Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Κώστας Λάνταβος : Τα Ευτελή και τα Σπουδαία

 

- εννιά παρατηρήσεις για την ανάγνωση

ή

πόσο  ζυγίζουν  οι  χαμένες  σκέψεις; ” -




Μετά από 11 ποιητικές συλλογές, αρχής γενομένης με την “Πορεία” το 1980, ο Κώστας Λάνταβος έφτασε στη δωδεκάτη με “Τα Ευτελή και τα Σπουδαία”. Τριάντα χρόνια ποιητικής πορείας. “Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε” που λέει κι Εμπειρίκος το 1937 στην “Ενδοχώρα”1. Και ωριμάζουμε, λέω εγώ.

Αλλά τι είναι η ποιητική ωρίμαση;

Σίγουρα δεν προκύπτει και μόνο από το γεγονός ότι κυλά και περνά ο χρόνος. Αλλά καθώς περνά ο χρόνος και (όχι εξαιτίας του) συντελείται μια διαδικασία που μεταστοιχειώνει διαρκώς την αρχική ποιητική αναζήτηση και την μεταλλάσσει σε ολοένα ανώτερη ποιότητα. Χρειάζεται καιρός ώστε πάθη, βάσανα, εμπειρίες, χαρές, απολαύσεις, αισθήματα και εικόνες, μνήμες και επανεκτιμήσεις αναμνήσεων, αλλά και “τιποτένια” στοιχεία της καθημερινότητας... να υποστούν συνειδητή ή ασύνειδη κατεργασία και με υπομονή να “πήξει” 2 το από μέσα της ψυχής και τελικά να ρθει η στιγμή να “πήξει”3 το μελάνι για να εκφραστεί με λέξεις ο ρυθμός της ευφορίας της. Και στη δωδεκάτη του Λάνταβου αναμφίβολα ήρθε. Έχουμε μπροστά μας την πιο ώριμη συλλογή της ποιητικής του πορείας που μαζί με τη “Δωρεά του κάμπου” (2006) και το “Εγκώμιο” (2009) επιβεβαιώνουν την εσωτερική και ποιητική του ωρίμαση.



Έχω πει πως η παρουσίαση ενός βιβλίου είναι ένα ιδιαίτερο κριτικό είδος. Δεν είναι ούτε διαφήμιση, ούτε κριτική πραγματεία, δεν είναι ούτε κριτικό σημείωμα σαν αυτά που παρουσιάζουν οι δημοσιογράφοι στη στήλη “Νέες κυκλοφορίες” δίπλα στα ευπώλητα. Η παρουσίαση έχει στόχο να αρθρώσει παρατηρήσεις που θα διευκολύνουν την ανάγνωση και θα δώσουν ευκαιρίες για ουσιαστικότερη κριτική αποτίμηση. Μ' αυτό κατά νου θα επιχειρήσω να αρθρώσω εννιά παρατηρήσεις για τη νέα συλλογή του Κώστα Λάνταβου.



Παρατήρηση 1η με αφορμή τη γενική δομή της συλλογής

Η συλλογή “Τα Ευτελή και τα Σπουδαία” απαρτίζεται από 28 ατιτλοφόρητα ποιήματα η αλληλουχία των οποίων σημαίνεται με την ελληνική αρίθμηση. Επομένως ο Λάνταβος επέλεξε μία και μόνη διαδικασία τιτλοφόρησης – αυτή της συλλογής – γεγονός που καταδεικνύει όχι μόνο τη διαδοχή αλλά κυρίως την εσωτερική ενότητα και την συναισθηματική αλληλουχία των ποιημάτων. Στην πραγματικότητα έχουμε το ξεδίπλωμα ενός και μόνου ποιήματος στη διαδοχή 28 φάσεων. Ο τίτλος της συλλογής είναι ατόφιος στίχος από το ένατο ποίημα της συλλογής – γεγονός επίσης που επιβεβαιώνει την επιθυμία του ποιητή στην επιδίωξη της ποιητικής συνοχής του όλου.



Παρατήρηση 2η με αφορμή τον τίτλο της συλλογής

Ο τίτλος της συλλογής “Τα Ευτελή και τα Σπουδαία” σε μια επιπόλαια πρώτη πρόσληψη σημαίνει κάτι σαν “Τα Μικρά και τα Μεγάλα” ή “Τα Ασήμαντα και τα Σημαντικά” ή τέλος πάντων κάτι τέτοιο. Η ποίηση όμως είναι η τέχνη όχι της δήλωσης αλλά και της υποδήλωσης. Μια προσεκτική -ετυμολογική- ανάγνωση δείχνει πράγματα διαφορετικά. Στον τίτλο η λέξη “ευτελής” καθώς περιέχει την έννοια του “τέλους” συνυποδηλώνει την “πληρωμή” (τέλος = φόρος, πληρωμή) αλλά και τον “τελικό σκοπό” (τέλος = σκοπός) και η λέξη “σπουδαίος” καθώς προέρχεται από τη λέξη “σπουδή” συνεμφαίνει την έννοια της “μελέτης”, της “κοπιαστικής φροντίδας”, της “προσπάθειας που γίνεται με ζήλο” αλλά και της “βιασύνης”. Μπορεί λοιπόν κάποιος να διαβάσει τον τίτλο και ως “Όσα εξόφλησα και όσα με πιέζουν και φροντίζω με κόπο και ζήλο”. Έτσι είναι η ποίηση. Και μη ρωτήσετε αν είχε αυτό ακριβώς κατά νου ο ποιητής. Ο αναγνώστης δεν νοιάζεται για το τι “θέλει να πει ο ποιητής”, αλλά ποιες ηδονικές λαβές του προσφέρει ο ποιητικός λόγος στην αναζήτηση του νοήματος και συνακόλουθα της ποιητικής απόλαυσης.



Παρατήρηση 3η με αφορμή το μότο της συλλογής

Το μότο που επιλέγει ο Λάνταβος για τη συλλογή, είναι ο τεσσαρακοστός πρώτος στίχος από την “Έρημη χώρα” του Τόμας Έλιοτ:

Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Το ακριβώς αντίθετο. Πρόκειται για συγκείμενο που έρχεται να λειτουργήσει ως τροχιοδεικτικό για τη συλλογή. Η δική του Έρημη Χώρα είναι “η χώρα του Μωάβ” που γεωγραφείται στον πρώτο στίχο του πρώτου ποιήματος της συλλογής:

“Θα μείνω εδώ στη χώρα του Μωάβ”

και έρχεται να την σημάνει περαιτέρω με τη σημείωση: “Χώρα του Μωάβ: ο τόπος όπου πέθανε ο Μωυσής διότι ο Θεός δεν του επέτρεψε να φτάσει στη Γη της Επαγγελίας”


Ο στίχος από την Έρημη Χώρα είναι:

“Looking into the heart of light, the silence”.

