Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λάρισα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λάρισα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Μαΐου 2025

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης: «Θα πέσει η νύχτα»


Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης είναι από εκείνους τους πεζογράφους που δεν προσπαθούν να συντηρήσουν το όνομά τους στην εκδοτική επικαιρότητα γράφοντας ένα έργο κάθε δώδεκα μήνες. Ο Τζαμιώτης χρειάζεται χρόνο περισυλλογής που σημαίνει ότι το έργο του πρώτα ωριμάζει εσωτερικά αργά - αργά και κατόπιν η γραφή του γίνεται μια διαδικασία καλά σχεδιασμένη, βασισμένη στην επίπονη έρευνα και την ενδελεχή παρατήρηση. Έξι χρόνια πέρασαν από το «Σε ποιον ανήκει η κόλαση» το τελευταίο του βιβλίο του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη· περίοδος μεγάλης δημιουργικής «σιωπής» που προετοίμασε το καινούργιο του έργο, το «Θα πέσει η νύχτα» ένα πολυπρόσωπο και πολυφωνικό μυθιστόρημα, ένα χείμαρρο μυθοπλασίας 717 σελίδων.

Θα μου επιτρέψετε, πριν περάσω στην παρουσίαση του βιβλίου, να επισημάνω κάτι που συχνά παραβλέπουμε: ότι το μυθιστορηματικό είδος σε όλες του τις ειδολογικές παραλλαγές δεν είναι τελικά παρά μια βιογραφία ή κάποιες βιογραφίες που μεταξύ τους διαπλέκονται και δημιουργούν έναν ιστό πλοκής με βάση τη ζωές των ηρώων, τις συγκρουσιακές ή αγαπητικές σχέσεις με άλλους χαρακτήρες, τις αντιφάσεις, τις επιλογές τους στα γυρίσματα της ζωής και της ιστορίας και τελικά τη «μοίρα» τους. Αν αυτό ισχύει εν μέρει, ισχύει απολύτως για το μυθιστόρημα του Τζαμιώτη.

 Το φαινομενικά θεματικό κέντρο στο «Θα πέσει η νύχτα» είναι η οικογενειακή ιστορία του Λευτέρη Διαμαντόπουλου ενός καλλιεργημένου Λαρισαίου μεγαλοεπιχειρηματία και γαιοκτήμονα. Τον παρακολουθούμε στα επιχειρηματικά του σχέδια, στις οικονομικές του διαπραγματεύσεις, στον τρόπο διαχείρισης της μεγάλης περιουσίας και στις σχέσεις του με τους συνεργάτες και τους υφισταμένους του αλλά και στον τρόπο που οργάνωσε τη ζωή του στο μεγάλο αγρόκτημα που κληρονόμησε από τον πατέρα του και φρόντισε να το αυγατίσει. Η ζωή του Διαμαντόπουλου όπως παρουσιάζεται στο μυθιστόρημα του Τζαμιώτη χαρακτηρίζεται από την επιμονή του σ’ αυτό που θα αποκαλούσαμε «επιμέλεια του εαυτού». Είναι ένας δυναμικός μυθιστορηματικός χαρακτήρας, που βασίζεται στη λογική και τη στοχαστικότητα· ένας άνθρωπος που πλάι στο κρεβάτι του έχει ένα βιβλίο του Έλληνα φιλοσόφου Παναγιώτη Κονδύλη στη σκέψη του οποίου καταφεύγει ως μορφή καθαρής άσκησης του εαυτού για να σπονδυλώσει και να διευθύνει τον τρόπο της ζωής του. Κυρίως όμως παρακολουθούμε τις σχέσεις του με τα στενά μέλη της οικογένειάς του:
Η μητέρα του,
μια δυναμική γυναίκα σε μεγάλη ηλικία, έχει επιλέξει να ζει αυτεξούσια σε ένα ξενοδοχείο της Λάρισας, μακριά από το αγρόκτημα, στο οποίο επέστρεψε αναγκαστικά μόνο όταν παρουσίασε συμπτώματα απώλειας μνήμης και προσανατολισμού.
Η σύζυγός του
Διαμαντόπουλου, η Βασιλική, μητέρα των δύο παιδιών του, διατηρεί σποραδικές επαφές μια και τον εγκατέλειψε και ζει μόνιμα στην Αθήνα ακολουθώντας τη δική της προσωπική πορεία.
Η αγαπημένη κόρη του Άζια, το alter ego του Διαμαντόπουλου, είναι το αγαπημένο παιδί του. Είναι οικολόγος που σπουδάζει στο Λονδίνο και βρίσκεται για μια ακτιβιστική δράση στη Χαλκιδική όπου γνωρίζει τον γοητευτικό μαθηματικό και υλοτόμο Πέτρο με τον οποίο συνάπτει ερωτικό δεσμό. Μαζί προσπαθούν να ενεργοποιήσουν τις αντιδράσεις στα ορυχεία που καταστρέφουν το δάσος. Η ερωτική της σχέση με τον Πέτρο και η ζωή στο δάσος της αλλάζει τον τρόπο της ζωής της. Η πλούσια καλομαθημένη κοπέλα έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματικότητα και μαθαίνει να βλέπει τον εαυτό της κάτω από το πρίσμα μιας συνεχούς μάχης μέσα στη ζωή. Μαθαίνει να ζει μέσα από τη σκληρότητα των εμποδίων.
Ο Αχιλλέας ο έφηβος γιος του, μαθητής του Κολεγίου στο Ψυχικό μένει αναγκαστικά με τη μητέρα του αλλά περνά τα καλοκαίρια στο κτήμα τριγυρνώντας ανέμελος σε όλη την περιοχή παρέα με τον Πάτροκλο τον αγαπημένο συνομήλικο εξάδελφο καβάλα στα μηχανάκια τους.
Ο Βαγγέλης, πρώτος ξάδερφος του Διαμαντόπουλου, παντρεμένος με την Τασία, δουλεύει για λογαριασμό του Διαμαντόπουλου ως γενικός επιστάτης του πελώριου κτήματος και μένει δίπλα στο κονάκι σε ένα μεγάλο σπίτι. Αποτυχημένος ως επιχειρηματίας, προβληματικός ως χαρακτήρας, κρύβει με επιμέλεια την προσωπική του ζωή και συσσωρεύει μέσα του τη ζήλεια και το φθόνο που τον οδηγούν σε πράξεις αυτοκαταστροφικές.
Η εξηνταπεντάρα Κατερίνα αεικίνητη και ακούραστη η γυναίκα έχει τη γενική φροντίδα του σπιτιού αλλά και τη φροντίδα της γηραιάς μητέρας του Διαμαντόπουλου.
Η ωραία Δήμητρα προσλαμβάνεται στο σπίτι για μαγείρισσα για να γίνει τελικά η κρυφή ερωμένη του Διαμαντόπουλου
Κοντά σ’ αυτά τα πρόσωπα
του άμεσου περιβάλλοντος του Διαμαντόπουλου θηλυκώνονται πρόσωπα τα οποία αρχικά φαίνονται να έχουν μικρή ή καθόλου σχέση με την πορεία της οικογένειας, όπως ο συμπαθητικός ανάπηρος Βασιλάκης Κιντής, ένας φωκνερικός ήρωας, που παρότι «διέθετε δύναμη και παλικαριά τριών, τεσσάρων γεροδεμένων αντρών […] δεν ήθελε να τον φοβούνται, να τον αγαπάνε ήθελε, όπως προσπαθούσε να τους αγαπάει κι αυτός ότι καζούρα κι αν του έκαναν». Υποστηρίζει την ΑΕΛ και γνωρίζει με απίστευτη λεπτομέρεια τα πάντα για το ποδόσφαιρο, αληθινή αθλητική εγκυκλοπαίδεια, που χρησιμοποιεί τις γνώσεις του ως τρόπο να αυτοεπιβεβαιώνεται ως άνθρωπος και να αντιμετωπίζει το διαρκές μπούλινγκ των συγχωριανών του.
Ο
Νίκος, αδερφός της Τασίας, σπουδαγμένος ιστορικός έχει βάλει σκοπό της ζωής του να ετοιμάσει ένα διδακτορικό για τους άταφους νεκρούς του ελληνοϊταλικού πολέμου στα βουνά της Αλβανίας. Όταν με τη μεσολάβηση του Διαμαντόπουλου του δίνονται τα απαιτούμενα μέσα μεταβαίνει στην Αλβανία και αναζητά τα οστά δύο ελλήνων φαντάρων.
Η
Στέλλα είναι η μυστηριώδης ερωμένη του Νίκου, ο Κρίτας ο πρώην πράκτορας της ΕΥΠ προσφέρει τώρα τις υπηρεσίες του σε κάθε αναζήτηση, η Λίτσα Σοροβόλα η τραγουδίστρια και μεγάλος έρωτας του Κρίτα.
Και κοντά σ’ αυτούς, ο Γιάννης Στάλας, ένας περιθωριακός φασιστοειδής τύπος, παλαιστής και προαγωγός, διατηρεί με τον αδερφό του ένα παρακμιακό καθαριστήριο στην Αθήνα αλλά διαρκώς ονειρεύεται να πιάσει την καλή με μέσα άνομα και δεν διστάζει να μπλέξει με άσχημες παρέες. Η σχέση του με την Ούσρα, τη νεαρή μαυρούλα πόρνη, θα τον φέρει σε ένα κωλόμπαρο έξω από τη Λάρισα, όπου θα πουλήσει τη νεαρή σαν φρέσκο κρέας στους πεινασμένους για μαύρη σάρκα Θεσσαλούς αγρότες.

