πάνω στην ιστορία»[30] παρά με την έγνοια να τηρήσει μια τεχνική αντιστοίχισης. Χρησιμοποιεί τον αρχαίο μύθο (ή καλύτερα υιοθετεί μια μυθολογική ή ιστορική persona) για να βρει μια δύναμη αντίστασης ή για να αναδιπλωθεί (π.χ. στις σκηνές από την Οδύσσεια στο «Εμβατήριο του Ωκεανού» 1939-1940), ή για να καταγγείλει τον αντίπαλο, να εκφράσει την κριτική στους δικούς του (π.χ. στις Επαναλήψεις, ποιήματα της δικτατορίας). Επομένως ο Ρίτσος αποκλίνει από τη «μυθική μέθοδο» και χρησιμοποιεί το μύθο ως υπόβαθρο μιας «ιστορικής αίσθησης» κάποιες φορές αντιπαραθέτοντας στο μυθολογικό περιβάλλον τον διαλεκτικό υλισμό. Πρόκειται για την υιοθέτηση μιας επιτυχημένης πλην πολιτικά “ασφαλούς” θέσης γιατί η αριστερή διανόηση ταλαντεύεται ανάμεσα στη διεθνιστική λογική και στη λαϊκοπατριωτική αισθητική.[31]

Μετά το πόλεμο οι δύο πρώτες μεταπολεμικές γενιές, διαφοροποιημένες από τον λυρισμό των παλαιότερων, διαμορφώνουν ένα διαφορετικό λογοτεχνικό "παράδειγμα". Ορισμένοι χρησιμοποιούν μεν το μύθο κατά την δοκιμασμένη τεχνική της “μυθικής μεθόδου” (όπως ο Σινόπουλος) αλλά τώρα συγκροτούν συμβολικά πεδία τα οποία συναρτώνται με στόχους υπαρξιακούς (ορθότερα: θέτουν την αγωνία της ύπαρξης μέσα στην μέγγενη της ιστορίας).
Άλλοι, κυρίως οι προερχόμενοι από την αριστερά, υπονομεύουν τη «μυθική μέθοδο» συνεχίζοντας το δρόμο του Ρίτσου. Έτσι η χρήση του μύθου σχετίζεται με στόχους πολιτικούς και κοινωνικούς (κι αφορά την πολιτική ένταξη, την πολιτική ηθική, το προσωπικό πολιτικό αδιέξοδο σε σχέση με την κομματική και κοινωνική διαχείριση της ήττας που συνεχίζεται και στις ψυχροπολεμικές δεκαετίες έως και το 74).

Για την πρώτη ομάδα χαρακτηριστικότερη είναι ίσως η περίπτωση του Τάκη Σινόπουλου. Ακολουθώντας το Σεφέρη χρησιμοποιεί παραδειγματικά τη «μυθική μέθοδο», ενσωματώνει στην ποίησή του το μύθο του Οδυσσέα,[32] της ωραίας Ελένη[33], του  Ελπήνορα[34], και μέσω αυτών μυθοποιεί τη σύγχρονη εμπειρία με στόχο να ξορκίσει τον εφιάλτη του εμφυλίου.[35] Έτσι η ποίησή του αποτυπώνει την υπαρξιακή αγωνία σε εφιαλτικές εποχές.

Για τη δεύτερη ομάδα ενδεικτική περίπτωση αποτελεί ο Γιάννης Νεγρεπόντης, ένας Λαρισαίος ποιητής ενταγμένος στην αριστερά, ο οποίος στην αρχαιόθεμη ποίησή του και συγκεκριμένα στους τρεις ποιητικούς μονολόγους του ( «Συνάντηση», «Περσεφόνη», «Ορέστης πυρπολούμενος») τοποθετείται κριτικά απέναντι στον αρχαίο κόσμο. Δεν χρησιμοποιεί τα πρόσωπα του μύθου (τον Τειρεσία, την Περσεφόνη και τον Ορέστη) ως σύμβολα και ούτε τα μεταφέρει στο παρόν. Για να εξερευνήσει τις διαχρονικές αγωνίες της ανθρώπινης ύπαρξης (τις σχέσεις, τον έρωτα, την δημιουργία) χρησιμοποιεί αυτά τα πρόσωπα αυτά ως αρχέτυπα και επικοινωνεί με τον αναγνώστη με βάση «συμφωνημένα υπονοούμενα»[36]. Πρόκειται για ουσιαστική ανατροπή.

Ακολουθώντας την ίδια τακτική, στα 1998, ο Νάνος Βαλαωρίτης στην συλλογή “Αλληγορική Κασσάνδρα”,[37] η οποία συντίθεται από τα ποιήματα «Αλληγορική Κασσάνδρα», «Ωδή στην Οδύνη» και «Περιπλάνηση» χρησιμοποιεί το μυθικό προφητικό πρόσωπο της Κασσάνδρας ως δική του ποιητική persona[38], για να μιλήσει για τα τωρινά προβλήματα του κόσμου ανοίγοντας μια οικολογική συνιστώσα στη χρήση του αρχαίου μύθου[39]

Η τρίτη μεταπολεμική γενιά, η δική μου γενιά, από τη δεκαετία του ’70 και μετά, γνωρίζει τη δομική ανάλυση, τη σημειωτική, τις θεωρίες της πρόσληψης, την ανθρωπολογία και τα πορίσματα του Ζαν-Πιέρ Βερνάν και των συνεργατών του της «Σχολής του Παρισιού». Η γνώση αυτή σε πολλές περιπτώσεις δίνει τη δυνατότητα για διαφοροποιημένη χρήση του μύθου σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές. Οικειοποιείται μεμονωμένα στοιχεία του μύθου, τα μυθολογικά σύμβολα και όχι το συνολικό μύθο, και εν συνεχεία τα αποδεσμεύει από την τρέχουσα σημασία τους επιδιώκοντας να προσδώσει μια νέα σημασία[40]. Έτσι ο Δούρειος Ίππος αρνείται να δώσει συνέντευξη στους δη­μοσιογράφους (Τζ. Μαστοράκη), ο πολύτροπος Οδυσσέας προσφέρει ένα «δούρειο τζουκ-μποξ» (Πούλιος), η Αριάδνη «κοιμάται / πλάι στο τηλέφωνο και περιμένει» ( Γ. Κοντός), εμείς παίζουμε “ τάβλι με τον Προμηθέα» (Α. Φραντζή) και βλέπουμε να φεύγουν για την Αλεξάνδρεια ο Αντίνοος μαζί με τον Καραϊσκάκη, τη Σωτηρία Μπέλλου, τη Μαίρυλιν Μονρόε κ.ά. (Γ. Χρονάς). Με τη χρήση της «απομυθοποιητικής οικείωσης» ήδη βρισκόμαστε πολύ μακρυά από το Σεφέρη.

Κι όμως η διαδικασία χρήσης του μύθου δεν τελειώνει... Περιμένουμε να δούμε πως θα χειριστούν τον αρχαίο μύθο τα παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν και μεγαλώνουν στην Ελλάδα. Περιμένουμε τους τρόπους που θα χειριστούν οι νεώτερες, οι υπό μετανάστευση γενιές τον αρχαίο μύθο στην Ελλάδα της κρίσης.
Γιατί όπως έγραψε ο Γ. Ρίτσος στα «Μονόχορδα»:
            «Καλό προσωπείο, σε δύσκολους καιρούς, ο μύθος.