Σε μετάφραση του Σεφέρη:

“Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή” .

Επομένως ο Λάνταβος δείχνει και τα βασικά δομικά μοτίβα των ποιημάτων της συλλογής: την επίμονη ματιά και το αντίθετό της (τυφλότητα), το συναίσθημα και το αντίθετό του (αλεξιθυμία), το φως και το αντίθετό του (σκοτάδι), τη σιωπή και το αντίθετό της (λόγος). Στην ποίηση τα αντιθετικά ζεύγη συνυπάρχουν έστω κι αν δεν δηλώνονται. Αν δοκιμάσουμε να τα ορίσουμε διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής ήδη θα έχουμε επιχειρήσει ουσιαστική κατάβαση στον κόσμο της ανάγνωσης

Έχουμε λοιπόν και στο χώρο των αντιθέτων: τυφλότητα /αλεξιθυμία/ σκοτάδι VS λόγος .

Βρισκόμαστε λοιπόν στο χώρο της ουσιαστικής επικοινωνίας αλλά ταυτόχρονα και στην αδυναμία να την επιτύχουμε.



Παρατήρηση 4η με αφορμή τους ποιητικούς τρόπους

Ο Λάνταβος καθώς ωριμάζει γίνεται όσον αφορά τους λεκτικούς τρόπους ολοένα και πιο λιτός. Μόνο τέσσερις παρομοιώσεις 4περιέχει η συλλογή κι αυτές δεν έρχονται ως επιδίωξη αναλογικής εικονοποιίας αλλά ως προληπτικοί τρόποι ιδεών.

Επίσης ελάχιστος ο τρόπος της μετωνυμίας. Δηλαδή χρησιμοποιεί ελάχιστα μια γλωσσική έκφραση που “παραπέμπει τυπικά, κυριολεκτικά, σε μια οντότητα” 5 . Οι λέξεις του δεν γίνονται -πλην ελαχίστων περιπτώσεων - οχήματα που επιτρέπουν να μετακομίζει σε άλλες σχετικές λεκτικές οντότητες και να αντικαθιστά τις πρώτες .6

Συμπέρασμα: έχουμε να κάνουμε με ποίηση ιδεών και λεπτομερειακής καθαρότητας.



Παρατήρηση 5η με αφορμή την πρόταξη του ρήματος στον στίχο

Η ελληνική γλώσσα χαρακτηρίζεται από τη λεγόμενη συντακτική ελευθερία. Δηλαδή η σειρά των λέξεων δεν είναι δεδομένη όπως στα αγγλικά. Στην ποίηση του Λάνταβου παρατηρείται το φαινόμενο το ρήμα να τίθεται στην αρχή του στίχου. Μέτρησα -αν μέτρησα καλά- εκατόν είκοσι ένα στίχους που αρχίζουν με ρήμα. Αυτό και στατιστικά σημαίνει ότι ο ποιητής συνειδητά επιλέγει τη ρηματική εκφορά και την προτάσσει ως στοιχείο έμφασης της ποιητικής έκφρασης. Ας μην ξεχνάμε: το ρήμα δηλώνει ενέργεια, πάθος, χρόνο, πρόσωπο, διάθεση . Αυτό πρακτικά για τον αναγνώστη σημαίνει ότι το νόημα πυκνώνει στην έναρξη του στίχου, κι αυτό αποτελεί για όποιον απαγγέλλει έμμεση οδηγία να ανεβάζει τον τόνο στην αρχή, στο ρηματικό σύνολο.

Θα μείνω εδώ στη χώρα του Μωάβ·

δε γυρίζω πίσω σε μια γη αφίξεων -

είναι και τα φαντάσματα που με καλοσορίζουν.

Το νου σας στα ρήματα λοιπόν.



Παρατήρηση 6η με αφορμή την επανάληψη ρηματικών εκφράσεων

Η χρήση του ρήματος οδηγεί στην επιλογή της λεκτικής επανάληψης στο ίδιο ποίημα:

Θέλω να θυμάμαι, ...θέλω να θυμάμαι , ...θέλω να θυμάμαι ” (Θ'),

Επιστρέφω, ...επιστρέφω , επιστρέφω ” (ΙΓ'),

Είμαι... είμαι... είμαι...” (ΚΓ')

Ξέρω..., ξέρω..., ξέρω..., ξέρω... “ (ΚΗ')

Ή σε επαναλαμβανόμενες ρηματικές συντακτικές δομές: π.χ. βουλητικές προτάσεις εξαρτώμενες από το ρήμα “θέλω” ή “δεν θέλω”.

Θέλω να βλέπω, ...να μην αφήνω, ...να χάνομαι” (Ε).

Ήδη επισημάνθηκε από την Ελένη Χωρεάνθη7 η λειτουργία της ποιητικής επανάληψης στη συλλογή του Λάνταβου. Επεσήμανε το «Θα μείνω εδώ». Μια στερεότυπη φράση που επαναλαμβάνεται συχνά αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα 28 (Α-ΚΗ) ολιγόστιχα ποιήματα”. Κι όντως αυτό ισχύει.

Η στερεότυπη φράση επανέρχεται στο σύνολο τής συλλογής 14 φορές, λειτουργεί ως ποιητική δήλωση μιας απόφασης που βασίζεται τελικά στην γνώση μέσα από τις βεβαιότητες που προσφέρει η ενδοσκόπηση και η ώριμη αυτογνωσία. Πρόκειται για δήλωση που πίσω της έχει να κάνει με λογής λογαριασμούς του ποιητή (ανοιχτούς και κλειστούς) και λειτουργεί ως έκφραση αποτρεπτική: δήλωση, απόφαση και ξόρκι μαζί.

Ο Λάνταβος και τα δαιμόνιά του.



Παρατήρηση 7η με αφορμή την επιλογή του ρηματικού χρόνου

Η επαναλαμβανόμενη φράση: “Θα μείνω εδώ” είναι μια διατύπωση σε στιγμιαίο μέλλοντα. Δε χρησιμοποιεί την διάρκεια του “Θα μένω εδώ”. Ο στιγμιαίος μέλλοντας έχει συγκεκριμένη διάρκεια, έχει δηλαδή ένα τέλος , γυμνό σαν το θάνατο. Ας προσέξουμε, γιατί είναι εκείνο το στοιχείο που δημιουργεί το υπαρξιακό υπόστρωμα της ποίησης του Λάνταβου που δεν είναι ευδιάκριτο με την πρώτη ματιά. Είναι εκείνο το στοιχείο που διαμορφώνει ακριβώς την ελεγειακή ένταση των ποιημάτων του:



Θα μείνω εδώ. Και θα σταθώ

μ’ ευλάβεια στη βροχή

λούζοντας την ψυχή μου στη δροσιά της.