Πλήθος τα πρόσωπα, αληθινή πινακοθήκη ανδρών και γυναικών: επιχειρηματίες, βουλευτές, υπάλληλοι, εργάτες, χωριάτες, γιατροί, αστυνομικοί, ζωγράφοι, καφετζήδες, διανοούμενοι, πρόσωπα που έρχονται από το παρελθόν της οικογένειας, αλήτες και άνθρωποι του περιθωρίου, μπράβοι νυχτερινών κέντρων, πόρνες, μπαργούμεν, υλοτόμοι… Λογής ζωές ανθρώπων, λογής πορείες βίου, λογής ιδεολογίες, λογής κρυφές προσδοκίες, λογής ομολογημένα και ανομολόγητα πάθη, λογής φορτία προσωπικών αντιφάσεων. Ο Τζαμιώτης δημιούργησε ένα συνθετικό μυθιστόρημα με όλη τη σημασία που κουβαλά η έννοια της σύνθεσης.

                               

Από όσα αράδιασα, νομίζω έγινε κατανοητό ότι δεν μίλησα για την υπόθεση, το story, και το τέλος του βιβλίου. Και δεν θα το αποκαλύψω, γιατί θα ήταν σαν να υπονόμευα την ανάγνωση του βιβλίου. Μπορώ όμως να σας δώσω μια σειρά από στοιχεία που θεωρώ άξια να επισημανθούν με σκοπό αφενός για να εξάψω την αναγνωστική σας περιέργεια και αφετέρου για να σας βοηθήσουν, όσο γίνεται, να εντοπίσετε τις ιδιαιτερότητες στην οργάνωση του μυθοπλασίας του μυθιστορήματος.
   Στοιχείο πρώτο: ο χρόνος εντός του οποίου στήνεται το βιβλίο καλύπτει δύο χρόνια, από το 2021 ως το 2023. Ωστόσο, ο Τζαμιώτης ανοίγεται στο παρελθόν των ηρώων του και καλύπτει πολύ πιο μεγάλη ιστορική διάρκεια
σε ένα παιχνίδι όπου η επιδερμίδα του παρόντος υποβαστάζεται στις στοιβάδες του παρελθόντος. Γιατί πάντα το παρελθόν βρίσκει αιφνίδια δίοδο στις επιλογές των προσώπων.
   Στοιχείο δεύτερο: ο τόπος εντοπίζεται γεωγραφικά. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου εκτυλίσσεται στον λαρισαϊκό κάμπο -κάπου κοντά στη Γυρτώνη- στα γύρω χωριά και στην ίδια τη Λάρισα. Ο γενέθλιος χώρος του Τζαμιώτη μυθοποιείται. Και είναι γοητευτικό να περιπλανιέσαι στην «αφηγημένη» πόλη. Ο Λαρισαίος αναγνώστης θα το απολαυσει. Άλλωστε μια πόλη γίνεται πραγματική πόλη μόνον όταν μυθολογηθεί, όταν δηλαδή την περπατήσεις μέσα από τα μάτια των χαρακτήρων της λογοτεχνίας.
   Στοιχείο τρίτο: η πολυτοπική κινητικότητα των ηρώων οι οποίοι περιτρέχουν (και μαζί τους και οι αναγνώστες) τα δάση και τα χωριά της Χαλκιδικής, τις Σκουριές, τις μεγαλοαστικές αλλά και τις υποβαθμισμένες γειτονιές της Αθήνας, την πλατεία Βικτωρίας, τα Εξάρχεια, το Κολωνάκι, τα χωριά και τις κωμοπόλεις της Μεσσηνίας, τα ελληνόφωνα χωριά της Αλβανίας, το ύψωμα 731 της θυσίας των Ελλήνων φαντάρων, τα σκυλάδικα και τα μπαρ της εθνικής οδού… Αυτό δημιουργεί συνθήκες μιας πολύχρωμης κοινωνικής και πολιτικής αφήγησης που αναδεικνύει τις πολύπλοκες και πολυσήμαντες διεργασίες που συντελούνται στις ψυχές των χαρακτήρων αλλά και στην κοινωνία μας.
   Στοιχείο τέταρτο:
σε μια εποχή κυνισμού, απληστίας και ατομικισμού, οι ήρωες του Τζαμιώτη -ακόμα και οι «κακοί» του βιβλίου- αντιμετωπίζονται με συγγραφική κατανόηση. Πλάι στον πλούτο, την εξουσία, την επιθυμία για ισχύ, τη διαφθορά, την εκμετάλλευση, την πορνεία, την εγκληματικότητα, το φόνο οι ήρωες του Τζαμιώτη μπορούν να πράξουν το «καλό» μέσα από μικρές, καθημερινές πράξεις. Να δημιουργήσουν να ερωτευτούν, να δείξουν τρυφερότητα, αλληλεγγύη ή συγχώρεση. Ο Τζαμιώτης δημιουργεί ήρωες οι οποίοι μέσα από τις αντιφάσεις τους «περιγράφουν» την περιπέτεια της ύπαρξης. Ο Τζαμιώτης ακόμα κι όταν αναφέρεται στο κακό αφήνει ανοιχτή τη χαραμάδα να εισχωρήσει το καλό. Ο Τζαμιώτης έχει εμπιστοσύνη του στην καλοσύνη.
   Στοιχείο πέμπτο: η γλώσσα της αναλυτικής σχεδόν κινηματογραφικής περιγραφής. Η γλώσσα της περιγραφής μετατρέπεται σε ένα ρεαλιστικό πίνακα που όσο τον πλησιάζουμε τόσο οι λεπτομέρειες κατακλύζουν το οπτικό μας πεδίο, και όλες μαζί αναδιοργανώνονται σε ένα σωρό κινήσεων όπου οι αντιδράσεις των προσώπων μεταμορφώνονται σε μια θαυμαστή μελωδία της εσωτερικής ζωής. Και καθώς η περιγραφή συνδυάζεται με παρέμβλητες εξιστορήσεις δίνει ολοκάθαρα την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής μας με τις μικρές συνήθειες, τις ιδεολογικές αμφιβολίες και τις αδυναμίες των βεβαιοτήτων μας.

