Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χατζηκωνσταντίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χατζηκωνσταντίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου : "Ετούτο είν' ωκεανός" εκδ. Ταξιδευτής 2013

Noir και πένθος



Με το μυθιστόρημα του Δημήτρη Χατζηκωνσταντίνου(1) από τις εκδόσεις "Ταξιδευτής" βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ιδιότυπο noir μυθιστόρημα. Στα γαλλικά η λέξη noir σημαίνει μαύρος, σκοτεινός, σκούρος, πένθιμος.(2) 
Το νουάρ μυθιστόρημα δεν είναι μόνο μια αστυνομική ιστορία που βασίζεται στο έγκλημα ή σε μια σειρά εγκλημάτων, δεν είναι ένα μυθιστόρημα που βασίζεται στο αίνιγμα αφού εμείς ως αναγνώστες πρέπει να μάθουμε τι ακριβώς συνέβη στην διηγημένη ιστορία (ποιον σκότωσαν, ποιος ήταν ο δολοφόνος, γιατί διέπραξε τη δολοφονία). Το κλασσικό αστυνομικό, σ’ αυτό που κυριαρχεί ο Σέρλοκ Χολμς ή ο Ηρακλής Πουαρό, η επίλυση ενός αινιγματικού εγκλήματος βασίζεται στην λογική, σε συνάψεις ανάμεσα στα διαθέσιμα «στοιχεία» και την ορθολογιστική ενάσκηση της συλλογιστικής. Στο noir δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Το μαύρο μυθιστόρημα δεν είναι ο χώρος του ορθολογικού, αντίθετα ασκείται στο πεδίο της «πραγματικότητας» η οποία είναι συχνότατα παράλογη και αντιφατική.
Το noir είναι ένα μυθιστόρημα που δείχνει τη σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας και εξιστορεί τα πάθη στον κόσμο της νύχτας με τους κανόνες και τους κώδικές του. Ο ήρωας του noir έχει πάθη μετέχει σε μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι φτιάχνουν μόνοι την ιστορία τους, αλλά την φτιάχνουν σε συνθήκες που δεν διάλεξαν οι ίδιοι. Επομένως οι κοινωνικές συνθήκες δεν είναι ποτέ απλώς ένα φόντο, αλλά είναι ένα εξ ορισμού εσωτερικό στοιχείο της ιστορίας.

Αλλά πάνω από όλα - κυρίως μετά τον Ντάσιελ Χάμετ – το μαύρο μυθιστόρημα είναι μια αφήγηση  η οποία  βασίζεται στα προσωπικά προβλήματα των ηρώων που ανάγονται στο παρελθόν τους και  συγκροτούν τον καθοδηγητικό μίτο της εξιστόρησης.

Εάν το μαύρο μυθιστόρημα ειδωθεί από αυτή την πλευρά αντιλαμβανόμαστε τη σχέση του είδους με την ψυχογραφία (τα τραύματα, τα πάθη, τις απώλειες) όπως επίσης και τη σχέση του story  με το βιωμένο παρελθόν, με την προσωπική ιστορία των ηρώων αλλά και την ευρύτερη Ιστορία (3). Από αυτή λοιπόν την άποψη είναι πάντα ιδιαίτερα ενδιαφέρον να δει κάποιος τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας ενός μαύρου μυθιστορήματος χρησιμοποιεί το παρελθόν και πως το μετατρέπει σε μια αφηγηματική επικράτεια παρακολουθώντας τις διαδρομές των ανθρώπων που έζησαν και ζουν εντός του. Πως ένα μυστικό που κρύβεται επιμελώς στο παρελθόν επανέρχεται στο παρόν και καθορίζει τις ζωές των ηρώων.

Και στην περίπτωση του μυθιστορήματος του Δημήτρη Χατζηκωνσταντίνου με τον δάνειο τίτλο από έναν στίχο του Άκη Πάνου  «Ετούτο είναι ωκεανός» έχω την εντύπωση ότι ακριβώς το παρελθόν είναι εκείνο το οποίο ασκεί τον καθοριστικό ρόλο στο βιβλίο. Ακριβώς επειδή το μυθιστόρημα ανήκει σ’ αυτό το είδος που βασίζεται στο αναπάντεχο και την έκπληξη περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, γι’ αυτό και θα αποφύγω να παρουσιάσω έστω εν συντομία την υπόθεση γιατί δεν θέλω κατά κανένα τρόπο να μαρτυρήσω στοιχεία που θα κόψουν την αναγνωστική ανακάλυψη. Θα διαβάσω μόνο την αρχή του μυθιστορήματος ως πρόγευση:

«Οι πυροβολισμοί που ακούστηκαν λίγο μετά τα μεσάνυχτα από τη μεριά της θάλασσας, δεν φάνηκε να ανησύχησαν τους κατοίκους του μικρού χωριού. Κάποιοι μόνο μετρήθηκαν στα τυφλά, για να μην ξαγρυπνήσουν, και αφού διαπίστωσαν ότι δεν έλειπε κανένας από το σπίτι, "θα μάθουμε αύριο τι έγινε", σχολίασαν με μισόκλειστα μάτια, και συνέχισαν τον μακάριο ύπνο τους. Δεν είχε χαράξει ακόμα όταν , ‘όταν δύο ψαράδες βγαίνοντας για την πρωινή ψαριά , βρήκαν στα βραχάκια , πενήντα περίπου μέτρα  από την ψαροταβέρνα του νεκρό τον Κυριάκο Παλαιολόγου με δύο τραύματα, το ένα στο κεφάλι και το άλλο στη δεξιά πλευρά του στέρνου.»

Ο φόνος ενός άνδρα, ο οποίος έφυγε - εξαφανίστηκε σωστότερα -  από την Αθήνα, και αποτραβήχτηκε σ' ένα νησί της άγονης γραμμής θα γίνει η αφορμή για να ξετυλιχτεί το μυθιστόρημα.
Δεν ακούμε μόνο τον αφηγητή αλλά έχουμε σε πρώτο πρόσωπο και τις εξομολογήσεις των δύο κυρίαρχων προσώπων, τη χήρα μάννα από τη μία οικογένεια και τον απεγνωσμένο πατέρα από την άλλη - τα πλέον τραγικά πρόσωπα – να μιλούν για τη ζωή τους που σημαδεύτηκε από απώλειες και θανάτους. Κοντά σ’ αυτούς διασταυρώνονται οι εσωτερικοί λόγοι και άλλων προσώπων.
Το μυθιστόρημα χτίζεται με μια σειρά από προσωπικές ιστορίες ανθρώπων που η κάθε μια συγκροτεί ιδιαίτερη οικογενειακή αφήγηση, σαν αυτές που όλοι μας έχουμε στα σπίτια μας και δύσκολα τις συζητάμε με άλλους.
Σχέσεις μεταξύ των συζύγων, οι δύσκολες σχέσεις γονέων και παιδιών, η αντιμετώπιση των νέων των γεμάτων οργή που αναζητούν απελπισμένοι την καταφυγή σε υποκατάστατα, φιλοδοξίες που διαλύθηκαν, σιωπές που ύψωσαν τείχη και αναγκάζουν τους ανθρώπους να εξοριστούν στον περίκλειστο εαυτό τους, ματαιωμένες προσπάθειες, δραματικές εκκινήσεις που βουλιάζουν πριν καλά καλά ξεκινήσουν, επιλογές λαθεμένες σε ένα  επικίνδυνο κόσμο που σιγά-σιγά τους τραβάει στο αδιέξοδο, ατυχίες κι αναποδιές, το φορτίο των ενοχών για όσα έπραξαν ή δεν έπραξαν, θάνατοι και τραγικές απώλειες που οδηγούν στην απόγνωση και την πτώση.

Ο λόγος της κάθε μιας ιστορίας καθώς αποκαλύπτεται σταδιακά διαπλέκεται με το λόγο των υπόλοιπων και έτσι χτίζεται το αφήγημα. Λόγοι επάλληλοι που ο ένας εισέρχεται στους άλλους επηρεάζοντας την συνολική πορεία. Και όταν μιλάμε για λόγους, ας μην ξεχνιόμαστε, μιλάμε για ζωές και για λογής απώλειες (γιατί απώλεια δεν είναι μόνο ο θάνατος, υπάρχουν πολύ χειρότερες απώλειες από αυτόν που αφήνουν βαθιά τραύματα).  Ο πολυγλωσσισμός και η πολυφωνία χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα και του δίνει μια διάσταση μαρτυρίας που αποτυπώνεται και στη χρήση της γλώσσας.