 Λάρισα 31 Μαρτίου 2012                                                                                     ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ




[1].συνέντευξη Νικ. Γαβρ. Πεντζίκη, “Προσεύχομαι στα πράγματα για να με δώκουν ζωή”. περιοδ. Τέταρτο, τευχ. 1, Απρίλ. 1985
[2] Για τα ζητήµατα που προκύπτουν κατά τη διαδικασία διακειµενικής ένταξης και αφομοίωσης των παλαιότερων κειµένων στο νέο κειµενικό περιβάλλον τους δες. L. Jenny, The Strategy of Form. Στο Tzvetan Todorov, French Literary Theory Today: A Reader (σσ. 34-63). Cambridge and Paris: CambridgeUniversity Press. (1982).
[3]Για τις σχέσεις µυθικής αφήγησης και λογοτεχνικής αναπαράστασης δες Ζ.Ι. Σιαφλέκης, Η εύθραυστη αλήθεια. Εισαγωγή στη θεωρία του λογοτεχνικού µύθου, [«Το µυστικό και το παράδειγµα, 8»]. Αθήνα Gutenberg 1994.
[4]Δες: Γιώργος Πεφάνης, «Αναζητώντας τον μίτο προς τον αρχαίο ελληνικό μύθο», Ελληνική αρχαιότητα και νεοελληνική λογοτεχνία (πρακτικά), Κέρκυρα, 2009.
[5].Δες στο David Watkin, «Ιστορία της Δυτικής Αρχιτεκτονικής», Αθήνα 2005, ΜΙΕΤ, σ. 368 σχετικά με τη νοοτροπία και την εξιδανικευτική οπτική του Γερμανού θεωρητικού Γιόχαν Ιωακείμ Βίνκελμαν (1717-1768) ο οποίος γράφει το 1764 την Ιστορία της αρχαίας Τέχνης παρουσιάζοντας μία σαγηνευτική εικόνα για τον ελληνικό πολιτισμό και την αρχαιοελληνική τέχνη.
[6].Ο ευρωπαϊκός Ρομαντισμός με κυριότερους εκπροσώπους τους Vico, Herder και Goethe δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη χρήση του μύθου στη λογοτεχνία. Ο Vico θεωρεί το Μύθο αρχέγονη σοφία και ως μεσάζοντα ανάμεσα στον άνθρωπο και το θείο. Ο Herder θεωρεί ότι όσο πιο κοντά στη Φύση είναι ο άνθρωπος τόσο πιο ζωντανοί και οι μύθοι του. Ο Goethe ταυτίζει το Μύθο με την Ποίηση και την Τέχνη με τη Φύση.
[7]. Δες στο Ιόλη Βιγκοπούλου - Το περιηγητικό ρεύμα το 19ο αιώνα, περιοδικό Σύγκριση τχ 15 (2004) σσ. 175-185
[8]. Το 1853 ο πληθωρικός Παναγιώτης Σούτσος, γράφοντας για την “μεταλαμπάδευση” της ευρωπαϊκού πνεύματος και σχολιάζοντας τις γλωσσικές απόψεις του Κοραή υπερθεματίζει οδηγώντας από την αρχαιολατρία στην προγονοπληξία : «...καταρρίπτοµεν σήµερον το φραγκικόν τούτο και πτωχόν οικοδόµηµα και ανεγείροµεν από του µνήµατος την ελληνική γλώσσαν των προγόνων». Στο νεαρό ελληνικό κράτος το αρχαίο πρότυπο επιβάλλεται πάνω στο πιεστικό παρόν.
[9]. Οι Φαναριώτες Aλέξανδρος Σούτσος (1803-1863), ο αδελφός του Παναγιώτης (1806-1868) και ο Aλέξανδρος Pίζος Pαγκαβής (1809-1892) οι σημαντικότεροι από τους λόγιους Φαναριώτες, πολιτικά επιδιώκουν τον “εκσυγχρονισμό” και συντάσσονται με τη λεγόμενη συνταγματική αντιπολίτευση τόσο στην περίοδο του Kαποδίστρια όσο και επί Όθωνα.
[10] «…η ελληνικότητα ως δόγμα, δηλαδή με τη μορφή του εθνοκεντρισμού, και ως αξιολογικό κριτήριο της ελληνικής λογοτεχνικής δημιουργίας δεν εμφανίζεται τη δεκαετία του 1930 αλλά τον 19ο αιώνα…» Νάσος Βαγενάς, “Ο μύθος του ελληνοκεντρισμού” στο Ν.Βαγενάς (επιμ.) Μοντερνισμός και Ελληνικότητα, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 1997, σσ. 14-29. Επίσης μια ευρύτερη προβληματική γύρω από τον ελληνοκεντρισμό στην πολιτική και πολιτισμική του εκδοχή αναπτύσσεται στο Κώστας Αξελός, Η Μοίρα της Σύγχρονης Ελλάδας. Αθήνα: Νεφέλη 2010.
[11]. Στη μελέτη «Ο καθ’ Όμηρον οικιακός βίος» (1864) ο Κλέων Ραγκαβής προβάλλει τα κοινά ήθη και προτείνει τον ομηρικό οίκο ως αξιακό πρότυπο για τη διαχείριση του αθηναϊκού οίκου του 19ου αιώνα.
[12]. Τυρρηνοί πειρατές προσπάθησαν να αιχμαλωτίσουν το θεό που είχε τη μορφή ενός ωραίου νέου. Τότε ένα κλίμα άρχισε να τυλίγεται στο κατάρτι και να απλώνεται σε όλο το πλοίο. Κόκκινο κρασί έτρεχε και ζάλιζε με τη μυρουδιά τους ναύτες. Ο θεός μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι και οι ναύτες έντρομοι έπεσαν στη θάλασσα. Ο Διόνυσος μεταμόρφωσε τους ναύτες σε δελφίνια.
[13].Ο ίδιος ο Ραγκαβής χαρακτηρίζει το ποίημά του «διήγημα».
[14]. Τὰς σοφὰς ἐκείνων γνώμας σήμερον ἀκολουθοῦμεν,
 καὶ κρατοῦντες πτηνὸν χήνας ἐλαφρὸν φιλοσοφοῦμεν·
 ἀστειότητα καὶ χάριν ποίησιν καὶ ποικιλίαν
 εἰς τῶν Αἰσωπείων μύθων φέρομεν τὴν συντομίαν·
 ἡ τῶν Σούτσων λοιπὸν Μοῦσα μέγα καὶ καινόν τι πράττει!
 μιμουμένη αὕτη οὕτω, δὲν μιμεῖται ἀλλὰ πλάττει.
[15] .Στη δεκαετία του 1860 ο πατριωτισμός συνοδεύεται από έναν έντονα αντιπολιτευτικό λόγο. Η έξωση του Όθωνα είναι μία έκφρασή του. Στην πολιτική του κριτική διαπιστώνεται, επίσης, προσέγγιση του κοινωνικού ριζοσπαστισμού και ειδικά των Επτανησίων, που συνδέουν το ριζοσπαστισμό με την εθνική αποκατάσταση.
[16]. Δες στο Γεωργία Λαδογιάννη, “Ο εραστής, ο καλλιτέχνης και το έργο του. Ο μύθος του Πυγμαλίωνα στη Γαλάτεια του Σπ. Βασιλειάδη”.
[17]. O Βασιλειάδης έγραψε και έξι άλλα δράματα με υποθέσεις από τη μυθολογία και την ιστορία: «Σκύλα», «Χίμαιρα», «Υψηλάντης», «Σεμέλη», «Αμάλθεια».