Πρωτύτερα είπα ότι «ο Τζαμιώτης δημιούργησε ένα συνθετικό μυθιστόρημα με όλη τη σημασία που κουβαλά η έννοια της σύνθεσης». Πρέπει να εξηγήσω τον χαρακτηρισμό.
   Ο Μπόρχες στους «Τέσσερεις κύκλους» στη συλλογή «Το χρυσάφι των Τίγρεων» κάνει λόγο για τις 4 αρχετυπικές γενετικές μυθοπλασίες πάνω στις οποίες χτίζονται αιώνες τώρα αναρίθμητες παραλλαγές που οικοδομούν την παγκόσμια λογοτεχνία: η πρώτη αναφέρεται στη μάχη μιας πόλης οι υπερασπιστές της οποίας ξέρουν ότι ο αγώνας τους είναι μάταιος κι ότι τελικά θα υποκύψουν (από την «Ιλιάδα» έως τον «Πόλεμο των άστρων»), η δεύτερη αναφέρεται στην περιπλάνηση και την επιστροφή του ήρωα (από την «Οδύσσεια» έως τις περιπλανήσεις του «Σεβάχ του θαλασσινού»), η τρίτη αναφέρεται στην αναζήτηση κάποιου σωτήριου προσώπου ή αντικειμένου που γίνεται μέγας σκοπός της ζωής του ήρωα (από το μύθο για το Χρυσόμαλλο δέρας έως τον πλοίαρχο Έιχαμπ του «Μόμπυ Ντικ» που κυνηγά τη φάλαινα ή τον ήρωα του Κάφκα που αναζητά τη Δικαιοσύνη) και τέταρτη ο μύθος που περιστρέφεται γύρω από το θέμα του θανάτου και της αναγέννησης (από τον μύθο του Διόνυσου έως τον Ιησού της Καινής Διαθήκης). Σ’ αυτές τις ιδρυτικές ιστορίες πρέπει να προσθέσουμε ακόμη μία πέμπτη: τον «μύθο του ήρωα» που αντιμάχεται τις δόλιες δυνάμεις που προσπαθούν να υπονομεύσουν την κυριαρχία ή την υστεροφημία του και μέσα από την πάλη και τον προσωπικό του αγώνα κατακτά την αυτογνωσία και την ολοκλήρωση (από το «Βασιλιάς Άρθουρος και οι Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης» έως το «Ο γέρος και η θάλασσα» του Ernest Hemingway και τον «Χάρι Πότερ» της J.K. Rowling).
   Όταν τελείωσα την ανάγνωση του «Θα πέσει η νύχτα» αναρωτήθηκα ποιος από τους πέντε ιδρυτικούς μύθους άρδευε το μυθιστόρημα του Τζαμιώτη. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι η πολυδαίδαλη υπόθεση του μυθιστορήματος ήταν δομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε συνέπλεκε και τους πέντε ιδρυτικούς μύθους. Ο Γιάννης Στάλας μάχεται με τον περιθωριακό τρόπο της ζωής του γνωρίζοντας ότι τελικά θα υποκύψει, η κόρη του Διαμαντόπουλου περιπλανιέται στη Χαλκιδική για να επιστρέψει ώριμη στο πατρογονικό κτήμα, ο Νίκος αναζητά τα οστά των φαντάρων ως μέγα σκοπό της ζωής του, ο Βασιλάκης Κιντής πεθαίνει και γεννιέται μέσα από το δυστύχημα που τον κατέστησε ανάπηρο, ο Διαμαντόπουλος αντιμάχεται τις δυνάμεις που προσπαθούν να υπονομεύσουν την κυριαρχία της οικογένειάς του. Έχουμε μια ευρεία σύνθεση από πέντε μυθοπλασίες που μπλέκονται μεταξύ τους: οικογενειακό χρονικό, μυθιστόρημα νουάρ, αστυνομικό μυθιστόρημα, μυθιστόρημα ενηλικίωσης, υπαρξιακό θρίλερ. Πόσα μυθιστορήματα μπορούν να καυχηθούν ότι πέτυχαν μια τέτοια σύνθεση;

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα σπουδαίο βιβλίο. Ένα βιβλίο «κεντροευρωπαϊκό» σαν τα μεγάλα μυθιστορήματα του μεσοπολέμου του Μούζιλ, του Τσβάιχ, του Κανέτι, του Ροτ, του Μπροχ (κι αυτό το λέω με πλήρη επίγνωση για την αξία του έργου). Ο Τζαμιώτης έγραψε το μεγάλο μυθιστόρημα μιας μεταβατικής εποχής. Ο Τζαμιώτης με το συνθετικό του μυθιστόρημα δεν δίνει απαντήσεις. Θέτει ερωτήματα κι αυτό φαίνεται από τον τίτλο.«Θα πέσει η νύχτα». Μια απαισιόδοξη πρόβλεψη. Όπως είπε σε μια συνέντευξή του «δεν υπάρχουν περίοδοι ειρήνης. Υπάρχουν εμπόλεμες περίοδοι και μεσοπόλεμοι. Εδώ ταιριάζει και ο τίτλος Θα πέσει η νύχτα. Φοβάμαι ότι ζούμε πάλι ένα μεσοπόλεμο. [...] Ζητήματα που θεωρούσαμε λυμένα μοιάζουν ξανά προς διαπραγμάτευση». Σε μια μεταβατική εποχή σαν τη δική μας στην οποία δεν υπάρχουν βεβαιότητες ούτε ασφαλείς συνθήκες αυτό που έμοιαζε «ιδεολογικά ορθό» και έδινε σιγουριά και ασφάλεια στην ανθρώπινη πορεία, τώρα μοιάζει να υπονομεύεται εκ των έσω. Οι ιδεολογίες ανατρέπονται, ο ατομικισμός υπονομεύει τη συλλογική ζωή, η φύση αμύνεται στις αλόγιστες δράσεις μας, το «καλό» και το «κακό» δεν είναι πλέον ξεκάθαρες κατηγορίες ήθους. Το ελεύθερο άτομο, απέναντι στους άλλους ανθρώπους, διακυβεύει τη μοίρα του μέσα στο χρόνο και μπρος το θάνατο. Είναι η ευθραυστότητα των ανθρώπινων σχέσεων και η τραγικότητα της ανθρώπινης κατάστασης όπου οι βεβαιότητες και η σιγουριά μπορούν να ανατραπούν απρόσμενα. Είναι αυτό που ο Kierkegaard ονομάζει αγωνία και ο Nietzsche ονομάζει κίνδυνο. Εκεί ανακαλύπτουμε ότι πέρα από τον εαυτό μας υπάρχει κάτι Άλλο που μας υπερβαίνει, κι ότι από αυτό εξαρτάται η ύπαρξη. Τελικά, αυτό το κάτι Άλλο ήταν το γονιμοποιό επίκεντρο πάνω στο οποίο παιδεύτηκε η μυθοπλασία του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη.