Βεβαίως το πλέον αξιοσημείωτο κατά τη γνώμη μου στο μυθιστόρημα του Χατζηκωνσταντίνου είναι το γεγονός ότι στο επίκεντρο της μυθοπλασίας τίθεται το πένθος. Η απαρηγόρητη θλίψη που γεννά η απώλεια και η αδυναμία των ηρώων να διαχειριστούν το πένθος αποδιοργανώνει την προσωπική τους ζωή, δηλητηριάζει τις σχέσεις με τους γύρω τους, κι  αφήνει στην  ψυχή των πενθούντων αλλά και των οικείων τους βαθιές ουλές που καθορίζουν μετέπειτα τις στάσεις και τις συμπεριφορές τους στη ζωή (4).  Δεν έχουμε πολλά κείμενα που να θέτουν τη διαχείριση του πένθους στο επίκεντρο της λογοτεχνικής προσπάθειας και αυτό είναι κατανοητό γιατί η γλώσσα του πένθους είναι ο θρήνος και είναι δύσκολη η μεταμόρφωση του θρήνου σε λόγο. Ωστόσο το εμπόδιο αυτό ο Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου το ξεπερνά και μας δίνει ένα μυθιστόρημα που μετατρέπει το πένθος των ηρώων σε κλειδί κατανόησης των πράξεών τους.
Κι αυτό είναι ότι πιο σημαντικό. Γιατί ο αναγνώστης που κατανοεί τους ήρωες αποκτά μια δυνατότητα με αυτή τη γνώση να χειριστεί την ίδια τη ζωή. Αυτό σημαίνει ότι το μυθιστόρημα όπως κι όλη η λογοτεχνία, είναι συν τοις άλλοις και ένα εργαλείο βίου.

ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ
Λάρισα 22.4.2014

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1)Άλλα βιβλία του Δημήτρη Χατζηκωνσταντίνου :
(2006)Τετράδια ονείρων, Ταξιδευτής
(2004)Terra santa, Ταξιδευτής
(2001)Το μονόστηλο, Ελληνικά Γράμματα

(2) Το όνομα οφείλεται στο γεγονός ότι τo 1946 οι εκδόσεις Gallimard είχαν εκδώσει μια μαύρη λογοτεχνική σειρά κι από τότε σταδιακά επικράτησε ο όρος στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο.

(3) Να αναφέρω δύο περιπτώσεις συγγραφέων που εκμεταλλεύτηκαν με διαφορετικό τρόπο την «μεγάλη» Ιστορία ως αφηγηματικό πεδίο: α) τον Μωρίς Αττιά (Maurice Attia), ο οποίος στο «Μαύρο Αλγέρι» εκμεταλλεύεται την εθνοτική και πολιτιστική αντιπαράθεση της αλγερινής κοινωνίας τη δεκαετία του ’50 και β) τον Στιγκ Λάρσον (Stieg Larsson) ο οποίος στο «Κορίτσι με το τατουάζ» εκμεταλλεύεται τις ναζιστικές εκφάνσεις της σουηδικής κοινωνίας.
 

(4) Στο δοκίμιό του «Πένθος και Μελαγχολία» που συνέγραψε το 1915,  ο Freud αφοσιώνεται σε μία συγκριτική μελέτη μελαγχολίας και πένθους. Δύο κλινικά χαρακτηριστικά συνδέουν το πένθος και τη μελαγχολία: η οδυνηρή διάθεση και η κατάργηση του ενδιαφέροντος για τον κόσμο. Βεβαίως, ο βαθμός του συναισθήματος της οδύνης και αυτός της έλλειψης ενδιαφέροντος για τον κόσμο ποικίλλει τόσο στην κατάσταση του πένθους όσο και στην μελαγχολία.

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Δημήτρη Χατζηκωνσταντίνου : TERRA SANTA