- Όσο ο άντρας μεγαλώνει

και στρέφει το βλέμμα του εντός του

ανακαλύπτει ότι στη γέννησή του επιστρέφει.



Θα μείνω εδώ. Εδώ είναι ο δικός μου κόσμος,

που πάντα έχει αύριο

αν και το αύριο καθημερινά πεθαίνει.



Θα μείνω. Ασκώντας μόνο το δικαίωμα

της ήρεμης συνείδησης (ΙΕ, σελ. 25).



Παρατήρηση 8η με αφορμή το ποιητική γεωγραφία της συλλογής

Στην ποιητική γεωγραφία του Λάνταβου υπάρχουν δύο τόποι: η χώρα του Μωάβ που ταυτίζεται με το “εδώ/τώρα” (με το υπάρχον και το καθημερινό), και η χώρα του “εκεί/αύριο”, χώρα της Επιθυμίας, (μια γη της επαγγελίας στην οποία ο ποιητής δεν θα φτάσει ποτέ).

Η σχέση των δύο τόπων δεν είναι αντιθετική. Είναι συμπληρωματική. Η πρώτη, η “χώρα του εδώ”, δίνει το υλικό8 για να χτίζεται η δεύτερη. Έτσι εξηγείται η επίμονη απόφανση: “Θα μείνω εδώ”. Πρόκειται για μια ηθελημένη παραμονή επειδή η ζωή τον τροφοδοτεί με την ομορφιά, την αγάπη, την απόρριψη, την απόγνωση, τη ματαίωση...



Κάθε μέρα μ' εξοντώνει -

αλλά ανυπομονώ να ζήσω την επόμενη. (ΙΖ΄)



Συνεπώς άλλος δρόμος δεν υπάρχει παρά η επιμονή αφού



Δεν είναι μάταιο το παιγνίδι

όσο οι δρόμοι ανθίζουν απ' αγάπη,

όσο η ψυχή από έρωτα μεθάει. (ΙΘ΄)



αφού



Θέλω να βλέπω όλη την εικόνα

όλα τα χρώματα του κόσμου (Ε΄)



Η παραμονή στη χώρα του Μωάβ δίνει τη δυνατότητα της επίγνωσης και της αυτεπίγνωσης. Όσο προχωράει η διαδοχή των ποιημάτων τόσο πληθαίνουν γνωστικά ρήματα κι εκφράσεις για να καταστούν το κύριο νοηματικό όχημα στο τελευταίο ποίημα της συλλογής9.

Ιδού η γνώση αλλά να και το τίμημα για να την απόκτησεις!



Παρατήρηση 9η με αφορμή τον τρόπο της επίγνωσης10.

Η κατάκτηση της επίγνωσης γίνεται με ένα και μόνο τρόπο: την εισαγωγή στη σιωπή.

Κι ας μη φανεί παράδοξο ή αντιφατικό που ένας άνθρωπος του λόγου καταφεύγει στη σιωπή. Ο Σεφέρης στη «Στέρνα» (1932), περιέλαβε ανάμεσα στις στροφές 21 και 22 πέντε σειρές με τελείες, μια ολόκληρη στροφή με αποσιωπητικά που, όπως εξήγησε στον Γ. Π. Σαββίδη (1987), το έκανε “επειδή του χρειαζόταν μια σιωπή πέντε στίχων”. Κι ας μην αναφερθούμε στα “χάσματα” του Σολωμού που έχουν την ίδια σημασία με τους στίχους του.

Η συλλογή του Λάνταβου είναι τελικά μια μελέτη πάνω στη χρήση της σιωπής. Ο Λάνταβος αναζητά στιγμές από αυτές που η Βιρτζίνια Γουλφ αποκάλεσε “στιγμές ύπαρξης”, οι οποίες ξεχωρίζουν από “το βαμβάκι της καθημερινότητας”. Έτσι η σιωπή γίνεται το υποκείμενο του ποιητικού λόγου:



Όταν οι άνθρωποι σιωπούν

τ΄ανείπωτα υφαίνουν τ΄ονειρο της στιγμής (ΚΑ΄)



Ξέρω πως η σιωπή μιλάει (ΚΗ΄)



Θα μείνω και θα μπω στη σιωπή (ΙΗ΄)



Και -τελειώνοντας- να θυμίσω ένα στίχο του Νίκου Καρούζου :



μονάχα η σιγή μιλιέται”.11





ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ

Λάρισα 25 Οκτωβρίου 2013


1δ     1. Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο πλόκαμος της Αλταμίρας, 3 (1936-7), Ενδοχώρα (1934-1937): Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ' άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος. 

 


2. παράφραση του στίχου του Ε. Χ. Γονατά : “ Ὑπομονή. Θὰ πήξει τὸ δάκρυ, θὰ γίνει νησί.” (Ε. Χ. Γονατάς, Ανασκαφή, «Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης», Σπύρου Κοκκίνη 6η ἔκδ, Ἔκδ. Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι 2000).


3. “πήζει το μελάνι” Από στίχο του Αλέκου Παναγούλη, “Διεύθυνσή μου” , “Vi scrivo da un carcere in Grecia”, 1974


4. Σαν ν'άναι η μόνη δόξα μου / η σύνοψη της μέσα μου πληρότητας (Ζ')

     Συνεπής σαν τον ερχομό των εποχών (Θ')
     
    και σαν ρομφαία διανοίγει τη στιγμή (Ι')

    και ενώ είμαι γυμνός σαν θάνατος (ΙΖ') 

5. Γ. Βελούδης, Η σημασία πριν, κατά και μετά τη γλώσσα. Αθήνα, εκδ. Κριτική 2005β.