Θωμάς Ψύρρας
Λάρισα 28-5-2025




Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

Κώστας Λάνταβος: «Η Σεβαστή»

Κώστας Λάνταβος: «Η Σεβαστή»

ή

μαζεύοντας το χυμένο γάλα






Η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία (μυθιστόρημα, διήγημα, νουβέλα) μας παρουσιάζεται με τέσσερα βασικά θεματικά είδη:

α) αφηγήματα που εκμεταλλεύονται το ιστορικό παρελθόν, το οποίο χρησιμοποιείται ως χαλί πάνω στο οποίο απλώνεται η μυθοπλασία Συχνά παίρνουν τη μορφή είτε ιστορικών μυθιστορημάτων, είτε πεζών κειμένων εποχής με έντονες νεοηθογραφικές αναπλάσεις, είτε αφηγηματικών κειμένων με έντονη τάση αυτοβιογράφησης (παιδική ηλικία, δυσκολίες ενηλικίωσης, οικογενειακά δράματα κλπ). Ουσιαστικά πρόκειται για συγγραφικές προσπάθειες αυτογνωσίας, που πολλαπλασιάζονται σε καιρούς μεταιχμιακούς, όταν οι κοινωνίες βρίσκονται σε δύσκολες καταστάσεις μετάβασης από μια παλιότερη μορφή οργάνωσης σε μιαν άλλη σύγχρονη και γι’ αυτό άγνωστη και φοβική.

β) αφηγήματα που θεμελιώνονται στην τρέχουσα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα (πολλά από αυτά μάλιστα χρησιμοποιούν τη φόρμα του αστυνομικού αφηγήματος). Δανείζονται τη θεματική τους από προβλήματα που μας απασχολούν καθημερινά: τον ρατσισμό, τον εθνικισμό, τη διάρρηξη των δεσμών στη σύγχρονη οικογένεια, το ρόλο των ΜΜΕ, τη θέση μας στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, τη βιοηθική, την κλιματική αλλαγή, τη βία, τη σχέση μας με την ετερότητα, τη συνύπαρξη με τον «Άλλο», τον «ξένο» ή τον «πρόσφυγα», την πανδημία, τα ναρκωτικά, τις ταυτότητες φύλου κλπ.

γ) αφηγήματα που επικεντρώνονται στον «εσωτερικό άνθρωπο», στις ανθρώπινες σχέσεις και την ανάλυση του «εγώ» και αναδεικνύουν την αλλοτρίωση, την ιδιώτευση, την εσωστρέφεια, την κατάθλιψη και την τρέλα. Τα αφηγήματα αυτού του είδους παράγουν είτε πεζά με κλασική αληθοφανή γραφή ή, αντίθετα, μεταμοντέρνα πεζά που βασίζονται σε αυτοαναφορικές κατασκευές χτίζοντας, όχι την αφήγηση μιας περιπέτειας αλλά την περιπέτεια μιας αφήγησης.

δ) και τέλος, αφηγήματα που χρησιμοποιούν το είδος του φανταστικού και αποδίδουν την πραγματικότητα με αλληγορίες, με ρωγμές στον ρεαλισμό, επενδύοντας στο άλογο και το παράλογο, στο μεταφυσικό και το υπερφυσικό, στο παράδοξο, στο παρά-λόγον και στο ανοίκειο.


Οφείλω να επισημάνω ότι πρόκειται για μια γενικευτική ταξινόμηση -όπως όλες οι ταξινομήσεις που επιδιώκουν οριοθετημένες και «καθαρές» μορφές. Στην πραγματικότητα, η σύγχρονη πεζογραφία μας κινείται σε πολλά επίπεδα, είναι πολύμορφη, αναμειγνύει μορφές, ενσωματώνει ποικίλες θεματικές, πειραματίζεται με εκφραστικούς τρόπους, χωνεύει παγκόσμιες επιρροές (αγγλοσαξωνικές, ευρωπαϊκές, λατινοαμερικάνικες, ακόμα και ινδικές ή αφρικανικές κλπ), δανείζεται στοιχεία από το ένα ή το άλλο είδος σε απόλυτη ελευθερία επιλογής.


Σε όλες της όμως τις εκφάνσεις, η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία χαρακτηρίζεται από ένα θεμελιακό στοιχείο: το κοινωνικό εναλλάσσεται με το ατομικό και το ατομικό με το κοινωνικό. Κι έτσι ο τρόπος με τον οποίο υλοποιείται ετούτη η εναλλαγή, γίνεται το βασικό ειδοποιητικό στοιχείο στην παραγωγή της σύγχρονης πεζογραφίας μας.


Ανέφερα τα προηγούμενα μόνο και μόνο για να περιγράψω ακροθιγώς το πεδίο στο οποίο εισέρχεται ο καθένας πεζογράφος που αποτολμά να εκδώσει ένα βιβλίο του στην ελληνική αγορά. Να έχει επίγνωση ότι εισέρχεται σε ένα πεδίο «προστρίψεων», που έλεγε μέσα από τους πεζούς στίχους του ο Ανδρέας Εμπειρίκος στη «Οκτάνα».1 Οφείλει να έχει ένα είδος προκατανόησης του λογοτεχνικού πεδίου για να ψυχανεμίζεται σε ποιο χώρο εισέρχεται ώστε να μπορεί να διαισθάνεται τι επιδιώκει, τι συνεισφέρει στο πεδίο και τι του υπολείπεται.

Και έρχομαι στη «Σεβαστή» του Κώστα Λάνταβου.

Ο Λάνταβος δεν είναι πεζογράφος. Είναι ποιητής δοκιμασμένος, με έργο ποιητικό αξιόλογο μακράς πορείας. Αυτό από μόνο του είναι μειονέκτημα (ή μήπως πλεονέκτημα;). Ο Λάνταβος εισέρχεται στο πεδίο της πεζογραφίας με ένα δύσκολο είδος: τη νουβέλα εποχής, ένα πεζό κείμενο εποχής με έντονες νεοηθογραφικές αναπλάσεις.

Δύσκολο πράγμα! Σα να μαζεύεις χυμένο γάλα.