Το διήγημα είναι από τη φύση του μια εξιστόρηση που βασίζεται σε ένα κεντρικό επεισόδιο κι ολόγυρά πλέκονται επιμέρους συμβάντα η παρουσία των οποίων χρειάζεται ίσα για να αναδειχτεί το κεντρικό συμβάν το οποίο είναι καθοριστικό για τη ζωή των διηγηματικών ηρώων.
Τονίζω αυτό το χαρακτηριστικό γιατί περιγράφει κατά τον καλύτερο τρόπο το τι έχει να περιμένει ο αναγνώστης που παίρνει στα χέρια του τη συλλογή με τα 10 διηγήματα του Δημήτρη Χατζηκωνσταντίνου.
Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος η δομή των διηγημάτων του ακολουθεί αυτόν ακριβώς τον κανόνα, τον δοκιμασμένο από παλιά στην ελληνική διηγηματογραφία, μόνο που καταφεύγει σε μία ανεπαίσθητη μετάθεση που από μόνη της αλλάζει το κέντρο βάρους της διήγησης: ο συγγραφέας δημιουργεί ένα αφηγητή, τη φωνή του οποίου ακούμε να μας απευθύνει το λόγο. Έτσι ενώ εξιστορούνται τα βάσανα τρίτων προσώπων –των διηγηματικών ηρώων-  το βάρος πέφτει στις επιπτώσεις του δράματος πάνω στον αφηγητή. Δηλαδή πρόκειται για μια ουσιαστική συναισθηματική μετατόπιση από τον ήρωα στον πλαστό αφηγητή. Κι αυτό αποτελεί μια ουσιαστική ιδιαιτερότητα του Δημήτρη Χατζηκωνσταντίνου. Δηλαδή δημιουργεί ένα κλασικό διήγημα μόνο που το βάρος μετατοπίζεται στην πλευρά του αφηγητή ο οποίος διατηρεί για τον εαυτό του το δικαίωμα της κριτικής και του χαρακτηρισμού των εξιστορούμενων πράξεων.
Αυτό σημαίνει πως ο αφηγητής δημιουργεί λόγο επιχειρηματολογίας, αξιολογικού μάλιστα τύπου, όχι από τη θέση ενός ουδέτερου σχολιαστή, αλλά από την κεκτημένη ενέργεια του εμπλεκόμενου προσώπου.

Αλλά ας έρθουμε μετά από αυτή την δομικού τύπου επισήμανση στη θεματική  του Χατζηκωνσταντίνου.
Στο διήγημα «Η μάνα» το θέμα είναι η διαρκούσα μητρική αγάπη για το χαμένο γιο, μια αγάπη όμως παθολογική για το νεκρό πλέον γιο.
Στο διήγημα «Το στοίχημα» το θέμα είναι τα ναρκωτικά. Ο πατέρας πέφτει στα ναρκωτικά για να σώσει το γιο. Η σωτηρία έρχεται, αλλά κανένα από τα πρόσωπα του οικογενειακού δράματος δεν μένει αλώβητο και κανένα δεν είναι όπως ήταν παλιότερα.
Στο «Ζωή σ’ ασπρόμαυρο φόντο», ένα εξαιρετικό κείμενο (λες κι έρχεται από τη γραφίδα του Δημοσθένη Βουτυρά), ο αφηγητής δάσκαλος αναφέρεται στη ζωή της φτωχής μαθήτριας , κόρη μιας πόρνης.
«Το δώρο» -το οποίο θεωρώ ως αριστουργηματικό κείμενο- αναφέρεται σε ένα μυστικό, ένα δώρο έκπληξη που καταλήγει να γίνει η αιτία θανάτου στην άσφαλτο.
Στο διήγημα «Terra Santa»  το θέμα είναι η επαναλαμβανόμενη σύγκρουση των γενεών. Παρακολουθούμε ένα νεαρό Νοτιοϊταλό να συγκρούεται με τον πατέρα του  και να φεύγει από το σπίτι. Περιπλανιέται από δω κι από κει και τελικά  κατασταλάζει σ’ ένα νησί του Αιγαίου όπου παντρεύεται και ανοίγει την ταβέρνα Terra Santa . Τα χρόνια περνούν και τελικά η ιστορία επαναλαμβάνεται με το φευγιό του γιού του από το σπίτι...
Στο διήγημα «Η γοητεία του αδιέξοδου» ο αφηγητής μετά το θάνατο της γυναίκας του  και μια περίοδο βασανιστικής μοναξιάς προσπαθεί να στήσει ένα ερωτικό δεσμό με μια εντυπωσιακή κοπέλα. που μοιάζει να ανταποκρίνεται. Αλλά ένα ζεϊμπέκικο θα μαρτυρήσει το αίνιγμα της ερωτικής προδιάθεσης της ωραίας γυναίκας.
Στο διήγημα «Το κινητό τηλέφωνο» ο τακτικός και μετρημένος λογιστής μεταμορφώνεται. Αιτία είναι ο έρωτάς του προς μία πλούσια χήρα.. αλλά δεν σταματά εδώ… προχωρεί σε πράξεις που ενδιαφέρουν την αστυνομία… Σταματώ εδώ γιατί δεν θέλω να μαρτυρήσω σε όσους δεν έχουν διαβάσει το κείμενο τη λύση της αστυνομικής αυτής ιστορίας…
Στο διήγημα  «Μια ερωτική ιστορία» ένας πενηντάρης ερωτεύεται και ζητάει φορτικά από το φίλο του συγγραφέα να γράψει την προσωπική του περιπέτεια.
Η «Ηλεκτρονική ατζέντα» έχει ως θέμα τη πιεστική μνήμη που αναζητά σημεία και χρονικούς τόπους για να ξεπηδήσει με τη μορφή της βιωματικής αφήγησης. Το κειμενικό είδος του ημερολογίου μετατρέπεται εδώ με τη βοήθεια της ηλεκτρονικής ατζέντας σε ένα memorandum και πλέον μας παραδίδει τα σημεία του χρόνου ως πεδίο ασκήσεων της μνήμης. Πρόκειται για εξαιρετικό αφηγηματικό εύρημα.
Τέλος στα «Συναπαντήματα», το τελευταίο διήγημα της συλλογής, από την ετυμολογία της λέξης «συναπαντήματα» οδηγούμαστε στην τέλεση πράξεων των όσων οι λέξη υπονοεί. Άλλωστε  «Απάντησις» σημαίνει στα αρχαία Ελληνικά «συνάντησις».