[18]. Χρησιμοποιώντας τους αρχαίους μύθους επικολυρικά ποιήματα με τίτλο «Ορφεύς» και «Πυγμαλίων» έγραψε και ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1869), γιος του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου. Επίσης το μύθο του Πυγμαλίωνα χρησιμοποίησε σε ποίημά του και ο Ιωάννης Καρασούτσας.
[19] Δες Αιμίλιος Χουρµούζιος, «Ο Παλαµάς και η εποχή του», τ. Α΄, σς. 386-387.
[20] «Ω Πάσχα, / πανσεβάσμιο Πάσχα! / Ω Ιακχε! / Απόλλωνα! / Ιησού!» αναφωνεί στο ποίημά του «Διόνυσος-Ιησούς». «Ω Λόγε-Διόνυσε! (...) Τεράστιε Βάκχε! (..) Ω Λόγε-Ελλάδα» στο ποίημα «Απόλλων Διονυσόδοτος». «Γλυκό μου βρέφος, Διόνυσέ μου και Χριστέ μου» προσεύχεται στο «Διόνυσος επί λίκνω».
[21] Ρίτσα Φράγκου Κικίλια, Ο Άγγελος Σικελιανός και η προαιώνια ορφική φωνή, περ. Σύγκριση, 2000. τχ 11, σ. 101
[22] Άγγελου Σικελιανού, Πεζός Λόγος, Β΄, εκδ. Ίκαρος, σ.308. Ο Σικελιανός στο άρθρο του στη Νέα Εστία το Μάιο του 1941 με τίτλο “Το σημερινό ελληνοκεντρικό πνευματικό μας αίτημα” προσδιορίζει το ρόλο της ελληνικότητας κατά τη νέα εποχή. Πρόκειται για μια μεσσιανική φαντασίωση της νεοελληνικής ιδεολογίας ότι ο ελληνισμός έχει από τη μοίρα του μια πανανθρώπινη αποστολή.
[23] Ο Σεφέρης. στην περίφημη διάλεξή του «Κ.Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ· παράλληλοι» (1946), επι­σημαίνει ότι ο Καβάφης χρησιμοποιεί τον αρχαίο μύθο με την τεχνική της «μυθικής μεθόδου» του Thomas Eliot · θα πρέπει, όμως, να δεχθούμε ότι πρόκειται περισσότερο για σύμπτωση: ο Καβάφης χρησιμοποιεί ίσως την «αντικειμενική συστοιχία» όχι όμως συνειδητά.
[24] Ο Thomas Eliot εισηγήθηκε τον όρο «µυθική µέθοδος» στη βιβλιοκριτική του για τον Οδυσσέα του Τζόυς και όρισε τη «μυθική μέθοδο» ως «ένα τρόπο για να ελέγξει κανείς, για να βάλει σε μια τάξη, για να δώσει μια μορφή στο απέραντο πανόραμα της ματαιότητας και αναρχίας που είναι η σύγχρονη ιστορία».
[25] Για τη µεθοδολογική χρήση του όρου στην νεότερη ελληνική ποίηση δες Έντµουντ Κήλυ, Μύθος και φωνή στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, µτφ. Σ. Τσακνιάς. Αθήνα 1987, εκδ Στιγµή, σσ. 113-146.
[26] Εύη Βογιατζάκη, «Αισθητική συνείδηση και μύθος στη νεοελληνική ποίηση του 20ου αιώνα: Από τον Α. Σικελιανό ως τον Τάκη Σινόπουλο»
[27] Δες Ε.Νικολουδάκη-Σουρή, Η πρόσληψη του οδυσσειακού νόστου στην υπερρεαλιστική ποίηση της γενιάς του ’30. Η περίπτωση του Νίκου Εγγονόπουλου. περ.Θαλλώ, τχ11, 2000, σσ 93-106. .
[28] Γιώργος Θεοτοκάς, «Τι είναι ο σύγχρονος ελληνισμός», Νέα Εστία, τ.485, 15-9-1947,σ.1109
[29]Mario Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Οδυσσέας, 2003
[30] Χρύσα Προκοπάκη, Η πορεία προς τη Γκραγκάντα ή οι περιπέτειες του οράματος, Κέδρος, 1981
[31] Δες στο: Δημήτρης Τζιόβας, “Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο μεσοπόλεμο”, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1989
[32] Για τη χρήση του μύθου του Οδυσσέα δες: Αγγ. Καστρινάκη, Μορφές του Οδυσσέα στον 20ό αιώνα. Στον τόμο «Η λογοτεχνία, µια σκανταλιά, µια διαφυγή ελευθερίας» (αφηγήσεις και δοκίµια) (σσ. 214-241). εκδ. Πόλις, Αθήνα 2003
[33] Για τη χρήση του μύθου της Ελένης δες: Βαρελάς Λάμπρος, «Ο μύθος της ωραίας Ελένης στη νεοελληνική ποίηση: Από τον Παλαμά ώς τον Ρίτσο», στον τόμο: Μνήμη Γ. Π. Σαββίδη. Θέματα νεοελληνικής φιλολογίας: Γραμματολογικά, εκδοτικά, κριτικά, Πρακτικά της Η΄ Επιστημονικής Συνάντησης 11-14 Μαρτίου 1997,εκδ. Ερμής, Αθήνα, 2001, σελ. 333-343 Και στο: Jean Louis Backes, Ο μύθος της Ελένης, μτφρ. Μαίρη Γιόση, ΜΙΕΤ 2011.
[34] Για τη χρήση του μύθου του Ελπήνορα δες : Γιώργος Σαββίδης Μεταμορφώσεις του Ελπήνορα Από τον Πάουντ στον Σινόπουλο εκδ. Νεφέλη, 1990 - Νάσος Βαγενάς, Ο Ελπήνωρ μεταμοντέρνος, Βήμα 11-5-1997
[35] Ηλίας Γιούρης, Μια πρόταση για τη διδασκαλία του λογοτεχνικού µ ύθου : « Ο Οδυσσέας στο ποτά µι» του Τάκη Σινόπουλου
[36] Αστέριος Υψηλός, « Τ ’ αρχινισμένο σύνθημα …», Θεσσαλονίκη 2008
[37] Νάνος Βαλαωρίτης, “Αλληγορική Κασσάνδρα”, Καστανιώτης, Αθήνα 1998.
[38] Μέσα από υπερρεαλιστικές εικόνες ο ποιητής/Κασσάνδρα προφητεύει την καταστροφή του κόσμου: «Εκτάσεις απέραντες καμένες, νεκρές, ακατοίκητες / Παντού ερημιά, φαρμακωμένα ποτάμια κυλούσαν /ο κουρασμένος πλανήτης γλιστράει μες στο διάστημα /Αργότερα ένας πόλεμος θα ξεσπάσει εξοντωτικός / Τέρατα μεταλλικά καλημερίζονται μ’ εκρήξεις / Πονάνε, η φωτιά απλώνεται παντού». Αλληγορική Κασσάνδρα, ό.π. 24-25.
[39] Δήμητρα Γιωτοπούλου, Η πολυδιάστατη Κασσάνδρα του Νάνου Βαλαωρίτη (αχρον)
[40] Παπαγεωργάκης Δ., «Η γενιά του ’70 και ο αρχαίος ελληνικός λογοτεχνικός μύθος», περ. Φιλολογική, τεύχ.74, Ιαν.-Φεβρ.-Μάρτ. 2001.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Αλέκος Δ. Ζούκας : «Στην Χίο με τον Anatol de Meibohm»