Η νουβέλα, ως είδος, δεν έχει τις απαιτήσεις του διηγήματος (δηλαδή την αποτύπωση μιας πλοκής σε μικρή έκταση, όπου η ροή της γλώσσας φωτογραφίζει την κορύφωση και συμπυκνώνει το σπουδαίο σε λίγες λέξεις), ούτε τις απαιτήσεις του μυθιστορήματος (που αφορά τη μεγάλη απλωμένη πολυφωνική σύνθεση που παίζει με την ισορροπία των αντιθέσεων και των συγκρούσεων). Η νουβέλα συνδυάζει τη μεγάλη με τη μικρή φόρμα και αγωνίζεται να διατηρήσει μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο καίριο και το πολυσύνθετο. Δύσκολο πράγμα!


Πώς αντιμετωπίζει ο Λάνταβος ετούτες τις δυσκολίες σε επίπεδο κατασκευής; Καταφεύγει σε μια εξιστόρηση του πραγματικού. Αυτό σημαίνει ότι θεματικά αφήνει στην άκρη την προσπάθεια της φανταστικής μυθοπλασίας και προσγειώνεται κυριολεκτικά στο “γεγονός”, σ’ αυτά που έχουν όντως συμβεί.

Ο Λάνταβος φυλάγεται από τις κακοτοπιές της ηθογραφίας. Αποφεύγει τη μανιέρα των κακών ηθογράφων που παρουσίαζαν την ελληνική επαρχία ως άδολη κατοικία περήφανων και αγνών ψυχών. Υιοθετεί μια καταγραφική -αντικειμενική στάση που δίνει στη νουβέλα μια σχεδόν ανθρωπολογική αξία.

Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’50 στα Ταμπάκικα της Λάρισας. Το ζεύγος Στέργιου και Σεβαστής ζει και σταδιακά πλουτίζει στο περιθώριο της συνοικίας χωρίς να τεκνοποιήσουν παρά τις προσπάθειές τους. Η ατεκνία οδηγεί το Στέργιο στη σύλληψη ενός σχεδίου απομάκρυνσης της Σεβαστής ώστε να μην κατηγορηθεί ο ίδιος ως υπαίτιος του διαζυγίου αλλά να φορτωθεί τη ντροπή του διαζυγίου η Σεβαστή. Η εξέλιξη της ιστορίας του ζεύγους εκτείνεται στα δέκα πρώτα χρόνια του έγγαμου βίου τους συν τα δύο χρόνια κατά τα οποία έρχεται στο σπίτι τους ο ενοικιαστής αξιωματικός ο οποίος τελικά γίνεται μετά από συνεννόηση με τον Στέργιο ο φορέας ντροπής της άτεκνης γυναίκας. Συνολικά η νουβέλα καλύπτει περίπου μια δεκαπενταετία. Η Σεβαστή, μια αδικημένη και συκοφαντημένη άτεκνη γυναίκα, τελικά καθαρίζει την ντροπή με το καυστικό υγρό στον άνθρωπο που τη συκοφάντησε προκαλώντας του «βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη» όπως όριζε η νομολογία του Αρείου Πάγου για τις επιθέσεις με βιτριόλι προβλέποντας ποινή κάθειρξης μέχρι και 10 χρόνια στον/στην δράστη.


Ο Λάνταβος όμως επέλεξε να μη λειτουργήσει ως καταγραφέας μιας ρεαλιστικής non fiction καταγραφής. Θα ήταν εύκολο, λόγω της έντασης του θέματος, να χρησιμοποιήσει άμεσες αναφορές από τον Τύπο της εποχής για την υπαρκτή βιτριολίστρια ηρωίδα ή να διανθίσει τη νουβέλα με «συνεντεύξεις» του άμεσου περίγυρου που αφορούσαν την προσωπικότητα της δράστιδος. Αντ’ αυτών επιλέγει τον τρόπο της κλασικής τριτοπρόσωπης αφήγησης, όπου ένας γνώστης αφηγητής έρχεται από το σήμερα να εξιστορήσει αλλά και να σχολιάσει τα γεγονότα του παρελθόντος με κατανόηση για τη συμπεριφορά της Σεβαστής συμπαραστεκόμενος αφηγηματικά στο τιμωρητικό χέρι της ηρωίδας.

Στη νουβέλα, που καλύπτεται αποκλειστικά από την τωρινή αφήγηση του αφηγητή, μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερεις διαστάσεις:

  • τη σημασιολογική (που αφορά τα περιεχόμενα και τον κόσμο που αναπαρίσταται στην αφήγηση)

  • τη συντακτική (που αφορά τις συνδέσεις που ενώνουν αιτιολογικά τις αφηγούμενες πράξεις των ηρώων)

  • τη ρηματική (που αφορά την εκφορά του λόγου και τις φράσεις που συγκροτούν το κείμενο)

  • και την προσληπτική (που ορίζει τη συναισθηματική συμμετοχή του αναγνώστη σε σχέση με τα τεκταινόμενα της αφήγησης).


Ο περίγυρος της κοινωνίας στα Ταμπάκικα της δεκαετίας του ’50 είναι ο αφανής πρωταγωνιστής της ιστορίας. Τα σιωπηλά πρόσωπα -που ακούν, παρατηρούν, σχολιάζουν και εν τέλει καταδικάζουν- είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Αυτός ο μικρόκοσμος με την παγιωμένη νοοτροπία για τη γυναικεία υποταγή και την ανδρική εξουσία, που θεωρεί ατιμωτική την ατεκνία φορτώνοντας το «αμάρτημα» στη γυναίκα, που έχει ιδιαίτερη αντίληψη για την «τιμή» της γυναίκας και την «αξιοπρέπεια» του άντρα, αυτός πνίγει τη σχέση του ζεύγους Σεβαστής-Στέργιου και πάλι αυτός δίνει ανάσα στη Σεβαστή στο τέλος της περιπέτειάς της.

Η μικροαστική νοοτροπία των νεοαφιχθέντων αγροτικών στρωμάτων στις συνοικίες που συγκροτούν την πόλη της Λάρισας, διαμορφώνει κατά τις δεκαετίες του50 και του60 ένα ιδιαίτερο νοοτροπιακό μείγμα «αστικής καθυστέρησης» ενισχυμένης από επιδιώξεις νεοπλουτισμού, κατανάλωσης, ευζωίας και κατασκευής «καλού ονόματος». Αυτή η καμπίσια νοοτροπία που έχει ρίζες στο χωριάτικο αξιακό σύστημα, κατευθύνει τις σχέσεις των δύο φύλων και αναμεμειγμένη με τη χωριάτικη ξεροκεφαλιά, την επιμονή και τη σκληρότητα ή το αντριλίκι, είναι αυτή που τελικά πρωταγωνιστεί και κινητοποιεί τις δράσεις και τις αντιδράσεις των ηρώων της ιστορίας. Αυτή καθορίζει τις επιλογές του Στέργιου και της Σεβαστής.