6. Είναι αξιοσημείωτη η χρήση της μετωνυμίας σε καταστάσεις που σχετίζονται με τον ύπνο και το όνειρο. Ίσως γιατί εκεί είναι “ευκολότερη” η μετακίνηση από τον τόπο του Μωαβ στην ποθητή Γη της Επαγγελίας. Δύο τρία παραδείγματα : ξαγρυπνούν οι νύχτες (Β'), άγρυπνος ύπνος ενεδρεύει (Ζ'), δεξίωση ονείρων (Θ')


7Ελένη Χωρεάνθη, κριτική για “Τα Ευτελή και τα Σπουδαία” στο diastixo.gr , 10 Ιουλίου 2013


8. ενδεικτικά:
Κάθε πρωί θα βγαίνω στον ήλιο πρώτος
αδημονώντας να συναντηθώ
με την καινούργια μέρα (Α΄)

Σε οργασμό η Άνοιξη
προστάζει να της αφεθώ (Β' )

Η θάλασσα είναι ανεξάντλητη
και η παραίτηση δεν χωράει μέσα μου (ΙΑ΄)

Κάθομαι εδώ καταμεσής στον κάμπο,
όπου ο ήχος απ' τη θάλασα δεν φτάνει (ΙΣΤ΄)


9. Στο ποίημα ΚΗ΄ :
Ξέρω τη θλίψη της μέρας ...
ξέρω την αγωνία της γης...
ξέρω πως η σιωπή μιλάει...
ξέρω να δέχομαι...


10. Εδώ μπορείτε να αφουγκραστείτε ένα κλασσικό μουσικό κομμάτι των Simon & Garfunkel, το «The Sound of Silence».



11.Νίκος Καρούζος, «Αντι – νεφέλωμα», Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος

Θωμάς Κοροβίνης: '55, μυθιστόρημα, εκδόσεις Άγρα 2012

                           Μανίτσα μου τι μουχαμπέτι!..



Εξαρχής πρέπει να διευκρινίσω ότι ο συγγραφέας τυχαίνει να είναι φίλος καλός κι αγαπητός από τα φοιτητικά χρόνια.
Κι επομένως “φοβάμαι” ότι αυτή η φιλία θα εκφραστεί και ως μεροληπτική διάθεση προς το βιβλίο που θα παρουσιάσω.

Αλλά τέτοιος κίνδυνος πάντα υπάρχει, αν και συχνά η φοβία για την ενδεχόμενη κριτική επιείκεια μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα: σε αυτοσυγκράτηση και εντέλει να φτάσω να αδικήσω το βιβλίο και το φίλο μου...

Αλλά ας αφήσω κατά μέρος τις δικές μου φοβίες...


Ο Θωμάς Κοροβίνης είναι μια μοναδική περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Είναι αυτό που λένε “πολυσχιδής προσωπικότητα”. Άνθρωπος ανήσυχος, με καλοπρόθετη εξωστρέφεια, ασίγαστος και με εκρηκτική δημιουργικότητα. Και βέβαια σαν όλους τους πραγματικά μεγάλους ανθρώπους είναι άνθρωπος διφυής και γεμάτος παράδοξες αντιφάσεις:


Ταυτόχρονα επαρχιώτης και αστός - γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Μηχανιώνα, αλλά πνευματικά ανδρώθηκε στη μεταπολιτευτική Θεσσαλονίκη...


Από τη μια Σαλονικιός αλλά και Ρωμιός της Πόλης δεμένος με τους εναπομείναντες Ρωμιούς με μια στενή, αγαπητική σχέση. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη το ’87 και δίδαξε στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο για 8 χρόνια. “Η Πόλη είναι το χωριό μου” λέει. Οι δύο πόλεις τον σημάδεψαν.


Εξαιρετικός νεοελληνιστής και ταυτόχρονα άνθρωπος που γνωρίζει όσο ελάχιστοι την κουλτούρα της γείτονος ανατολής...


Άρχοντας με την παλιά πραγματική έννοια και την ίδια στιγμή ρεμπέτης, νυκτόβιος και μερακλής με την κάθε στιγμή της ζωής... Ένας συμποσιακός τύπος.


Ένας άνθρωπος που ξέρει να στέκεται μέσα στον λεγόμενο “καλό κόσμο” και ταυτόχρονα να κινείται στο κοινωνικό περιθώριο με όλον εκείνο το μωσαϊκό ανθρώπων που περιγράφει στο «Κανάλ Ντ’Αμούρ» – στη θρυλική «Σεχραζάντ», το μαγαζί του Πρόδρομου και της μάνας του της Στάσας.


Λόγιος, ερχόμενος κατευθείαν από τη μεγάλη θεσσαλονικιώτικη λογοτεχνική παράδοση (του Πεντζίκη, του Ηλία Πετρόπουλου και του Χριστιανόπουλου) και συνάμα λαϊκός μεγαλωμένος στο μικρόκοσμο του καφενείου-ταβέρνας που διατηρούσε ο πατέρας του έχοντας ως είδωλο τον Καζαντζίδη, την Μπέλλου, την Πόλυ Πάνου. Γι' αυτό κι όταν ρωτήθηκε ποια είναι η αγαπημένη του απασχόληση απάντησε: “Γράψιμο και σκάψιμο”.


Περιηγητής των ωραίων απολαύσεων και εγκαταβιεί ως αμαρτωλός που λέει :

"Αχ, ψυχή μου, όταν πεθάνω,

πέταξε σ’ άλλο κορμί,

να κερνάς ψωμί απ’ αγάπη

κι από έρωτα κρασί "                     
                                     "Της ψυχής"                                          

Αν αυτές οι ιδιότητες φαίνονται υπερβολικές μπορώ να δώσω αποδείξεις και τεκμήρια από τα έργα του που επιβεβαιώνουν το διφυές και την αντίφαση.


Δισκογραφία:

Από έβενο κι αχάτη

Φουζουλή: Λεϊλά και Μετζνούν

Τακίμια

Το Κελί.


Έγραψε τα βιβλία:

Τουρκικές παροιμίες.

Κανάλ ντ' Αμούρ, Αφήγημα για το ερωτικό περιθώριο της Θεσσαλονίκης του 80".

Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου.

Φαχισέ Τσίκα, αφήγημα

Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες.

Κωνσταντινούπολη – Λογοτεχνική ανθολογία, Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη.

Ο Μάρκος στο χαρέμι - Ο Βαμβακάρης στο θέατρο σκιών: Κωμωδία σε τρεις πράξεις"

Το χτικιό της Άνω Τούμπας, – Αφήγημα

Τρία ζεϊμπέκικα και ένα ποίημα για τον Γιώργο Κούδα. - ποιητική σύνθεση

Οι ασίκηδες - Εισαγωγή και ανθολογία της τουρκικής λαϊκής ποίησης από τον 13ο αιώνα μέχρι σήμερα.

Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας.ιστορική και λαογραφική μελέτη.

Αφιέρωμα στον Στέλιο Καζαντζίδη, Θεσσαλονίκη 2005 – Ρεπορτάζ – Στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου πού λείπει 20 χρόνια στην καταπακτή.

Σμύρνη, μια πόλη στην λογοτεχνία

Όμορφη Νύχτα - Χρονογραφία - Μυθιστόρημα για 20 χρόνια λαϊκού τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη (1985 - 2005)"

Ο Καραγκιόζης λαϊκός τραγουδιστής - Κωμωδία για το θέατρο και το θέατρο σκιών: Έργο αυστηρώς ακατάλληλο για ανηλίκους.