- Στο βάθος της ύλης φυτρώνει μια σκοτεινή βλάστηση 
                                          ή 
το ιδιαίτερο μυρμήγκιασμα που προκαλεί η ιστορία - 

Ο τίτλος στο βιβλίο του Αλέκου Ζούκα είναι κατασκευασμένος από δύο εμπρόθετους προσδιορισμούς : «στη Χίο» και «με τον Anatol de Meibohm». Έτσι ευδιάκριτα δηλώνεται η εις τόπον κατεύθυνση («στη Χίο») αλλά και η συνοδεία («με τον Anatol de Meibohm»).
Προτού πω οτιδήποτε για το βιβλίο θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ στο λογοτεχνικό είδος με το οποίο καταπιάστηκε ο Ζούκας γιατί η επισήμανση ορισμένων στοιχείων (ονομάστε τα «γραμματολογικά») διευκολύνει την ανάγνωση και κατανόηση του κειμένου.
«Στη Χίο» λοιπόν ∙ και στο χώρο της ταξιδιωτικής γραφής.

Μπορεί να θεωρούμε ότι το χρέος του ταξιδιώτη είναι η εξιστόρηση, αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι άνθρωποι έδιναν στο ταξίδι εντελώς διαφορετικό νόημα από εποχή σε εποχή. Ανάμεσα στον περιηγητή και τον τουρίστα υπάρχει πελώρια διαφορά! Κι επομένως οι γραφές τους (ημερολογιακές καταγραφές, ταξιδιωτικές επιστολές, οδοιπορικά, ηθογραφικές πραγματείες, γεωγραφικές παρατηρήσεις, απολογισμοί, περιπέτειες) παρουσιάζουν και ποικιλία και έχουν διαφορετική στόχευση. Άλλωστε ο ταξιδευτής –κι ας πάρουμε την περίπτωση του περιηγητή- εμφανίζεται ως σύνθετος ρόλος : έμπορος, πολεμιστής, αγγελιαφόρος, φιλόσοφος, συγγραφέας ή επιστήμων με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την γραφή…

Ας δούμε λοιπόν σύντομα (και σχηματικά) την εξέλιξη της ταξιδιωτικής διάθεσης και γραφής (1).

Τον 17ο και 18ο αιώνα ο περιηγητισμός, εμπνεόμενος από το νεοκλασικισμό, είχε πάντα πρακτικούς σκοπούς (πλουτισμός, εμπόριο, συλλογή καίριων πληροφοριών προς πολιτική ή οικονομική εκμετάλλευση, περιηγητική αρχαιολογία.). Ακόμη και τα ταξίδια των άγγλων αριστοκρατών την εποχή της Ελισάβετ της Α΄ αποτελούσαν μια ιδιότυπη εκλεπτυσμένη εκπαίδευση για τους φερέλπιδες νεαρούς που στόχευαν σε μια θέση στην βασιλική αυλή. Ειδικά το επονομαζόμενο «Grand Tour», την περίοδο της μεγάλης του άνθησης (1600-1750), αποσκοπούσε στη μελέτη του κλασικού πολιτισμού και τη γνωριμία των νεαρών με την ταξιδεύουσα «καλή κοινωνία».

Αυτό που άλλαξε την ταξιδιωτική συμπεριφορά των ανθρώπων κι έδωσε στο ταξίδι ένα νόημα πέρα από τις προηγούμενες πρακτικές αναγκαιότητες ήταν ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα. Το κίνημα εκείνο μετέβαλε πρώτα την ταξική προέλευση των ταξιδιωτών ∙ οι ρομαντικοί περιηγητές δεν είναι πλέον μόνο οι γόνοι των αριστοκρατών αλλά και παιδιά πλούσιων αστών ή και διανοούμενοι αναζητητές της περιπέτειας συχνά με τυχοδιωκτική νοοτροπία. 

Οι ρομαντικοί, ιδίως εκείνοι ανάμεσα στο 1820 και το 1850, αλλάζουν το νόημα του ταξιδιού. Κατ’ αρχάς το αντιμετωπίζουν ως μια συμπεριφορά άρνησης των κοινωνικών συμβάσεων. Το ταξίδι γίνεται μέσο προσωπικής απελευθέρωσης γιατί προσφέρει μια βαθύτερη εμπειρία της πραγματικότητας∙ είναι φυγή προς το «αρχέγονο», είναι ανακάλυψη του «αυθεντικού», της «ανέγγιχτης φύσης» και της «ανέγγιχτης ιστορίας». Με λίγα λόγια οι ρομαντικοί του 19ου αιώνα μετατρέπουν το ταξίδι σε αυτοσκοπό.


Όσο προχωρεί ο 19ος αιώνας, όσο πληθαίνουν τα καταπιεστικά εργοστάσια του ανερχόμενου ραγδαία καπιταλισμού, αυτά που περιέγραψε ο Ντίκενς, όσο πληθαίνουν τα μίζερα γραφεία μέσα στα οποία ζένονται οι γραφιάδες σαν το Μπάρτελμπυ το γραφιά του Χέρμαν Μέλβιλλ, όσο πολλαπλασιάζονται τα πληκτικά καφκικά δημόσια καταστήματα, τόσο περισσότερο οι άνθρωποι αναζητούν την «αληθινή» ζωή στο ταξίδι. Και αντίστοιχα η ταξιδιωτική γραφή προβάλει ως το υποκατάστατο της επιθυμίας για απόδραση από το πιεστικό παρόν.
Τότε ακριβώς ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός θα δημιουργήσει την ταξιδιωτική λογοτεχνία όπως την γνωρίζουμε σήμερα.
◘◘◘

Στην Ελλάδα η ταξιδιωτική λογοτεχνία εμφανίζεται από τα μέσα του 19ου αιώνα, με κύριους εκπρόσωπους τον Ιάκωβο Ραγκαβή («Ελληνικά», 1854), τον Δημήτριο Βικέλα (Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν, 1885 ), τον Ανδρέα Καρκαβίτσα (τα ταξιδιωτικά του Καρκαβίτσα για την άγνωστη Θεσσαλία και ειδικά για τη Λάρισα της δεκαετίας του 1880 είναι μοναδικής αξίας για τη ζωή και τη μορφή της πόλης )...

Το 1927 ο Νίκος Καζαντζάκης αρχίζει να δημοσιεύει τη σειρά «Ταξιδεύοντας» η οποία αποτέλεσε το πρότυπο για πολλούς ( Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Κώστας Ουράνης, Πέτρος Χάρης, Ηλίας Βενέζης, Γιώργος Θεοτοκάς, Στρατής Μυριβήλης, Φώτης Κόντογλου, Γιώργος Βαφόπουλος – οι δύο τελευταίοι με εμμονή στην αθωνική εμπειρία). Η ταξιδιωτική λογοτεχνία μ’ αυτούς γνώρισε μέρες ακμής.

Όμως από τη δεκαετία του 70 και μετά η ταξιδιωτική λογοτεχνία αρχίζει να υποχωρεί. Λίγο πριν βγει ο αιώνας αρχίζει πάλι και παίρνει τα πάνω της.

Το 1998 ο πεζογράφος Δημήτρης Νόλλας με τα «Μικρά ταξείδια» (Καστανιώτης) και το 1999 ο ποιητής Γιώργος Βέης με το «Ασία, Ασία» (Κέδρος), το 2005 ο Αναστάσης Βιστωνίτης με το «Πεκίνο, το ρόδο και ο λωτός» ανοίγουν το δρόμο. Το 2004 εκδίδεται από το Μεταίχμιο ο πρώτος τόμος από το σημαδιακό έργο του Πάτρικ Λη Φέρμορ, του μεγαλύτερου συγγραφέα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας του καιρού μας «Η εποχή της δωρεάς», για να ακολουθήσει δύο χρόνια αργότερα και ο δεύτερος τόμος «Ανάμεσα στα δάση και στα νερά». Παράλληλα αυξάνονται κείμενα γραμμένα από μη επαγγελματίες τα οποία κυρίως με τη μορφή του ταξιδιωτικού ρεπορτάζ δίνουν συχνά συναρπαστικά κείμενα.