Έτσι οι δράσεις και οι αντιδράσεις των ηρώων αιτιολογούνται και ερμηνεύονται αφηγηματικά ως «κοινωνικά φυσιολογικές» σύμφωνα με τα αξιακά δεδομένα της εποχής. Στη βάση αυτή γίνεται «κατανοητή» η επιθυμία του Στέργιου (που δε στεργιώνει παιδί) όσο και η πράξη της Σεβαστής (που αποζητά τον σεβασμό του κοινωνικού της περίγυρου) ώστε στο τέλος η αποκαταστημένη Σεβαστή να μπορεί να σηκωθεί και να χορέψει στο γλέντι και σ’ αυτό τον μοναδικό χορό του ζεύγους ο Στέργιος να σωριαστεί νεκρός. Τελικά, ισχύουν τα ερωτήματα και οι απαντήσεις του Henry James στο βιβλίο του “Η Τέχνη της Μυθοπλασίας”: «Τι είναι ένας χαρακτήρας, παρά ο καθορισμός της δράσης; Τι είναι η δράση, παρά η απεικόνιση του χαρακτήρα;2

Όμως, η εκφορά του λόγου του αφηγητή υπονομεύει αυτή την αξιακή «κατανόηση». Μέσα από τα δικά του, έμμεσα ή άμεσα, σχόλια υιοθετεί μια στάση καταγγελτική κι αυτό δίνει στο αφήγημα το αναγκαίο ανθρωπιστικό υπόβαθρο να αναπτυχθεί «λόγος συμπαθείας» για τα δεινά της γυναίκας. Ο αφηγητής -έστω κι αν δεν το δηλώνει ρητά – δεν αντιμετωπίζει ακόμα και τη βιτριολική πράξη της Σεβαστής ως πράξη εκδίκησης, αλλά ως πράξη αυτοπροστασίας και ανομολόγητης επιθυμίας να μην απομονωθεί από τον περίγυρο των καταπιεστικών Ταμπάκικων. Πολύ περισσότερο δεν αντιμετωπίζει τη βιτριολική πράξη ως πράξη επαναστατική μιας πρώιμης φεμινίστριας που αντιδρά συνειδητά ώστε να σπάσει τα γυναικεία δεσμά.

Η «τιμωρία» ως ανταποδοτική πράξη στο πρόσωπο που καταπάτησε νόμο τιμής, βρίσκεται στο επίκεντρο της βιτριολικής πράξης της Σεβαστής. Η «τιμωρία» (ας μην ξεχνάμε ότι η λέξη προέρχεται από την “τιμή” και το αρχαίο ρήμα “οράω-ω”) έχει για τη Σεβαστή περιεχόμενο σχεδόν θεολογικό. Αποκαθιστά τη διαταραγμένη τάξη. Κι αυτό της επιτρέπει πάλι να επιστρέψει «δικαιωμένη» στην πρότερη έγγαμη κατάσταση στο πλάι του αδίστακτου συζύγου της σε μια «αποκαταστημένη» (;) συζυγική σχέση -ακατανόητη για τη σύγχρονη γυναίκα. Η Σεβαστή επιστρέφει «δικαιωμένη». Όμως ο σύγχρονος αναγνώστης του 21ου αιώνα, δεν το αντιλαμβάνεται ως «δικαίωση» μιας και ανήκουμε σε έναν άλλο αξιακό κόσμο όπου μια τέτοια επιστροφή θα εθεωρείτο προσωπική «γυναικεία ήττα». Ας μην ξεχνάμε ότι μέσα σε κάθε αναγνώστη υπάρχει ταυτόχρονα ένας θεατής κι ένας δράστης, αυτός που διαβάζει κι αυτός που αποκρίνεται στα γεγονότα του αφηγήματος. Και είναι δυνατόν ως θεατής να διεγείρεται συναισθηματικά σε σχέση με τα τεκταινόμενα της αφήγησης και συγχρόνως ως δράστης της ανάγνωσης να διατηρεί κριτικά ενστάσεις για τις επιλογές των ηρώων (θυμηθείτε τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη: συμμετέχουμε συναισθηματικά στο προσωπικό της δράμα και ταυτόχρονα αρνούμαστε τη δολοφονία των κοριτσιών). Έτσι η βιτριολίστρια καθίσταται πρόσωπο αφηγηματικά συμπαθές.


Ωστόσο, ο αναγνώστης δεν μπορεί να διακρίνει την ηθική πρόταση του κειμένου. Αυτό άραγε αποτελεί πλεονέκτημα ή μειονέκτημα του κειμένου; Η απάντηση δεν είναι εύκολη.

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την αξία της Λογοτεχνίας ως «δείκτη» που καθρεφτίζει την Ιστορία και την κοινωνία, όμως «τί αποκαλύπτει η λογοτεχνία σχετικά με τη δική μας ανθρωπολογική κατασκευή;», «τι χρησιμεύει μια νεοηθογραφική μυθοπλασία;» «μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο όπου οι παλιές και οι νέες αξίες συναντώνται και επενεργούν η μια πάνω στην άλλη;», «μπορεί η χρήση της νεοηθογραφίας να μετατραπεί σε μέσο υπέρβασης του δεδομένου και να προκαλέσει τον μετασχηματισμό του υπαρκτού;»

Τέτοια ερωτήματα, τα οποία τίθενται έμμεσα και με τη «Σεβαστή» του Κώστα Λάνταβου, ανοίγουν μια μεγάλη συζήτηση που τελικά αφορά τη χρήση της Λογοτεχνίας και πιο συγκεκριμένα την ταλάντωση ανάμεσα στον κόσμο του κειμένου και τον κόσμο του αναγνώστη. Πάντως, όποιες κι αν είναι οι απαντήσεις που θα δώσουμε, ένα πράγμα απομένει τελικά: το κείμενο καθεαυτό και η προσπάθεια του αναγνώστη να αποκαλύψει αυτό που παραμένει κρυμμένο μέσα του.

Θωμάς Ψύρρας

Λάρισα 22/9/2021

1«αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα στα οχήματα επαφαί-ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις».

2. Henry James, Η Τέχνη της Μυθοπλασίας, πρόλογος-μετάφραση-σημειώσεις Κώστας Παπαδόπουλος, Αθήνα: Άγρα, 1991, σ. 42-43

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Κώστας Παπαποστόλου: ΘΟΥΛΗ το λευκό νησί. Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012



O τίτλος της συλλογής “Θούλη – το λευκό νησί” παραπέμπει α) σε ένα χώρο οριακό και β) στο λευκό, το άγραφο άγνωστο που βρίσκεται πέραν του ορίου. Θούλη λοιπόν είναι η μετωνυμία του ακρότατου ορίου, η εσχατιά ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο, το υπαρκτό και το μη υπαρκτό. Είναι ένα νησί -πιθανόν μυθικό- που αναφέρει ο αρχαίος Έλληνας ερευνητής Πυθέας τον 4ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τα γραπτά του, η Θούλη βρίσκεται στον ακραίο βορρά, έξι μέρες βόρεια της Βρετανίας. Για τον λόγο αυτό, το όνομα της Θούλης συμβολίζει από την εποχή της αρχαιότητας την πιο βόρεια άκρη του κόσμου (ultima thule), το ακρότατο όριο.