Ο γύρος του θανάτου, μυθιστόρημα (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2011) που αναφέρεται στη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη (1940-1968), που εκτελέστηκε ως ο Δράκος του Σέιχ Σου.

Το αγγελόκρουσμα – Η τελευταία νύχτα του κυρ-Αλέξανδρου. - πεζογράφημα τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.



Και τώρα το νέο του μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Άγρα, το “55”.

Ο τίτλος κινεί το ενδιαφέρον. Ένας αριθμός: 55. Πρόκειται για μια χρονολογία, η οποία όμως παραπέμπει στη νύχτα της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου του 1955. Με αφορμή την έκρηξη βόμβας στον κήπο του τουρκικού Προξενίου στη Θεσσαλονίκη (που είχε ως αποτέλεσμα να σπάσουν τα τζάμια στο διπλανό σπίτι του Κεμάλ), εξαπολύθηκε ο καθοδηγούμενος όχλος και επιτέθηκε με ανείπωτη αγριότητα στον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης. Η βομβιστική ενέργεια ήταν μια καλοσχεδιασμένη προβοκάτσια που όπως αποδείχτηκε αργότερα είχε οργανωθεί από την ίδια την τουρκική κυβέρνηση του Μεντερές. Βέβαια αιτία ήταν η εξέλιξη του Κυπριακού ζητήματος.

Το σχέδιο είχε προετοιμαστεί με επιμέλεια από το Γραφείο Ειδικού Πολέμου. Είχαν στρατολογηθεί άτομα από την Ανατολία και την Ανατολική Θράκη, αστυνομικοί και στρατιώτες με πολιτικά που εφοδιάστηκαν με ρόπαλα, βενζίνη και δυναμίτιδα και τους δόθηκαν κατάλογοι με συγκεκριμένους στόχους ενώ σημαδεύτηκαν την τελευταία στιγμή τα ελληνικά κτήρια.

Μόλις δόθηκε το σύνθημα, στις 5.30 το απόγευμα, άρχισαν οι επιθέσεις εναντίον των Ελλήνων στην ευρωπαϊκή και στην ασιατική πλευρά της πόλης.

Μέσα σε δέκα ώρες καταστράφηκαν εντελώς 1004 σπίτια ενώ 25000 σπίτια υπέστησαν σοβαρότατες ζημιές, λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν 448 καταστήματα, 27 φαρμακεία, 26 σχολεία, 5 πολιτιστικοί σύλλογοι, οι εγκαταστάσεις τριών εφημερίδων, 12 ξενοδοχεία, 11 κλινικές, 21 εργοστάσια, 110 ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια, 73 εκκλησίες, ενώ συλλήθηκαν πολλοί τάφοι σε ελληνικά νεκροταφεία, καθώς και οι τάφοι των πατριαρχών στο Βαλουκλή. Λεηλασίες, λαφυραγωγήσεις βιασμοί και φόνοι.

Μέσα σε 10 ώρες καταστράφηκε παντελώς η ελληνική οικονομική δραστηριότητα και διαλύθηκε η ελληνική κοινότητα. Από τα 100.000 μέλη που αριθμούσε η ελληνική κοινότητα η οποία μετά τη μικρασιατική καταστροφή είχε καταφέρει να ανασυνταχτεί και μάλιστα να γνωρίσει και άνθηση τελικά συρρικνώθηκε σε 2000 που ζουν σήμερα στην Πόλη.


Ας περάσουμε στο αφήγημα.

Ο Κοροβίνης καταφεύγει στο τέχνασμα του χειρόγραφου. Κατασκευάζει ένα ανεψιό οποίος μετά το θάνατο της κυρίας Μαρίκας Σεφέρογλου κληρονομεί και τα χειρόγραφα απομνημονεύματά “της”.

Η κυρία Μαρίκα Σεφέρογλου, γόνος σημαντικής οικογένειας της Πόλης, γεννήθηκε το 1900 και είναι μια Πολίτισσα που ζει την ακμή του Ελληνισμού του περασμένου αιώνα... Έμενε στα Ταταύλα, μια συνοικία της Πόλης που οι Τούρκοι αργότερα μετονόμασαν σε Κουρτουλούς. Αποφοίτησε από το Ζάππειο Παρθεναγωγείο, εργάστηκε ως δασκάλα στο δημοτικό σχολείο του Καντίκιοϊ επί 40 χρόνια, αναλαμβάνοντας κάποια στιγμή και τη διεύθυνσή του. Μορφωμένη και λογία αλλά ταυτόχρονα μια γυναίκα λαϊκή με φλογερό ερωτικό ταμπεραμέντο που επέλεξε να ζήσει μόνη αλλά ποτέ ανέραστη. Η Μαρίκα Σεφέρογλου είναι μια δυναμική γυναίκα που ζει σε δύο κόσμους, στον αστικό κόσμο της Πόλης και στο περιθώριο της Πόλης (πράγμα που διευκολύνει τον Κοροβίνη να κινηθεί σε όλο το κοινωνικό εύρος της Πόλης). Η κυρία Μαρίκα Σεφέρογλου θα δει στα γεγονότα του '55 το σπίτι της να τυλίγεται στις φλόγες και μετά υπομένει τον χαμό του αδελφού της. Ωστόσο η Μαρίκα δεν θα αποβάλει ούτε στιγμή το πανίσχυρο ζωικό της ένστικτο και τη θαυμαστή της δύναμη για επιβίωση.


Στα “χειρόγραφά” της, με αξιοσημείωτη τόλμη, ιστορεί σε πρώτο πρόσωπο τη ζωή της που είναι στενά συνυφασμένη με την Πόλη της που τη λατρεύει. Η εξομολόγησή της προς κάποιον απρόσωπο αποδέκτη («μάνα» και «μανίτσα μου») - δεν μπορεί να τη βγάλει πουθενά - αλλά την βοηθάει να ανακουφιστεί από τα δικά της ντέρτια δημιουργώντας ένα ατέλειωτο, οδυνηρό και βαθιά ανθρώπινο «μουχαμπέτι» τετρακοσίων σελίδων! Εμείς ακούμε να μιλά (και πως μιλά!) μια Ρωμιά του καιρού της ακμής της Πόλης που ζει την κατάρρευση της ρωμιοσύνης.


