Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Μιχάλης Μοδινός: Εκουατόρια, Καστανιώτη, Αθήνα 2016.

Εκουατόρια: ένα κεντροευρωπαϊκό μυθιστόρημα




Το μυθιστόρημα είναι παιδί της νεωτερικότητας, τέκνο του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Γεννιέται μέσα στον 18ο αιώνα, κι από τότε παρακολουθεί τις μεταμορφώσεις της συνείδησης, της ιδεολογίας, της κοινωνικής ζωής και της ατομικής δράσης αισθητοποιώντας κριτικά τους μετασχηματισμούς. Το άτομο έρχεται στο προσκήνιο με τις περιπέτειές του, τα ταξίδια του, τα οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα, τα ερωτικά πάθη, τα συναισθήματα, τις διαστροφές του. Το “εγώ” ενταγμένο σε μια κοινωνία, που ολοένα μεταβάλλεται, γίνεται το επίκεντρο του μυθιστορήματος. «Αναλαμβάνω κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ στο παρελθόν, ούτε πρόκειται να βρει στο μέλλον μιμητές. Θέλω να δείξω στους συνανθρώπους μου έναν άνθρωπο σε όλη του τη φυσική αλήθεια και ο άνθρωπος αυτός είμαι εγώ. Μόνον εγώ» (Ρουσσώ, Εξομολογήσεις, 9). Ταξιδιωτικά, βιογραφικά, επιστολικά, αυτοβιογραφικά, ερωτικά μυθιστορήματα και ρεαλιστικές ηθογραφίες καλύπτουν τον 18ο αιώνα, τον αιώνα όπου αναδύεται η ατομικότητα σε όλες της τις εκφάνσεις. Με δυο λόγια το μυθιστόρημα παρουσιάζει το “επιμέρους” και το “μεμονωμένο” να διαχέεται και να καθορίζεται μέσα από μια “μεγάλη εικόνα” και έτσι εκμεταλλεύεται την ευρύτερη ανάπτυξη του πλαισίου (κοινωνικού ή ψυχολογικού) ώστε να γίνεται αδρότερη η διερεύνηση χαρακτήρων, κινήτρων, συμπεριφορών, επιλογών και πράξεων. Το μυθιστόρημα στην εξέλιξή του διαρκώς αλλάζει μορφές και τρόπους. Είναι είναι είδος που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα ακριβούς ορισμού, διότι «κατασπαράσσει άλλους λογοτεχνικούς τρόπους και αναμειγνύει τα κομμάτια τους αδιακρίτως».

Στις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα οι άνθρωποι αλλάζουν την εικόνα που είχαν για τον εαυτό τους. Η λογική και η “αντικειμενικότητα” δεν επαρκούν για την προσέγγιση της νέας πραγματικότητας. Η Θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν και η κβαντική θεωρία του Πλανκ κατάφεραν το δυνατότερο πλήγμα στην πεποίθηση ότι ο φυσικός κόσμος μπορεί να αναλυθεί λογικά, ότι το δίπολο αιτία -αποτέλεσμα μπορεί να ερμηνεύσει τον κόσμο. Οι άνθρωποι βλέπουν ότι πλάι στο έλλογο στοιχείο αναδύεται απειλητικά το άλογο, στο συνειδητό το ασύνειδο, στο απλό το πολύπλοκο και το χαοτικό. Ο ρεαλισμός του 19ου αιώνα πλέον δεν επαρκεί· το μυθιστόρημα στρέφεται προς τον έσω άνθρωπο, τις πνευματικές και ψυχικές του διεργασίες. Έτσι αναδύεται ο μοντερνισμός, ο Τζόυς, ο Προυστ, η Βιρτζίνια Γουλφ, Ο Κάφκα, ο Πιραντέλο, ο Αντρέ Ζιντ. Η μυθιστορηματική αφήγηση αμφισβητεί την ηγεμονία της αιτιολογημένης εξήγησης πράξεων και συμπεριφορών των μυθιστορηματικών ηρώων, αδιαφορεί για την αφήγηση γεγονότων με χρονολογική σειρά και ενισχύει τη συνειρμική και μνημονική αφήγηση. Διασπά τα είδη, δανείζεται τεχνικές από άλλες τέχνες (κυβισμός, κινηματογραφική σεναριακή γραφή, μοντάζ κλπ) και ενσωματώνει αλλότρια κειμενικά είδη (ρεπορτάζ, ντοκουμέντα, αρχειακές πηγές, συνεντεύξεις, ειδησεογραφία). Καταργεί σε κάποιες περιπτώσεις ως και τη συντακτική δομή του λόγου, υιοθετεί τον εσωτερικό μονόλογο, τη συνειρμική σύνδεση εικόνων, την αφαιρετική και κάποτε ερμητική έκφραση. Εστιάζει κυρίως στην υποκειμενική πρόσληψη της εξωτερικής πραγματικότητας κι ο αφηγητής αποκτά νέες δικαιοδοσίες γιατί παρεμβαίνει στην ιστορία που αφηγείται, και ως επινοητής και ως ρυθμιστής της. Παράλληλα ο ρόλος του αναγνώστη γίνεται όλο και πιο σημαντικός, με την έννοια ότι είναι πλέον “θεμιτή” συγγραφική επιδίωξη να μένει “ανοιχτός” και διαθέσιμος ώστε να “σημαίνει” πολλαπλά το κείμενο που διαβάζει. Έτσι το μυθιστόρημα μπαίνει σε μια μακρά περίοδο αναδόμησης (έως και ανατροπής του εαυτού του) καθώς οι συγγραφείς προσπαθούν να περιγράψουν ένα νέο κόσμο.