   Αλλά στην περίπτωση του Παπαποστόλου η “Θούλη” δεν ορίζεται γεωγραφικά και χωρικά. Αν δούμε με προσοχή, θα διαπιστώσουμε ότι με τα δύο κείμενα της συλλογής του, το πρώτο και το τελευταίο τίθεται και το περιεχόμενο των ορίων με όρους όχι χωρικούς αλλά και χρονικούς. Το πρώτο ποιητικό κείμενο της συλλογής “Για την Ιθάκη” (που ανοίγει ένα διάλογο με το γνωστό ποίημα του Καβάφη) αποτιμά μια χρονική διάρκεια και μια πορεία ζωής από την “αρχή”, και στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, το “Άλλη εποχή”, επιβεβαιώνεται ο οριακός χαρακτήρας της ποιητικής “Θούλης”.
   Επομένως εξαρχής έχουμε να κάνουμε με δύο στοιχεία: το χώρο και το χρόνο τα οποία όμως στον ποιητικό νου του Παπαποστόλου παρουσιάζονται ενιαία, ως μία οντότητα, αλλά συγχρόνως και ως εξελισσόμενες διαδικασίες που οδηγούν στα “όρια” . Εκεί στα “όρια” τίθενται ως διακυβεύματα η ζωή και η μοίρα αλλά και η μνήμη και βέβαια η ποιητική κρίση. Συνεπώς το κλειδί της ποιητικής του Παπαποστόλου είναι η βασανιστική αίσθηση της “οριακότητας”.
   Σας θυμίζω ότι ήδη από την πρώτη του ποιητική συλλογή που εκδόθηκε στη Λάρισα από το βιβλιοπωλείο Κέραμος στα 1982 με το σεμνό τίτλο “Ποιήματα”, η έννοια της οριακότητας αποτελούσε ήδη συστατικό στοιχείο της ποιητικής του Παπαποστόλου γεγονός που οπωσδήποτε έχει να κάνει και με το ότι είναι μηχανικός κι επομένως χειρίζεται και χρησιμοποιεί ως επαγγελματικό εργαλείο την έννοια του “οριακού χρόνου” δηλαδή τον βραδύτερο επιτρεπόμενο χρόνο στον οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί ένα γεγονός, χωρίς να μεταβληθεί ο συνολικός χρόνος εκτέλεσης του έργου· αυτό που ονομάζεται και LS ή Late Start.
   Εκεί στην πρώτη του ποιητική συλλογή υπάρχει ένα κείμενο με τίτλο “Οριακός χρόνος”


Τ΄ όνομά μου
Είναι όπως με φωνάζουν
Και έμαθα τόσα χρόνια
Σιωπηλά να υπακούω.
Όμως η σιωπή μου
Είναι μια πελώρια κραυγή
Κρυμμένη.
Τότε το όνομά μου
Είναι το μέγεθος
Που μετρώ την αναμονή
Πριν την οριστική
Αυτονόμησή μου.


Το κείμενο αυτό γραμμένο στις 21 Μαΐου του 1979 είναι σημαδιακό με την έννοια ότι ο Παπαποστόλου ήδη πολύ νωρίς δημιούργησε τον δικό του προσωπικό ατράκτορα (attractor ), τον “παράξενο ελκυστή” της ποίησής του, που δεν είναι άλλος από την έννοια του οριακού χρόνου που διαπερνά -συνειδητά ή ασύνειδα- την ποίησή του. 
   Η ποιητική παραγωγή ενός ατόμου -ιδίως όταν απλώνεται σε ικανό χρονικό διάστημα- μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δυναμικό σύστημα στο οποίο οι αλλαγές που συντελούνται με το πέρασμα του χρόνου είναι διακριτές. (Αρκεί κάποιος να ξεφυλλίσει τις σελίδες της συνολικής ποιητικής παραγωγής ενός συγγραφέα). Όμως αυτές οι αλλαγές -σκόπιμες, απρόβλεπτες ή τυχαίες- διαγράφουν μια “κίνηση” ως προς μια συγκεκριμένη “θέση” στην οποία έλκεται λόγω των συνθηκών η κίνηση και η μεταβολή του συστήματος. Δανείζομαι τον όρο από τα μαθηματικά του Χάους για να δείξω την εσωτερική συνέπεια -συνειδητή ή μη- του ποιητικού νου.
   Ο “οριακός χρόνος” λοιπόν αποτελεί τον ελκυστή της ποιητικής παραγωγής του Παπαποστόλου και εδώ πυκνώνεται η προσωπική αγωνία του και ξεδιπλώνεται ο ποιητικός λόγος με τη συγκεκριμένη θεματική. 
   Εντελώς πρόχειρη απόδειξη: από την τιτλοφόρηση των πενήντα έξι ποιημάτων της συλλογής, τα περισσότερα περιέχουν ευθέως αναφορές στον χρόνο (Εσπέρα, Ανάμεσα στις εποχές, Κάθε που νυχτώνει, Λίγο πριν, Ύστερα από χρόνια, Την επομένη, Άλλη εποχή...), ή τον υπονοούν ( Περιμένοντας, Κάποτε μια φορά, η Πρώτη, Η τελευταία βροχή, Το τελευταίο ταξίδι, Στο τέλος του Σεπτέμβρη...) ή τον περιέχουν ως καίρια στιγμιότυπα και νησίδες μνήμης (Η επιστροφή, Ο παλιός Σεπτέμβρης, Κοντά στο σούρουπο...) 
   Η προηγούμενη διαπίστωση θέτει δύο ζητήματα στα οποία θα επιχειρήσω να απαντήσω:  α) από που προέρχεται η επιλογή της “οριακότητας” ως ποιητικού ελκυστή, ως ασύνειδου ποιητικού κέντρου β) πως η οριακότητα επηρεάζει τη μορφή των ποιητικών δεδομένων. 
α) Δεν ανάφερα τυχαία την - ίσως -παρακινδυνευμένη συσχέτιση ποίησης και δυναμικών συστημάτων. Είπα ότι η ποικιλία των επιμέρους ποιητικών θεμάτων, οι επιλογές των ποιητικών μοτίβων, η επιλογή των ίδιων των λέξεων - σκόπιμες, απρόβλεπτες ή τυχαίες – συστρέφονται γύρω από μια συγκεκριμένη “θέση” στην οποία έλκεται λόγω των συνθηκών η κίνηση και η μεταβολή του συστήματος. 
Λόγω των συνθηκών” λοιπόν!... 
Με την ποιητική συλλογή “Θούλη” του Κώστα Παπαποστόλου βρισκόμαστε στην καρδιά της “γενιάς του '70” της επονομαζόμενης και “γενιάς του Πολυτεχνείου” όχι μόνο διότι, ως γνωστόν, ο Κώστας Παπαποστόλου υπήρξε μια σημαίνουσα νεανική προσωπικότητα στην πορεία του κινήματος των Λαρισαίων φοιτητών και τυπικός εκπρόσωπος της γενιάς του, αλλά και γιατί η ποιητική του πράξη ενσωματώνει τα βασικά εκφραστικά και θεματικά κέντρα της.
Μάλιστα στην περίπτωση του Παπαποστόλου η έκδοση των συλλογών του εμφανίζεται σε χρόνια κρίσιμα για την πλήρη ενηλικίωση της γραμματολογικής γενιάς: η πρώτη του ποιητική συλλογή, τα "Ποιήματα", παρουσιάζεται στη Λάρισα στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 80, η επόμενη, "Ο Μεγάλος Κύκλος", θα περιμένει χρόνια για να εμφανιστεί μέσα στην αποθέωση και την κορύφωση της νεοελληνικής φούσκας το 2005 και τέλος η τωρινή, "Θούλη", μέσα στα χρόνια της βαθιάς κρίσης και των δεδομένων ανατροπών και ριζικών αναθεωρήσεων. Η γραμματολογική γενιά μέσα στα τρία αυτά όρια διέγραψε την πορεία της και μαζί της διέγραψε και “διέγραψε” πλήθος από τις βεβαιότητες ή τις σταθερές της. Στην πραγματικότητα τώρα περατώνει τον κύκλο της και τώρα οφείλει να δώσει το ώριμο έργο. Σε συνθήκες κρίσης η ποίηση που θα γραφεί -δεν έχει άλλο δρόμο- οφείλει να αναστοχαστεί για τους προηγούμενους τρόπους και τη θεματική της.
Ιδού λοιπόν από που πηγάζει η αίσθηση της οριακότητας ως ποιητικός ελκυστής στο έργο του Παπαποστόλου.