Οι μνήμες της είναι το κυρίαρχο στοιχείο της αφήγησης. Η ατέρμονη «ανάγνωση της –προπαντός λαβωμένης– μνήμης» πάει πίσω-μπρος και με διαρκείς παρεκβάσεις. Έτσι οι μικρές ιστορίες της ζωής της και των δικών της ανθρώπων συνυφαίνονται με την ιστορία της Πόλης και συγκροτούν μια ελεγεία για την χαμένη ακμή της ομογένειας και την απώλεια του ελληνικού χαρακτήρα της πόλης. Τα σπαράγματα της μνήμης της συγκροτούν ιντερμέδια στοιχειωμένα από τα ανεπούλωτα τραύματα. Το συνταρακτικό '55 που αποτελεί το επώδυνο βίωμα της αφήγησης γύρω από το οποίο περιστρέφεται η αφήγηση.


Η Μαρίκα Σεφέρογλου με την αφήγησή της να προσπαθήσει να κατανοήσει το ακατανόητο. Θα προσπαθήσει να δώσει απάντηση για την παράλογη βία της Ιστορίας, αλλά και για το πως τα βιωμένα γεγονότα παραμορφώνουν την πραγματικότητα. Οι Τούρκοι δεν είναι πάντα ο «εχθρός». Δεν παύει να αποζητά δικαιοσύνη («Δικαιοσύνη ζητώ, δικαιοσύνη.» σ. 211 ή «Τανρί βαρ» = Υπάρχει θεός!) αν και αναρωτιέται : «μα τι ωφελεί ο αναχρονιστικός καταλογισμός ευθυνών;» (σ. 35).


Κι ενώ στιγματίζει και την αδιαφορία του νεοελληνικού κράτους διατηρεί σταθερή την ελπίδα ότι τα χρόνια θα γυρίσουν πίσω και η ελληνική ομογένεια θα ανθήσει στην Πόλη.


Τελικά τι ακριβώς είναι ετούτο το βιβλίο;

Μυθιστόρημα ανθρωπογεωγραφίας : καταγράφει την ανθρωπογεωγραφική ταυτότητα της Πόλης του περασμένου αιώνα, την πολυφυλετική και πολύγλωσση, το μωσαϊκό γλωσσών, πολιτισμών και νοοτροπιών. Οι ιστορικές και λαογραφικές πληροφορίες πλήθος: για την αρχιτεκτονική, την ποίηση, το τραγούδι, τη γαστρονομία, τα παζάρια και τους περίπατους της Πόλης, το Καραγκιόζη, τον καφέ και το κάπνισμα, για τους μάγκες, τις πόρνες, τυς χασισοπότες, τους Τσιγγάνους, τους ζητιάνους τους φραγκολεβαντίνους, την ελληνική παροικία και την οργάνωσή της. Και Βέβαια αναφέρεται στην εκρηκτική συνύπαρξη των εθνοτήτων, στις σχέσεις ανάμεσα στους Έλληνες και τις άλλες μειονότητες.


Μυθιστόρημα πόλης : εφόσον καταγράφει το μητροπολιτικό βίωμα και η πόλη συμμετέχει στο αφήγημα ως ζωντανός οργανισμός (δημιουργεί το μύθο, παράγει τα γεγονότα, καθορίζει τις συμπεριφορές και την πλοκή).


Αυτοβιογραφικό χρονικό: αφού περιέχει “προσωπικές” καταγραφές «κάτι από ημερολόγια», «απομνημονεύματα να τα πω;» ή καλύτερα «μεγάλο λαϊκό μυθιστόρημα που τρέχει μέσα στα χρόνια και φωτίζει με τον φακό του μπρος πίσω πολλά σκοτεινά και απόκρυφα» .


Ας μην μπλέξουμε με φιλολογικούς καθορισμούς. Είναι ένα λαϊκό μυθιστόρημα το οποίο με όπλο την επεξεργασμένη γλώσσα, με το πολίτικο ιδίωμα, δημιουργεί ένα γοητευτικό κείμενο.



ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ
παρουσίαση στην Αγιά της Λάρισας 
Καλοκαίρι 2013


Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Κώστας Παπαποστόλου: ΘΟΥΛΗ το λευκό νησί. Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012



O τίτλος της συλλογής “Θούλη – το λευκό νησί” παραπέμπει α) σε ένα χώρο οριακό και β) στο λευκό, το άγραφο άγνωστο που βρίσκεται πέραν του ορίου. Θούλη λοιπόν είναι η μετωνυμία του ακρότατου ορίου, η εσχατιά ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο, το υπαρκτό και το μη υπαρκτό. Είναι ένα νησί -πιθανόν μυθικό- που αναφέρει ο αρχαίος Έλληνας ερευνητής Πυθέας τον 4ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τα γραπτά του, η Θούλη βρίσκεται στον ακραίο βορρά, έξι μέρες βόρεια της Βρετανίας. Για τον λόγο αυτό, το όνομα της Θούλης συμβολίζει από την εποχή της αρχαιότητας την πιο βόρεια άκρη του κόσμου (ultima thule), το ακρότατο όριο.


   Αλλά στην περίπτωση του Παπαποστόλου η “Θούλη” δεν ορίζεται γεωγραφικά και χωρικά. Αν δούμε με προσοχή, θα διαπιστώσουμε ότι με τα δύο κείμενα της συλλογής του, το πρώτο και το τελευταίο τίθεται και το περιεχόμενο των ορίων με όρους όχι χωρικούς αλλά και χρονικούς. Το πρώτο ποιητικό κείμενο της συλλογής “Για την Ιθάκη” (που ανοίγει ένα διάλογο με το γνωστό ποίημα του Καβάφη) αποτιμά μια χρονική διάρκεια και μια πορεία ζωής από την “αρχή”, και στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, το “Άλλη εποχή”, επιβεβαιώνεται ο οριακός χαρακτήρας της ποιητικής “Θούλης”.
   Επομένως εξαρχής έχουμε να κάνουμε με δύο στοιχεία: το χώρο και το χρόνο τα οποία όμως στον ποιητικό νου του Παπαποστόλου παρουσιάζονται ενιαία, ως μία οντότητα, αλλά συγχρόνως και ως εξελισσόμενες διαδικασίες που οδηγούν στα “όρια” . Εκεί στα “όρια” τίθενται ως διακυβεύματα η ζωή και η μοίρα αλλά και η μνήμη και βέβαια η ποιητική κρίση. Συνεπώς το κλειδί της ποιητικής του Παπαποστόλου είναι η βασανιστική αίσθηση της “οριακότητας”.
   Σας θυμίζω ότι ήδη από την πρώτη του ποιητική συλλογή που εκδόθηκε στη Λάρισα από το βιβλιοπωλείο Κέραμος στα 1982 με το σεμνό τίτλο “Ποιήματα”, η έννοια της οριακότητας αποτελούσε ήδη συστατικό στοιχείο της ποιητικής του Παπαποστόλου γεγονός που οπωσδήποτε έχει να κάνει και με το ότι είναι μηχανικός κι επομένως χειρίζεται και χρησιμοποιεί ως επαγγελματικό εργαλείο την έννοια του “οριακού χρόνου” δηλαδή τον βραδύτερο επιτρεπόμενο χρόνο στον οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί ένα γεγονός, χωρίς να μεταβληθεί ο συνολικός χρόνος εκτέλεσης του έργου· αυτό που ονομάζεται και LS ή Late Start.
   Εκεί στην πρώτη του ποιητική συλλογή υπάρχει ένα κείμενο με τίτλο “Οριακός χρόνος”