Το βασικό χαρακτηριστικό του μυθιστορηματικού είδους είναι η δύναμη να μεταλλάσσεται, είναι πλέον γραφή η οποία εκκινεί από την πίστη ότι “η απτή πραγματικότητα των φαινομένων δεν έχει μία και μοναδική αιτία – ό,τι υπάρχει μια λεπτοϋφασμένη ιστορία, που καλό είναι να την βλέπουμε σε όλη της την πολυπλοκότητα.” (Εκουατόρια σελ. 21)

Ας κρατήσουμε αυτή τη σκέψη του Μοδινού γιατί φανερώνει με τον πλέον καθαρό τρόπο και τη συγγραφική επιδίωξη στη σύνθεση της Εκουατόρια.

Η Εκουατόρια είναι ένα μυθιστόρημα νεωτερικής γραφής που χωνεύει κυριολεκτικά πολλές από τις μυθιστορηματικές μορφές που μας παρέδωσαν οι περασμένοι αιώνες. Με βάση λοιπόν όσα ανέφερα, θα προσπαθήσω να απαντήσω στο ερώτημα τι είναι η Εκουατόρια του Μιχάλη Μοδινού προσπαθώντας να ανιχνεύσω τη μυθιστορηματική κειμενική της στρωματογραφία.

Η Εκουατόρια είναι μυθιστόρημα ιστορικό που χρωστά πολλά στοιχεία της σύνθεσης στους παλιούς μαστόρους του ιστορικού μυθιστορήματος. Ήδη ο Μοδινός έχει δοκιμάσει τον τρόπο στο προηγούμενο μυθιστόρημά του, τον Μεγάλο Αμπάι όπου περιέγραφε τον αγώνα και την αγωνία του σκωτσέζου εξερευνητή Τζέιμς Μπρους ο οποίος πίστευε λαθεμένα ότι θα βρει τις πηγές του ποταμού Νείλου ανεβαίνοντας τον Γαλάζιο Νείλο. Στην Εκουατόρια η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται ανάμεσα στα έτη 1878 -1890 και πάλι σχετίζεται με την προσπάθεια για την ανακάλυψη των πηγών του Νείλου τον 19ο αιώνα όταν κυριάρχησε η άποψη ότι οι πηγές έπρεπε να αναζητηθούν στο άλλο παρακλάδι, τον Λευκό Νείλο, ανάμεσα στα Όρη της Σελήνης, κοντά στον Ισημερινό.

Η αναζήτηση των πηγών του Νείλου δεν αφορούσε απλώς την ικανοποίηση της περιέργειας και της “αίγλης” που θα πρόσφερε μια τέτοια ανακάλυψη στον εξερευνητή, ούτε την ικανοποίηση των επιστημονικών ερωτημάτων που έθεταν οι γεωγράφοι της Βικτωριανής Ευρώπης. Πίσω από τις προσπάθειές τους κρύβονταν και οι γεωπολιτικές επιδιώξεις, τα αποικιοκρατικά συμφέροντα και οι ανταγωνισμοί των Μεγάλων δυνάμεων στην Αφρική μετά τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ, όταν χρεωκόπησε η Αίγυπτος.

Ο σερ Σάμουελ Ουάιτ Μπέικερ, ονομάζεται πασάς από τις αιγυπτιακές Αρχές και πηγαίνει στον Νότο για να καταπολεμήσει το δουλεμπόριο των Αράβων. Εκεί, τον Μάιο του 1871, ονομάζει κάποια εδάφη του Νότιου Σουδάν1 ‘Εκουατόρια’. Με ορμητήριο τις ερημωμένες εγκαταστάσεις μιας παλιάς αυστριακής ιεραποστολής χτίζει νέα οχυρά, νέες βάσεις και αρχίζει να εκπληρώνει την αποστολή του περιβεβλημένος με πλήθος εξουσιών. Όταν κάποτε θα αποσυρθεί, τη θέση του παίρνει ο στρατηγός Γκόρντον που είχε πολεμήσει στην Κριμαία και μετά ο γερμανός φυσιοδίφης Έντουαρντ Σνίτσερ, γνωστός και ως Μεχμέτ Εμίν πασάς2. Αυτός θα ιδρύσει την επικράτεια της Εκουατόρια, μια μεγάλη περιοχή νότια του Σουδάν, στις πηγές του Λευκού Νείλου, οραματιζόμενος μια νέα κοινωνία, «ένα υβρίδιο συντήκοντας ετερογενή υλικά». Αυτόχθονες και ξένοι, χριστιανοί, μουσουλμάνοι κι ανιμιστές, με διαφορετικές κουλτούρες καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα κοινωνικό κράμα, συμβιώνουν, συγχρωτίζονται, καλύπτουν τις ανάγκες τους δίνοντας νόημα στην έννοια της ανεκτικότητας. Πρόκειται για την πραγμάτωση μιας ουτοπίας:

«Πού πέφτει αυτή η Εκουατόρια, αλήθεια;

Θα το δούμε όταν την ιδρύσω»

[…] 

«Θα ιδρύσεις μια επικράτεια, σαν να λέμε…

Ε, κάτι τέτοιο. Αυτό τουλάχιστον ονειρεύομαι. Εκεί όπου βρίσκονται οι πηγές.