Η ταξιδιωτική λογοτεχνία πλέον διανύει περίοδο μιας νέας άνθησης.

Όμως ανάμεσα στους παλιότερους και τους σύγχρονους συγγραφείς ταξιδιωτικών κειμένων υπάρχει μια σημαντική διαφορά: εάν οι ρομαντικοί αναζητούσαν την «αληθινή» ζωή μέσω του ταξιδιού, οι σύγχρονοι αντιμετωπίζουν πλέον το ταξίδι με διαφορετική λογική: το ταξίδι είναι πλέον ένας δύσκολος και πολλές φορές οδυνηρός δρόμος προς την αυτογνωσία. Και αυτή η μετατόπιση συνεπάγεται και την ανατροπή στη δομή και το ύφος των ταξιδιωτικών κειμένων.

Τα σύγχρονα ταξιδιωτικά κείμενα δεν εξαντλούνται στις περιγραφές των τόπων. Είναι κείμενα που συντίθενται από ετερόκλητα ειδολογικά στοιχεία: περιέχουν στοιχεία δοκιμίου, αυτοβιογραφίας, διηγήσεις, ιστορικές επισημάνσεις, απόλογους, πραγματείες, ενδοσκοπήσεις, ακόμα και στοιχεία από ρεπορτάζ και ενσωματώνουν ακόμα και μορφές τρέχουσας δημοσιογραφίας.
Είναι κείμενα «υβριδικά» τα οποία όμως έχουν επηρεάσει καθοριστικά τον τρόπο που γράφεται η σύγχρονη λογοτεχνία και ιδίως το σύγχρονο μυθιστόρημα. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα ένα τέτοιο σημαδιακό «ταξιδιωτικό» βιβλίο, το «Υδατογράφημα» του Γιόζεφ Μπρόντσκι, ένα εκτενές λυρικό και δοκιμιακό αφήγημα για τη Βενετία (Καστανιώτης, 1997) που περικλείει όλα τούτα τα στοιχεία (και δεν είναι το μόνο)…

Εκείνο που μετά βεβαιότητας μπορούμε να πούμε είναι ότι η σημερινή ταξιδιωτική λογοτεχνία αποποιείται το «τουριστικό βλέμμα». Δεν έχει σχέση με την αναγόρευση της όρασης σε προνομιούχο αίσθηση, κι επομένως δεν μετατρέπει τους τόπους σε τοπία, τις τοποθεσίες σε αξιοθέατα, τα μνημεία σε αντικείμενα προς κατανάλωση (2) Αντίθετα εστιάζει στα μεγάλα θέματα της επιστροφής στις ρίζες, της συνύπαρξης με τους άλλους, της αφοσίωσης και της συντροφικότητας, της κοινής μοίρας και πορείας, των πειρασμών που συναντά κανείς στην πορεία προς την πραγματοποίηση των στόχων, της διαχρονικότητας και της σύνδεσης του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον, της απώλειας και της λήθης… “Ο συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας αναζητεί εκείνο που υπάρχει πέρα απ' αυτά”. (3)

Ή να το πω διαφορετικά: Η σημερινή ταξιδιωτική λογοτεχνία γράφεται όταν ο ταξιδιώτης συγγραφέας γυρνώντας από το ταξίδι του μεταφέρει στο κείμενό του το «υλικό» ενός μυθιστορήματος, αλλά ποτέ το τελειωμένο του «μυθιστόρημα» αυτό που θα ήθελε ίσως κάποιος συγγραφέας να γράψει. Με αυτή την έννοια το ταξιδιωτικό είδος είναι ένα είδος σε εκκρεμότητα: περιέχει ετερόκλητα υλικά –όσα χτίζουν κι ένα μυθιστόρημα- αλλά δεν είναι ακόμα μυθιστόρημα είναι μια μυθιστορηματική παρένδυση.
Τελικά ο συγγραφέας μετατρέπει την ποικιλία των στοιχείων που μάζεψε στο ταξίδι σε στοιχεία της προσωπικής του μυθολογίας∙ αναπλάθει λιγότερο ή περισσότερο φαντασιακά έναν τόπο και μια εποχή γιαυτό και εμπεριέχει το δοκίμιο, τον εσωτερικό μονόλογο, την βιογραφία και την αυτοβιογραφία∙ συντελείται δηλαδή μια υψηλού βαθμού οικειοποίηση της εξωτερικής εμπειρίας η οποία καθίσταται καταγωγικό βίωμα. Κι έτσι ο συγγραφέας-ταξιδευτής μεταβάλλεται σε ήρωα του εαυτού του. Ο Αλντους Χάξλεϊ είχε πει ότι « Για να γνωρίζει κάποιος, πρέπει να είναι ταυτοχρόνως θεατής και ηθοποιός».Πρόκειται για μεταμφίεση που διαμορφώνει τη σύμβαση ανάμεσα στο ταξιδιωτικό κείμενο και τον αναγνώστη. Γι’ αυτό άλλωστε ειπώθηκε ότι ο σημαντικότερος ήρωας του Μαλρό είναι ο ίδιος ο Μαλρό. Κατ’ αντιστοιχία ο σημαντικότερος ήρωας του Ζούκα είναι ο Ζούκας κι όχι ο “συνοδός” του ο Ανατόλ ντε Μεϊμπόμ.

◘◘◘

Εξαρχής τίθεται πιεστικό το ερώτημα - παραφράζοντας τον Εγγονόπουλο -
«τι ζητούσες στη Χίο
συ
ένας από το Μεσενικόλα;»
και μάλιστα με ένα γαλλικό βιβλίο στη μασχάλη το οποίο, επιπροσθέτως, δεν ξέρεις να διαβάσεις αφού αγνοείς την γαλλική; (4)

Ο πολωνός κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman διακρίνει όλους γενικά τους ανθρώπους της μετανεωτερικής εποχής (κι όχι μόνο τους ταξιδιώτες) σε τουρίστες και σε πλάνητες: «οι τουρίστες και οι πλάνητες είναι μεταφορές της σύγχρονης ζωής», γιατί «μπορεί να είναι κανείς τουρίστας ή πλάνητας χωρίς καν να ταξιδεύει σωματικά». Οι τουρίστες είναι οι άνθρωποι που ταξιδεύουν με δική τους επιλογή και μπορούν να γυρίσουν ανά πάσα στιγμή στο σπίτι τους, ενώ οι πλάνητες είναι όσοι βρίσκονται μακρυά από τον τόπο τους γιατί κάποια δύναμη τους ξερίζωσε και τους έσπρωξε στην περιπλάνηση.
Ο Ζούκας ανήκει στους πλάνητες. Και βέβαια είναι αταξίδευτος (5) όπως αταξίδευτοι είναι σχεδόν όλοι οι ποιητές (6)· γιατί ο Ζούκας είναι ποιητής -έστω κι αν δεν το ξέρει αφού είναι και ξεριζωμένος από το δικό του γενέθλιο τόπο και ταγμένος σε μια προσωπική εσωτερική περιπλάνηση που μεταποιεί τον ιστορικό σε μυθικό χρόνο. Κι αυτό, βέβαια, το κάνουν μόνο οι πλάνητες ποιητές...