Τ΄ όνομά μου
Είναι όπως με φωνάζουν
Και έμαθα τόσα χρόνια
Σιωπηλά να υπακούω.
Όμως η σιωπή μου
Είναι μια πελώρια κραυγή
Κρυμμένη.
Τότε το όνομά μου
Είναι το μέγεθος
Που μετρώ την αναμονή
Πριν την οριστική
Αυτονόμησή μου.


Το κείμενο αυτό γραμμένο στις 21 Μαΐου του 1979 είναι σημαδιακό με την έννοια ότι ο Παπαποστόλου ήδη πολύ νωρίς δημιούργησε τον δικό του προσωπικό ατράκτορα (attractor ), τον “παράξενο ελκυστή” της ποίησής του, που δεν είναι άλλος από την έννοια του οριακού χρόνου που διαπερνά -συνειδητά ή ασύνειδα- την ποίησή του. 
   Η ποιητική παραγωγή ενός ατόμου -ιδίως όταν απλώνεται σε ικανό χρονικό διάστημα- μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δυναμικό σύστημα στο οποίο οι αλλαγές που συντελούνται με το πέρασμα του χρόνου είναι διακριτές. (Αρκεί κάποιος να ξεφυλλίσει τις σελίδες της συνολικής ποιητικής παραγωγής ενός συγγραφέα). Όμως αυτές οι αλλαγές -σκόπιμες, απρόβλεπτες ή τυχαίες- διαγράφουν μια “κίνηση” ως προς μια συγκεκριμένη “θέση” στην οποία έλκεται λόγω των συνθηκών η κίνηση και η μεταβολή του συστήματος. Δανείζομαι τον όρο από τα μαθηματικά του Χάους για να δείξω την εσωτερική συνέπεια -συνειδητή ή μη- του ποιητικού νου.
   Ο “οριακός χρόνος” λοιπόν αποτελεί τον ελκυστή της ποιητικής παραγωγής του Παπαποστόλου και εδώ πυκνώνεται η προσωπική αγωνία του και ξεδιπλώνεται ο ποιητικός λόγος με τη συγκεκριμένη θεματική. 
   Εντελώς πρόχειρη απόδειξη: από την τιτλοφόρηση των πενήντα έξι ποιημάτων της συλλογής, τα περισσότερα περιέχουν ευθέως αναφορές στον χρόνο (Εσπέρα, Ανάμεσα στις εποχές, Κάθε που νυχτώνει, Λίγο πριν, Ύστερα από χρόνια, Την επομένη, Άλλη εποχή...), ή τον υπονοούν ( Περιμένοντας, Κάποτε μια φορά, η Πρώτη, Η τελευταία βροχή, Το τελευταίο ταξίδι, Στο τέλος του Σεπτέμβρη...) ή τον περιέχουν ως καίρια στιγμιότυπα και νησίδες μνήμης (Η επιστροφή, Ο παλιός Σεπτέμβρης, Κοντά στο σούρουπο...) 
   Η προηγούμενη διαπίστωση θέτει δύο ζητήματα στα οποία θα επιχειρήσω να απαντήσω:  α) από που προέρχεται η επιλογή της “οριακότητας” ως ποιητικού ελκυστή, ως ασύνειδου ποιητικού κέντρου β) πως η οριακότητα επηρεάζει τη μορφή των ποιητικών δεδομένων. 
α) Δεν ανάφερα τυχαία την - ίσως -παρακινδυνευμένη συσχέτιση ποίησης και δυναμικών συστημάτων. Είπα ότι η ποικιλία των επιμέρους ποιητικών θεμάτων, οι επιλογές των ποιητικών μοτίβων, η επιλογή των ίδιων των λέξεων - σκόπιμες, απρόβλεπτες ή τυχαίες – συστρέφονται γύρω από μια συγκεκριμένη “θέση” στην οποία έλκεται λόγω των συνθηκών η κίνηση και η μεταβολή του συστήματος. 
Λόγω των συνθηκών” λοιπόν!... 
Με την ποιητική συλλογή “Θούλη” του Κώστα Παπαποστόλου βρισκόμαστε στην καρδιά της “γενιάς του '70” της επονομαζόμενης και “γενιάς του Πολυτεχνείου” όχι μόνο διότι, ως γνωστόν, ο Κώστας Παπαποστόλου υπήρξε μια σημαίνουσα νεανική προσωπικότητα στην πορεία του κινήματος των Λαρισαίων φοιτητών και τυπικός εκπρόσωπος της γενιάς του, αλλά και γιατί η ποιητική του πράξη ενσωματώνει τα βασικά εκφραστικά και θεματικά κέντρα της.
Μάλιστα στην περίπτωση του Παπαποστόλου η έκδοση των συλλογών του εμφανίζεται σε χρόνια κρίσιμα για την πλήρη ενηλικίωση της γραμματολογικής γενιάς: η πρώτη του ποιητική συλλογή, τα "Ποιήματα", παρουσιάζεται στη Λάρισα στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 80, η επόμενη, "Ο Μεγάλος Κύκλος", θα περιμένει χρόνια για να εμφανιστεί μέσα στην αποθέωση και την κορύφωση της νεοελληνικής φούσκας το 2005 και τέλος η τωρινή, "Θούλη", μέσα στα χρόνια της βαθιάς κρίσης και των δεδομένων ανατροπών και ριζικών αναθεωρήσεων. Η γραμματολογική γενιά μέσα στα τρία αυτά όρια διέγραψε την πορεία της και μαζί της διέγραψε και “διέγραψε” πλήθος από τις βεβαιότητες ή τις σταθερές της. Στην πραγματικότητα τώρα περατώνει τον κύκλο της και τώρα οφείλει να δώσει το ώριμο έργο. Σε συνθήκες κρίσης η ποίηση που θα γραφεί -δεν έχει άλλο δρόμο- οφείλει να αναστοχαστεί για τους προηγούμενους τρόπους και τη θεματική της.
Ιδού λοιπόν από που πηγάζει η αίσθηση της οριακότητας ως ποιητικός ελκυστής στο έργο του Παπαποστόλου.