β) Βέβαια περιέγραψα την οριακότητα για λόγους κατανόησης εντελώς “τεχνικά” σαν να είναι ένα χωροχρονικό παίγνιο. Μπορεί ίσως να ήταν κάτι τέτοιο στο ποιητικό ξεκίνημα αλλά στο πέρασμα του χρόνου και καθώς πυκνώνει κι ωριμάζει ο ποιητικός λόγος του Παπαποστόλου μετατρέπεται σε κάτι άλλο βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Μετατρέπεται σε υλικό εξομολόγησης. Αν κρυφακούσει κάποιος τα ποιήματα του Κώστα Παπαποστόλου θα καταλάβει ότι έχουμε να κάνουμε με έναν εκπρόσωπο της εξομολογητικής ποίησης στην Ελλάδα. Και δεν αναφέρομαι στις ομολογημένες και εμφανείς επιρροές από τον Καβάφη, τον Ρίτσο, τον Λειβαδίτη, τον Αναγνωστάκη, τον Βύρωνα Λεοντάρη ή τον Καρυωτάκη, αναφέρομαι κυρίως στην επιρροή από την κινέζικη ποίηση, τον Ζακ Πρεβέρ και κυρίως από την ποίηση της αμερικανίδας Αν Σέξτον μίας από τις σπουδαιότερες ποιήτριες των αμερικανικών γραμμάτων που θεωρείται και η σημαντικότερη εκπρόσωπος της λεγόμενης εξομολογητικής ποίησης.
Η επίδραση και η επιρροή δε σημαίνουν υποχρεωτικά και έλλειψη πρωτοτυπίας. Μπορεί η νεωτερικότητα να θεωρεί ότι η πρωτοτυπία είναι μια αδιαπραγμάτευτη δημιουργική αρετή, αλλά τα πράγματα δεν ήταν ανέκαθεν έτσι ούτε πιθανόν να είναι. Οι προτεραιότητες στη δημιουργία αλλάζουν σε βάθος χρόνου και μαζί αλλάζει και ο τρόπος που βλέπουμε τα έργα των ανθρώπων. Στη μετανεωτερικότητα το χρησιμοποιημένο, το ήδη κοινό ή και το κοινότοπο, το μαζικό και το φθαρμένο κατέχει κυρίαρχη θέση μια και διευκολύνει τον αναστοχασμό πάνω στις παλιές ολιστικές μας βεβαιότητες ή και στις σταθερές λογοτεχνικές ή κοινωνικές αξίες. Ο αναστοχασμός με βάση τις προϋπάρχουσες αναγνώσεις παράγει καινούργια αισθητικά αποτελέσματα κι επομένως επηρεάζει τη μορφή των ποιητικών δεδομένων.

Αυτές οι λέξεις γίνονται στίχοι μοναχικοί

να ταξιδέψουν στη βροχή και στον αέρα

με ένα κράτημα μικρό στην ομίχλη του δειλινού

Οι εμφανείς επιρροές δεν αφορούν μόνο τη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή του Κώστα Παπαποστόλου αλλά περι-γράφουν τον πολλυσυλλεκτικό τρόπο που επέλεξε για την ποιητική δημιουργία μία ολόκληρη γενιά. Άλλωστε ποιητικά μοτίβα όπως ο εγκλεισμός, η μόνωση, η μνήμη, η αμφιθυμία, τα ποιήματα ποιητικής είναι κοινά για όλους τους ποιητές της γενιάς του '70.
Η οριακότητα του Παπαποστόλου τον εξωθεί σε μια ποιητική προσπάθεια να ανασύρει θραύσματα από το πιο βαθύ και πιο σπασμένο κομμάτι του εαυτού του, ποίηση συχνά οδυνηρή, μιλά για το θάνατο αλλά και για όσους επιλέγουν τη ζωή και καταγράφουν μια πορεία μεταξύ των ανώτατων και των κατώτατων σημείων του ανθρώπινου ψυχισμού και των απολαύσεων της ζωής. Γι' αυτό και πολλά κείμενα διατηρούν έναν ασθματικό ρυθμό και μοιάζουν σα να ξεκινούν μια ιστορία η οποία όμως δεν ολοκληρώνεται σχεδόν ποτέ. Έτσι η αφηγηματική αρχή απομένει μετέωρη και εκκρεμής κλείνοντας συχνά απότομα λες και μαζεύεται να μην αποκαλυφθεί και δημιουργούν μια ποίηση που

μας βυθίζει μέχρι το λαιμό

στον τρόμο

Γιατί έτσι γνωρίζουμε βαθύτερα τη ματαιότητα

της ύπαρξης

καθώς οι στίχοι συνθέτουν το αναπότρεπτο

Τέλος.


Να με θυμηθείτε.

Ο Παπαποστόλου θα γράψει σύντομα και άλλη ποιητική συλλογή. Και είμαι βέβαιος ότι η νέα του εργασία θα είναι ένα βήμα παραπέρα. Από την ανίχνευση των χρησιμοποιημένων στοιχείων θα προχωρήσει σε μία σύνθεση αυτών των στοιχείων σε χρηστικές ποιητικές αφηγήσεις γιατί αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει και να μας δώσει. Άλλωστε ξέρει καλά αυτό που έγραψε η Αν Σέξτον στο ποίημα "Welcome Morning" της συλλογής "Τhe Awful Rowing Toward God" (Η φρικτή κωπηλασία προς το Θεό):


Υπάρχει χαρά σε όλα… Η χαρά που δεν μοιράζεται, άκουσα, πεθαίνει νωρίς. 
Ή για να το πω με τα λόγια του Παπαποστόλου:


        Για σένα
Στο περιθώριο
να ακουμπάς τα δάχτυλά σου
Εκεί που δεν σε φτάνουν οι ματιές
να κοιμάσαι
Αόρατη σκιά στις σκιές
του χρόνου
Αόρατο στίγμα
στον αέρα
Μόνο εσύ
θα αναγνωρίζεις τον εαυτό σου
Μόνο εσύ θα θυμάσαι
πως ακολουθούν τους ήρωες
Σιωπηλά
Για να κριθείς επίγεια
Αφού δεν υπάρχουν
ουρανοί
Να κατοικείς στο τίποτε
Στο μηδέν να μετράς
τα βήματά σου
Και να βυθίζεσαι
σε μια στάχτη ντροπής
Για όσα δεν γίνηκαν ακόμη.



Θωμάς Ψύρρας

Αθήνα 28 Μαρτίου 2013