Ο αταξίδευτος “ταξιδευτής” Ζούκας μεταβαίνει αεροπορικώς μόνος στη Χίο με ένα βιβλίο στη μασχάλη. Πρόκειται για το βιβλίο του Anatol de Meibohm «Démons, derviches et saints» που εκδόθηκε το 1956 στο Παρίσι από την Librairie Plon. (7)
Αν παρακολουθήσουμε το ταξίδι στο βιβλίο “Στην Χίο με τον Anatol de Meibhom” θα διαπιστώσουμε ότι ουσιαστικά πρόκειται για μια τριήμερη επίσκεψη στο νησί.
Η ακολουθία των κινήσεών του στο νησί -τα σιγουρεμένα γεγονότα δηλαδή που συνήθως συνθέτουν το “αφηγηματικό” στοιχείο της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας είναι στοιχειώδη (γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι έχουμε να κάνουμε με “ποιητή”): οι κινήσεις και οι μετακινήσεις ελάχιστες.

Φτάνει στο νησί (κάποιο Σάββατο των αρχών του 21ου αιώνα).
Στην προκυμαία πιάνει κουβέντα με ένα αλβανό που ψαρεύει
Δειπνεί στην ταβέρνα κι αλλάζει λίγες κουβέντες με την κοπέλα της ταβέρνας,
Ανοίγει συζήτηση με τη διπλανή παρέα, ρωτάει για τον Meibohm αλλά πληροφορείται ελάχιστα, μαθαίνει για τη “χιώτισσα σύζυγο” και την “απόμακρη προσωπικότητα” του Ευρωπαίου.
Καταλήγει στο “μπαρ της Φαίδρας” .
Την επόμενη μέρα, Κυριακή, παίρνει ταξί στην ηλιόλουστη λεωφόρο. Συναντά το Θωμά Καραμουσλή και το Ντίνο Κιούση σ' ένα μικρό καφέ της κεντρικής πλατείας. Πίνοντας εσπρέσσο συζητούν και για τον Anatol de Meibohm.
Μετά τη συνάντηση περιδιαβαίνει κατά μόνας στο Κάστρο, στα καφενεία της πλατείας, την παραλιακή, και το λιμενοβραχίονα.
Κι έπειτα σταματά για δεύτερο καφέ στο Μπουλούκ-χανά και στο μικρό ζαχαροπλαστείο της Μαρίας που χωράει ίσα-ίσα δύο τραπεζάκια.
Η βιβλιοθήκη Κοραή, απέναντι από τη Μεγάλη σχολή της Χίου και δίπλα στη Μητρόπολη, είναι βέβαια κλειστή.
Την επόμενη μέρα, Δευτέρα, μεταβαίνει βιαστικά στον Κάμπο. Στο σπίτι, στο προικιό της Μαρίας Στάγκαλα συζύγου του Meibohm. Κλειστό. Όμως επισκέπτεται τον τάφο της Μαρίας στην Παναγία την Αγιοδεχτινή.
Επιστρέφει στο κάστρο. Περιδιαβαίνει τα σοκάκια του Κάστρου και του προσφυγικού μαχαλά: Πόρτα Ματζιόρε, Λότζια, οδός Μπεν Ζαχαρίου, το παλάτι Ιουστινιάνη (τώρα μουσείο περιοδικών αρχαιολογικών εκθέσεων).
Γεύμα με τη Φρόσω και το Θωμά Καραμουσλή. Ο Θωμάς θα μεταφράσει τους “Δαίμονες, δερβίσηδες και αγίους” του Anatol de Meibohm.
Επιστροφή αεροπορικώς.

Αν κάποιος περιμένει από τις κινήσεις της ταξιδιωτικής ακολουθίας να βρει τον αφηγηματικό κορμό από το «μυθιστόρημα που δεν έχει ακόμα γραφεί” θα απογοητευτεί.
Αν πάλι από τις αφηγηματικές κινήσεις κάποιος περιμένει να λύσει το “μυστήριο” του Anatol de Meibohm που υποφώσκει ήδη στον τίτλο (Ποιος είναι τελικά αυτός ο Anatol de Meibohm;), επίσης.
Ίσως, το μόνο που μπορεί να αποκαλύπτουν οι κινήσεις του Ζούκα είναι ότι ο συγγραφέας αποζητά την επαφή επιλέγοντας το ελάχιστο και προσπαθώντας να χωθεί στην ασφάλεια της ομάδας και της παρέας.

Αντιλαμβανόμαστε ότι το ταξίδι είναι, κατά κάποιο τρόπο, ένα πρόσχημα, διότι:
α) το ταξίδι δεν δημιουργεί την “ακολουθία” αλλά μόνο την αποκαλύπτει και
β) όπως λέει κι ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς Μπρόντσκι, εκείνο που μετράει δεν είναι η ακολουθία των κινήσεων, αλλά εκείνο που την ακολουθεί. (8)

◘◘◘

Τι την ακολουθεί λοιπόν;

Την απάντηση, ως συνήθως, δίνει το κείμενο -αυτό που κείται, που είναι ξαπλωμένο ως σώμα ερωτικό μπροστά μας.
Ένα μωσαϊκό δομημένο από μικροδιηγήσεις, δοκιμιακές παρεκβάσεις, φιλολογικά σχόλια, ιστορικές αναδρομές και αναστοχασμούς, προσωπικά σχόλια, βιβλιοαναφορές, συγκρητισμούς, στοχασμούς, περιγραφές του ελάχιστου, μεγεθυμένα ερεθίσματα, μνήμες, αυτοβιογραφικές αναφορές, εγκιβωτισμένες μικροϊστορίες...

Αναφέρω ενδεικτικά όσα μπορεί να διαβάσει ο αναγνώστης:
για το Αιγαίο και τα θεόφραχτα βουνά που το περικλείουν
για τη βαλκανική και τη μακεδονική γη των βάλτων και της ομίχλης
για τη διαύγεια του Αιγαίου
για τη γενιά του '70 - της αυτοκαταστροφής και της αυτοκτονίας
για τη σχέση του θεσσαλικού Πελίνναιου με το Πελίνναιο όρος του νησιού
για τα σχόλια των ξένων περιηγητών για την ομορφιά και την αρχοντιά των γυναικών της Χίου
για τη φωτοχυσία του πρωϊού και τη σύνδεσή της με τον Όμηρο
για τους ερμηνευτές του Ομήρου και τη στάση τους απέναντι στον χιώτη ποιητή.
για την συγκρότηση του έθνους και την παρωδιακή ιδεολογική χρήση του όρου “έθνους”
για την ιστορία του ονειροπόλου σεϊχ Μπεντρεντίν Σιμαβναβί που προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο στα χρόνια της βασιλείας του Σουλτάνου Μεχμέτ Α' (1389-1421)
για τους καθαρούς του Λαγκεντόκ και τους βαλκάνιους Βογόμιλους
για τον Γεώργιο Γεμιστό και πως ο Σχολάριος έκαψε το βιβλίο των Νόμων
για τον Πελοπονησσιακό πόλεμο στην Χίο
για το το κίνημα των δούλων του Δρίμακου στη Χίο
για το Λαϊκό λόγο –δηλαδή το ήθος της Μαρίας – που κρατάει ένα μικρό ζαχαροπλαστείο στο Κάστρο
για τον δίκαιο πλάνητα και ποιητή Φώτη Αγγουλέ και το εξαιρετικό βιβλίο της Έλλης Παπαδημητρίου για τον ποιητή.
για τον Κοραή και τη γλώσσα και την εκπαίδευση που επεθύμησε
για τον τρόπο που σκαλίζεται η πέτρα από τους ηπειρώτες μαστόρους
για τη βυζαντινή αγιογράφηση ως πηγή λογικών θεωρήσεων για το νόημα της ζωής
για τον Ιωάννη Ιουστινιάνη που από τις επάλξεις της βασιλεύουσας, πλάι στον Παλαιολόγο, πέθανε από βαριά τραύματα στη Χίο
για τις τουλίπες από τα μυρωμένα λιβάδια του Κάμπου που θα μαραθούν σε κάποιο ανθοδοχείο της Αθήνας.