Είναι φανερό ότι τα δέκα διηγήματα  δεν είναι οργανωμένα ολόγυρα από ένα κεντρικό θέμα. Η θεματική του Χατζηκωνσταντίνου ποικίλει.. Όλα τους όμως αντλούν το θέμα τους από το σήμερα. Αυτό ίσως για κάποιους να μην σημαίνει τίποτε, αλλά είναι βασικό ζητούμενο και της ρεαλιστικής γραφής αλλά και σαφές αξιολογικό κριτήριο. Σκεφτείτε ότι ακόμη και σήμερα η ελληνική διηγηματογραφία της τελευταίας παραγωγής εξακολουθεί να είναι γεμάτη από ιστορίες του πολέμου, της κατοχής, της αντίστασης, του εμφύλιου (η Ιστορία παρούσα και σχεδόν παγωμένη σε μια συγκεκριμένη περίοδο). Το να γράφεις για το σήμερα, για το τροχαίο ατύχημα, την ηλεκτρονική ατζέντα, το στοίχημα είναι από μόνο του μια προσπάθεια να κατανοήσεις τον κόσμο σου. Και η λογοτεχνία είναι όπως και να το κάνουμε η δρώσα και η πλέον καταλυτική γνώση για τον κόσμο μας. Στα κείμενα λοιπόν του Χατζηκωνσταντίνου έχουμε την κυριαρχία μιας συνείδησης που τροφοδοτείται από τα στοιχεία του κόσμου στον οποίο κινείται. Σ’ εμάς η συνείδηση εκφράζεται μέσα από το λόγο που αρθρώνει ο αφηγητής του σε κάθε διήγημα. Είναι η συνείδηση του  εσωτερικού εμιγκρέ ο οποίος από Θεσσαλός μετατρέπεται σταδιακά σε Κρητικό, είναι ο νεοαστός πρώην γιος αγρότη που ζει πλέον στις γειτονιές μιας μεγαλούπολης. Αυτός ο άνθρωπος-αφηγητής έχει να καταθέσει πολλά γιατί - γενικεύοντας- είναι ο κυρίαρχος της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Η δική του λογοτεχνική κατάθεση είναι εκείνη η οποία θα δώσει την προοπτική μιας νέας θεματικής και θα μας ανοίξει σε θέματα που ενώ υλοποιούνται γύρω μας ως ζωή δεν μετουσιώνονται ακόμα σε θέματα της λογοτεχνίας. Ο εσωτερικός μετανάστης για παράδειγμα με την διχασμένη ματιά δεν πέρασε στη λογοτεχνία μας. Όπως βέβαια  δεν πέρασε στη λογοτεχνία μας ακόμα ο ξένος μετανάστης και ο απόλυτα ενσωματωμένος γιος του, ή ο νεαρός που ζει σε ένα χωριό το οποίο καθημερινά ρημάζει ενώ εκείνος δεν έχει ελπίδα διαφυγής … αυτά είναι τα θέματα του σήμερα…
Κι όποιος καταθέτει με τη λογοτεχνική γραφή του, τη δική του συνείδηση και τη δική του ματιά για τέτοια φρέσκα θέματα είναι από μόνος του αξιοπρόσεκτος.