β) Βέβαια περιέγραψα την οριακότητα για λόγους κατανόησης εντελώς “τεχνικά” σαν να είναι ένα χωροχρονικό παίγνιο. Μπορεί ίσως να ήταν κάτι τέτοιο στο ποιητικό ξεκίνημα αλλά στο πέρασμα του χρόνου και καθώς πυκνώνει κι ωριμάζει ο ποιητικός λόγος του Παπαποστόλου μετατρέπεται σε κάτι άλλο βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Μετατρέπεται σε υλικό εξομολόγησης. Αν κρυφακούσει κάποιος τα ποιήματα του Κώστα Παπαποστόλου θα καταλάβει ότι έχουμε να κάνουμε με έναν εκπρόσωπο της εξομολογητικής ποίησης στην Ελλάδα. Και δεν αναφέρομαι στις ομολογημένες και εμφανείς επιρροές από τον Καβάφη, τον Ρίτσο, τον Λειβαδίτη, τον Αναγνωστάκη, τον Βύρωνα Λεοντάρη ή τον Καρυωτάκη, αναφέρομαι κυρίως στην επιρροή από την κινέζικη ποίηση, τον Ζακ Πρεβέρ και κυρίως από την ποίηση της αμερικανίδας Αν Σέξτον μίας από τις σπουδαιότερες ποιήτριες των αμερικανικών γραμμάτων που θεωρείται και η σημαντικότερη εκπρόσωπος της λεγόμενης εξομολογητικής ποίησης.
Η επίδραση και η επιρροή δε σημαίνουν υποχρεωτικά και έλλειψη πρωτοτυπίας. Μπορεί η νεωτερικότητα να θεωρεί ότι η πρωτοτυπία είναι μια αδιαπραγμάτευτη δημιουργική αρετή, αλλά τα πράγματα δεν ήταν ανέκαθεν έτσι ούτε πιθανόν να είναι. Οι προτεραιότητες στη δημιουργία αλλάζουν σε βάθος χρόνου και μαζί αλλάζει και ο τρόπος που βλέπουμε τα έργα των ανθρώπων. Στη μετανεωτερικότητα το χρησιμοποιημένο, το ήδη κοινό ή και το κοινότοπο, το μαζικό και το φθαρμένο κατέχει κυρίαρχη θέση μια και διευκολύνει τον αναστοχασμό πάνω στις παλιές ολιστικές μας βεβαιότητες ή και στις σταθερές λογοτεχνικές ή κοινωνικές αξίες. Ο αναστοχασμός με βάση τις προϋπάρχουσες αναγνώσεις παράγει καινούργια αισθητικά αποτελέσματα κι επομένως επηρεάζει τη μορφή των ποιητικών δεδομένων.

Αυτές οι λέξεις γίνονται στίχοι μοναχικοί

να ταξιδέψουν στη βροχή και στον αέρα

με ένα κράτημα μικρό στην ομίχλη του δειλινού

Οι εμφανείς επιρροές δεν αφορούν μόνο τη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή του Κώστα Παπαποστόλου αλλά περι-γράφουν τον πολλυσυλλεκτικό τρόπο που επέλεξε για την ποιητική δημιουργία μία ολόκληρη γενιά. Άλλωστε ποιητικά μοτίβα όπως ο εγκλεισμός, η μόνωση, η μνήμη, η αμφιθυμία, τα ποιήματα ποιητικής είναι κοινά για όλους τους ποιητές της γενιάς του '70.
Η οριακότητα του Παπαποστόλου τον εξωθεί σε μια ποιητική προσπάθεια να ανασύρει θραύσματα από το πιο βαθύ και πιο σπασμένο κομμάτι του εαυτού του, ποίηση συχνά οδυνηρή, μιλά για το θάνατο αλλά και για όσους επιλέγουν τη ζωή και καταγράφουν μια πορεία μεταξύ των ανώτατων και των κατώτατων σημείων του ανθρώπινου ψυχισμού και των απολαύσεων της ζωής. Γι' αυτό και πολλά κείμενα διατηρούν έναν ασθματικό ρυθμό και μοιάζουν σα να ξεκινούν μια ιστορία η οποία όμως δεν ολοκληρώνεται σχεδόν ποτέ. Έτσι η αφηγηματική αρχή απομένει μετέωρη και εκκρεμής κλείνοντας συχνά απότομα λες και μαζεύεται να μην αποκαλυφθεί και δημιουργούν μια ποίηση που

μας βυθίζει μέχρι το λαιμό

στον τρόμο

Γιατί έτσι γνωρίζουμε βαθύτερα τη ματαιότητα

της ύπαρξης

καθώς οι στίχοι συνθέτουν το αναπότρεπτο

Τέλος.


Να με θυμηθείτε.

Ο Παπαποστόλου θα γράψει σύντομα και άλλη ποιητική συλλογή. Και είμαι βέβαιος ότι η νέα του εργασία θα είναι ένα βήμα παραπέρα. Από την ανίχνευση των χρησιμοποιημένων στοιχείων θα προχωρήσει σε μία σύνθεση αυτών των στοιχείων σε χρηστικές ποιητικές αφηγήσεις γιατί αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει και να μας δώσει. Άλλωστε ξέρει καλά αυτό που έγραψε η Αν Σέξτον στο ποίημα "Welcome Morning" της συλλογής "Τhe Awful Rowing Toward God" (Η φρικτή κωπηλασία προς το Θεό):


Υπάρχει χαρά σε όλα… Η χαρά που δεν μοιράζεται, άκουσα, πεθαίνει νωρίς. 
Ή για να το πω με τα λόγια του Παπαποστόλου:


        Για σένα
Στο περιθώριο
να ακουμπάς τα δάχτυλά σου
Εκεί που δεν σε φτάνουν οι ματιές
να κοιμάσαι
Αόρατη σκιά στις σκιές
του χρόνου
Αόρατο στίγμα
στον αέρα
Μόνο εσύ
θα αναγνωρίζεις τον εαυτό σου
Μόνο εσύ θα θυμάσαι
πως ακολουθούν τους ήρωες
Σιωπηλά
Για να κριθείς επίγεια
Αφού δεν υπάρχουν
ουρανοί
Να κατοικείς στο τίποτε
Στο μηδέν να μετράς
τα βήματά σου
Και να βυθίζεσαι
σε μια στάχτη ντροπής
Για όσα δεν γίνηκαν ακόμη.



Θωμάς Ψύρρας

Αθήνα 28 Μαρτίου 2013