Αλλά πώς όλα αυτά αποκτούν ενότητα; και που βρίσκεται ο Anatol de Meibohm;

Είναι εμφανές ότι το μωσαϊκό υλικό που συνθέτει το κείμενο βασίζεται σε προϋπάρχουσες ιδέες οι οποίες προσδιορίζουν και τον χαρακτήρα της ταξιδιωτικής αναζήτησης.
Όμως το κείμενο του Ζούκα διαφοροποιείται από τα υπάρχοντα ακριβώς ως προς αυτό στο σημείο. Δεν έχουμε ένα πνευματικό ταξίδι στην Ελλάδα όπως αυτό που έκανε ο Αυστριακός συγγραφέας Ούγκο φον Χόφμανσταλ βλέποντας μια ιδεατή Ελλάδα, ούτε ένα ταξίδι σε έναν παράδεισο (9), ούτε μια οδυνηρή εμπειρία όπως του Σεφέρη που έγραφε το 1936 «όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει», ούτε ένας αναστοχασμός στα αδιέξοδα του ελληνισμού. Ο Ζούκας βεβαίως έχει επίγνωση ότι η ταξιδιωτική αφήγηση κυρίως θέτει ιδεολογικά, πολιτισμικά ή κοινωνικά ζητήματα, μόνο που στη δική του προσέγγιση όλα αυτά χρωματίζονται από μια βαθιά υπαρξιακή αλλά ταυτόχρονα και ιστορικά ορισμένη αγωνία. Έτσι αυτός ο υπαρξιακός ιστορισμός του, υπερβαίνει τη φαινομενολογία του τοπίου και μετατρέπει το ταξίδι σε επαρκή αλλά όχι αναγκαία συνθήκη της αφήγησης.

Γιαυτό η αφήγηση μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, διαρκώς λοξεύει, και θα δούμε να ανεβαίνουν στην επιφάνεια του κειμένου παλαιότερα βιώματα, επεξεργασμένες από παλιά ιδέες, κρυπτομνησίες, συναισθήσεις και εικόνες θαμμένες στο ασύνειδο να ενεργοποιούνται από την επαφή με τον τόπο. Ο Ζούκας, διαρκώς, μετατοπίζεται από τον πραγματικό κόσμο στο παρελθόν για να επιστρέψει και πάλι και να μετατοπιστεί ξανά σε άλλη εποχή. Εδώ ακριβώς παίζεται το παιχνίδι της μνήμης και της λήθης. Γιατί η ιστορία και η ύπαρξη δεν είναι τίποτε άλλο από “ενεργή μνήμη”. Τα κοιτάσματα του χρόνου φωτίζουν και προσανατολίζουν το παρόν στο ρυθμό μιας αέναης αναχώρησης και επιστροφής Ο διασπαρμένος χρόνος συμμαζεύεται στο χώρο και γίνεται μαζί παράγουν ένα υλικό, δηλαδή γλωσσικό πλάσμα, ένα μόρφωμα, ενιαίο και συνεκτικό, που ταυτόχρονα ενοποιεί το “κοίταγμα του κόσμου”.(9)

Η λοξή αφήγηση λοιπόν καθώς συνέχει τόπο - χρόνο – γλώσσα, μυθολογεί, δηλαδή αναπλάθει ιδεολογικά και φαντασιακά μία πατρίδα που κείται στον χώρο της “γεωγραφίας της ψυχής”.

Και εδώ ακριβώς υπεισέρχεται η αινιγματική παρουσία του άφαντου Anatol de Meibohm.

Ο Anatol de Meibohm, απόγονος του περιηγητή και ποιητή το 16ου αιώνα Meibohmious, έγραψε στη Χίο αρχές της δεκαετίας του 50 το βιβλίο «Démons, derviches et saints» στο οποίο κεφαλαιοποιεί τη βαλκανική του εμπειρία.(10) Προσπάθησε να ξεχωρίσει τις μορφές των δερβίσηδων και των αγίων από αυτές των δαιμόνων που συναντά ο ιστορικός στα Βαλκάνια. Σκοτεινοί δερβίσηδες σαν το Μουσταφά Μπεντρεντίν, μελαγχολικοί άγιοι της Ορθοδοξίας με τα κοσμικά τους αδιέξοδα, δαίμονες της Βαλκανικής σαν τον πρίγιπα Σιμπίν και τον Βλάντ Ντράκουλα. Πρόσωπα παράδοξα. Άλλοτε υποταγμένα στο μυστικισμό, άλλοτε επαναστατημένα στο όραμα μιας κοινωνικής αναμόρφωσης. Πιστοί μιας ουτοπίας, ήρωες σε ένα αγώνα ενάντια στο χρόνο, αγωνιστές της αιωνιότητας. Ορθόδοξοι ή αιρετικοί, υποσχόμενοι την επίγεια σωτηρία ή την καταστροφή, πάντως αντίπαλοι της ιδεολογικής εξουσίας των επίσημων δογμάτων.
Από τη μια οι άγιοι και οι δερβίσηδες που φυτρώνουν στο Ισλάμ ή στο Χριστιανισμό, όπως οι σούφι και οι ησυχαστές, κι από την άλλη οι μορφές που εκπροσωπούν το κακό με τη μορφή του Σεϊτάν ή του Σατανιήλ, εκπρόσωποι των εξουσιών που με οπλισμένο χέρι κατορθώνουν να μακελέψουν την πίστη και την ελπίδα σπέρνοντας φόβο, δυστυχία και θάνατο στους φτωχούς και τους αδικημένους.
Ο Anatol de Meibohm δεν κάνει επίσημη ιστορία.
Δεν ενδιαφέρεται να παρουσιάσει σπουδαία πρόσωπα, σημαντικές χρονολογίες. Ενδιαφέρεται να αποτυπώσει την άποψη που έχουν για την ιστορία και τα ιστορικά γεγονότα οι ίδιοι οι άνθρωποι. Συγκροτεί μιαν αφήγηση “χωρίς το διαμελισμό του ιστορικού χώρου και χρόνου” (σελ69) παρακολουθώντας τις αργόσυρτες διάρκειες, τις επαναλήψεις και την απαρέγκλιτη συνέπεια με την οποία εμφανίζεται το τραγικό στην ιστορία.
Αυτή ήταν και η βαθύτερη ουσία της αναζήτησης του Ζούκα στη Χίο. Οι επαναλήψεις, οι συνέχεια, οι ιστορικές τυχαιότητες που τις ονομάζουμε κάποιες φορές “μοίρα”.
Ο Anatol de Meibohm έβαλε σκοπό να φτιάξει ένα βιβλίο που να μιλάει για το ρήγμα που χωρίζει (κι ενώνει) δύο κόσμους : “τον κάτω με τον επάνω, το φως με το σκοτάδι ή το καλό με το κακό”.
Και ήρθε στη φωτεινή Χίο του Ομήρου να παντρευτεί τη Μαρία Στάγκαλα από τον Κάμπο και εδώ τη δεκαετία του 50 να βάλει σε τάξη ετούτη τη βαθιά και χαοτική βαλκανική του εμπειρία. Σαν πέθανε η Μαρία, εκείνος χάθηκε στην Ευρώπη και δεν επέστρεψε ποτέ στο νησί.