Αλλά ο Χατζηκωνσταντίνου είναι ποικίλος και για ένα άλλο λόγο. Δοκιμάζει τη γραφή του σε μια ποικιλία κειμενικών ειδών. Στη συλλογή  θα συναντήσουμε λογής μορφές κειμένων οι οποίες ειρήσθω εν παρόδω έχουν και διαφορετικές τεχνικές απαιτήσεις και σας πληροφορώ ως άνθρωπος που ασχολείται με το γράψιμο ότι δεν είναι διόλου εύκολο σε οποιονδήποτε συγγραφέα να περνάει από τη μία μορφή στην άλλη. Υπάρχουν λοιπόν στη συλλογή   το αστυνομικό διήγημα –σαν αυτά του ιταλού Καμιλιέρι-, το κλασικό κοινωνικό διήγημα όπως το έχτισε ο Βουτυράς, το  λεξιστικό κείμενο πουυ μοιάζει σαν να προέκυψε από τον κύκλο των λατινοαμερικάνων ουλτριστών, το ημερολόγιο, το αγγλικής έμπνευσης short story…   Η ποικιλία και το ανακάτεμα των κειμενικών ειδών είναι προδιαγραμμένη από το γεγονός ότι η μορφή αγωνίζεται να απαντήσει στην ποικιλία της θεματικής. Η μία συμπαρασέρνει την άλλη. Και αυτό πρέπει ο αναγνώστης να μην αιφνιδιαστεί και να την αντιμετωπίσει ως «πρόκληση» και ως κέντημα στη συνείδηση που προσλαμβάνει..

Και μια και ήρθαμε στην πρόσληψη των διηγημάτων από τον αναγνώστη, δηλαδή από εσάς, πρέπει να σας θυμίσω κάτι. Ο Περίανδρος από την Κόρινθο, που ήταν ένας από τους επτά σοφούς, μας άφησε μία ρήση: «Μελέτα το παν».
Μελέτη δε σημαίνει σχολικό διάβασμα. Σημαίνει σκέψη και φροντίδα, μέλημα. Το «παν» δεν είναι ένα άθροισμα όπως είναι συμμαζεμένο στην πιο μεγάλη εγκυκλοπαίδεια, το «παν», είναι η ζωντανή σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο. Εκεί κρίνεται ο άνθρωπος και πιο πολύ από όλους κρίνεται ο συγγραφέας . Γιατί ο συγγραφέας μέσα στον κόσμο, είναι ριγμένος έτσι κι αλλιώς στην περιπλάνηση. Για να δώσει απάντηση πρέπει να περιπλανηθεί και να βρει πρώτα το ερώτημα. Αλλά ξέρει ότι το ερώτημα δεν το θέτει εκείνος! Αυτός το διατυπώνει με το έργο του και το διατυπώνει αινιγματικά, υπαινικτικά στις θεματικές του επιλογές και στην συγκρότηση του λόγου του- γιατί έτσι συμβαίνει με την τέχνη. Γιαυτό και οι απαντήσεις των συγγραφέων και των ποιητών μένουν ανοιχτές και προκλητικές νοημάτων, δηλαδή απαντήσεων από την πλευρά του κάθε αναγνώστη.
Θα ήταν καλό να διαβάσετε τα διηγήματα του Χατζηκωνσταντίνου όχι σαν «ιστορίες», σαν σύντομα αφηγηματικά συμβάντα, μένοντας στην πρώτη εντύπωση, αλλά ως μια συλλογή που περιπλανιέται στο λόγο για να βρει το ερώτημα και σαν το βρίσκει να διατυπώσει την απάντηση της τέχνης.
Χρειάζεται ο αναγνώστης να έχει μόνιμα κατά νου ότι ο Δημήτρης  Χατζηκωνσταντίνου στα διηγήματά του κυνηγά εμ το ερώτημα εμ την απάντηση… 
Αν δεν το διαβάσετε μ’ αυτό τον τρόπο θα αδικήσετε σίγουρα το βιβλίο…
Λάρισα 18 Νοεμβρίου 2004                                                                                        ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