Πως συνδέεται ο Ζούκας με τον Anatol de Meibohm;

Για να εξηγούμαστε. Ο Ζούκας τον 21ο αιώνα όπως κι ο Anatol de Meibohm στα μέσα του 20ου δε μιλούν για την “Ελλάδα”, ή για μία “Ελλάδα”. Μιλούν για την πατρίδα των ανθρώπων · για την βαλκάνια Ανατολή των λαών που ανακατεύει ράτσες, ιστορίες, μοίρες, που ζυμώνει την ιστορία με το κοινό μύθο, αυτόν που μιλά για την τραγικότητα της ζωής, που συλλαβίζει το ανάμεσα ρήγμα που συνδέει την ύπαρξή μας με το χρόνο.
Στην πραγματικότητα και οι δύο συστήνουν στον ίδιο τόπο την τελετουργία της αναζήτησης μιας “πατρίδας των ανθρώπων” -δηλαδή μιας δίκαιης ματαιωμένης πατρίδας- που αιώνες τώρα κάθε φορά που πάει να υψωθεί με όποιο τρόπο, πάντα ποτίζεται στρωμένα κορμιά και “έμπειρο αίμα”.
Κοντολογίς: το τραγικό τους ενώνει.


Λάρισα 6-2-2012                                                                                                 ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ

 ..............................................
Σημειώσεις

(1) Παραπέμπω στη μελέτη του Lionel Casson «Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο», που κυκλοφόρησε στα ελληνικά σε μετάφραση Λίνας Σταματιάδη από το Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης το 1995, για όποιον ενδιαφέρεται να δει την ταξιδιωτική συμπεριφορά στην αρχαιότητα.
(2) John Urry στο Touring Cultures, Routledge 1997
(3) Στέλιος Ξεφλούδας.
(4) Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς, αν διάλεγα μουσική υπόκρουση, θα έβαζα ό,τι προστάζει ο Εγγονόπουλος: «(Εδώ ακούγονται μακρυνές μουσικές που παίζουν, μ’ άφθαστη μελαγχολία, νοσταλγικά λαϊκά τραγούδια και χορούς της Νοτίου Αμερικής, κατά προτίμησιν σε ρυθμό sardane)».(από τα Ποιήματα, Β´, Ίκαρος, Αθήνα, 1977)
(5) Το αποκαλύπτει ο ίδιος ο Ζούκας: “αν προσπαθούσα να μιλήσω με βάση τις εμπειρίες των ταξιδιών μου, θα παρέμενα σιωπηλός καθότι αταξίδευτος ” σελ.10
(6) Αναστάσης Βιστωνίτης, Η βαλίτσα του συγγραφέα, εφ. Το Βήμα, 30/08/1998 : “κατά κανόνα οι ποιητές, με εξαίρεση κάποιες εξέχουσες φυσιογνωμίες του ρομαντισμού, όπως ο Μπάιρον, ο Κιτς και ο Σέλεϊ, αποφεύγουν συνήθως τα ταξίδια. Ο Γκρέιβς, λ.χ., που θεωρούσε τον εαυτό του πρωτίστως ποιητή, επεδίωκε, όπως γράφει, «να ταξιδεύει όσο το δυνατόν λιγότερο».”
(7) Anatol de Meibohm, "Démons, derviches et saints», Librairie Plon, Paris1956, 278 σελίδες, με 39 illustrations φωτογραφίες και επίσης illustrée κουβερτούρα. ‎
(8) Γιόζεφ Μπρόντσκι , Υδατογράφημα , Καστανιώτης 1997
(9) Εντμουντ Κήλυ, Αναπλάθοντας τον παράδεισο:Το ελληνικό ταξίδι 1937-1947
(10) Gaston Bachelard, «L’eau, toujours vient nous tranquilliser.»Η ποιητική της ονειροπόλησης, , σ. 111
(11) Ο Anatol de Meibohm έχει εκδώσει επίσης τα:
Anatol de Meibohm, Proverbes arabes, les Éditions universitaires d'Egypte (impr. de R. Schindler), Cairo 1948, 125 σελίδες
Anatol de Meibohm, Voyage au mont Athos, εκδ. Terre Blanche 1900, 142 σελίδες
Anatol de Meibohm, La Poésie byzantine illustrée (αγν. χρονολ.)


    επίμετρο

Ο Αλέκος Δ. Ζούκας εργάστηκε επί σειρά ετών ως αρθρογράφος και ρεπόρτερ σε εφημερίδες, περιοδικά και ραδιόφωνα. Υπήρξε κειμενογράφος και ερευνητής σε σειρές ντοκιμαντέρ για την Ελληνική Τηλεόραση και παραγωγός εκπομπών στα ραδιόφωνα της ΕΡΑ όπου εργάζεται το τελευταίο χρονικό διάστημα. Συμμετείχε συγγραφικά στο συλλογικό έργο των Οικοτουριστικών Οδηγών της Πίνδου (11 τόμοι, 2003-2005) και στο βιβλίο "Ενθύμιον Χώρας Τυρνάβου" (1994) των εκδόσεων Έλλα. Προσωπικά του έργα είναι: "Γεύσεις της Θεσσαλίας, Ιστορική-ανθρωπολογική προσέγγιση της Θεσσαλικής Διατροφής", (2008), "Περιβαλλοντικός Αρχαιολογικός Οδηγός Ολύμπου Ελασσόνας" (2009), "Περιβαλλοντικός Αρχαιολογικός Οδηγός Κισάβου-Μαυροβουνίου" (2009), "Όλυμπος-Κίσαβος-Μαυροβούνι, Ιστορία, Φύση, Κοινωνία, Οικισμοί", (2009). Έχει συγγράψει συνοδευτικά ιστορικο-αισθητικά δοκίμια για τους δίσκους παραδοσιακής μουσικής Σμίξη-Γρεβενών (1991), Τα τραγούδια της Νεβρόπολης Καρδίτσας (1993), Γράβα, Ζαγορίσια και Γιαννιώτικα (2001), Παδιώτικο Γλέντι-Κόνιτσα (2002) και Πασχαλιόγορτα Δήμου Ποταμιάς (2005). Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό Φαρφουλάς των τελευταίων χρόνων.

Είπα πρωτύτερα πως ο Ζούκας κατά βάθος είναι ποιητής. Ιδού ένα ποίημα που έφτιαξα (έφτιαξε) παίρνοντας τις ακροτελεύτιες φράσεις από τα 18 μικροκεφάλαια του βιβλίου του (βγάζω απέξω το εισαγωγικό και το επιμύθιο).



Ένα ποίημα του Αλέκου Ζούκα που γράφτηκε και δεν γράφτηκε


Οι τόποι δεν κατακτώνται αλλά κατακτούν
Σωστικά μέσα
Φωτίζουν τα σκοτάδια μας

Στο βάθος της ύλης φυτρώνει μια σκοτεινή βλάστηση
Φιλοσοφικής διαύγειας
Ακατάπαυστα όλους τους αιώνες

Το ιδιαίτερο μυρμήγκιασμα που προκαλεί
Η παρουσία της στη Χίο
-Πορεία προς το θεό χρειάζεται
Η ύπαρξη διαφεύγει... Σηκώθηκα

Για την ποίηση
Ήταν Μάρτης του 1964
Στη γαλήνη των τάφων
Μέσα στο αίμα τους ταράζονταν τα κορμιά
Τέσσερεις αιώνες νωρίτερα

Ιερά σεβάσματα του νησιού
Με προσγείωσαν απότομα στην πραγματικότητά μου
Κι έκλεισα τα μάτια