Ωραίο ακούγεται. Ένας κόσμος, αναμάρτητος, χωρίς ιστορικά βαρίδια»

Την ίδια εποχή αρχίζουν να αναπτύσσονται στις χώρες της Αφρικής εγχώρια κινήματα που εμπνέονται από θρησκευτικό κι εθνικιστικό φανατισμό για να εκφράσουν την αντίδραση των ντόπιων ενάντια στην αρπακτική διάθεση και την πλεονεξία των πολιτισμένων. Όταν οι Σουδανοί ισλαμιστές ξεκινούν τζιχάντ ενάντια στην αιγυπτοβρετανική κυριαρχία με επικεφαλής τον φανατικό Μάχντι3, και ιδίως όταν ο Μάχντι κατέλαβε το Χαρτούμ το 1885 και η αιγυπτιακή διοίκηση του Σουδάν κατέρρευσε, η ακραία νότια επαρχία Εκουατόρια έμεινε σχεδόν αποκομμένη από τον έξω κόσμο. Οι Βρετανοί ξεσηκώνονται. Εκλαμβάνουν την εξέγερση του Μάχντι ως πρόκληση στις αξίες των πολιτισμένων, ως επέλαση της βαρβαρότητας και του πρωτογονισμού. Η διάσωση των Ευρωπαίων της Εκουατόρια, που απειλούνται «από μια ανταριασμένη θάλασσα βαρβαρότητας», γίνεται πλέον λαϊκή απαίτηση, ζήτημα γοήτρου για τη Βρετανική αυτοκρατορία, «ηθικό ζήτημα απέναντι στη Χριστιανοσύνη και πολιτικό ζήτημα ως προς την πολιτισμένη διεθνή κοινότητα». Χρηματοδοτείται μια αποστολή με επικεφαλής τον διάσημο δημοσιογράφο και εξερευνητή Χένρι Μόρτον Στάνλεϊ, η οποία διασχίζει τη λεκάνη του ποταμού Κόνγκο4 , για να φτάσει μέσα από μύρια βάσανα στην Εκουατόρια, όπου στις 29 Απριλίου 1888 ο Στάνλεϋ συναντά τον Εμίν πασά και διαπιστώνει ότι «ούτε ίχνος πάνω του δεν φανέρωνε κακή υγεία ή άγχος». Μάλιστα η συνάντηση γιορτάζεται με τρία μπουκάλια σαμπάνιας. Ο Εμίν πασάς παρέχει τρόφιμα και άλλες προμήθειες στον Στάνλευ και διασώζει τους διασώστες του. Ο Εμίν επιθυμεί να παραμείνει στην Εκουατόρια, ενώ ο στόχος του Stanley ήταν να φέρει τον Εμίν έξω, στον πολιτισμένο κόσμο. Συζητούν και δεν καταλήγουν. Οι άνθρωποι της Εκουατόρια δεν αντιλαμβάνονται για ποιον λόγο έπρεπε να σωθούν. Ύστερα από διενέξεις και διαβουλεύσεις, αποφασίζεται, κάτω από την πίεση του Στάνλεϋ, η έξοδος από την Εκουατόρια.

Οι επιζώντες της αποστολής του Στάνλεϋ και πολλές εκατοντάδες οπαδοί του Εμίν πασά με τις οικογένειές τους αναχωρούν στις 10 Απριλίου 1889 για να φτάσουν μετά από εξοντωτική πορεία, σχεδόν εφτά μήνες αργότερα, στις ακτές του Ινδικού ωκεανού στο Bagamoyo αρχές του 1890. Ο Εμίν στη συνέχεια εισήλθε στην υπηρεσία της Γερμανικής Εταιρίας Ανατολικής Αφρικής και συνόδευσε τον δόκτωρα Στύλμαν σε μια αποστολή στις λίμνες στο εσωτερικό. Δολοφονήθηκε από δύο άραβες δουλέμπορους στο Κογκό στις 23 ή 24 Οκτωβρίου 1892.

Αυτή η καταγεγραμμένη ιστορική πραγματικότητα αποτελεί τον καμβά πάνω στον οποίο στοιχειοθετείται το μυθιστόρημα του Μοδινού. Μέσα σ’ αυτό το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο παρακολουθούμε την ίδρυση και τη διάλυση της Εκουατόρια: ο μύθος αποπειράται να ερμηνεύσει την ανθρώπινη ιστορία.

Στο πλαίσιο των πραγματικών γεγονότων, ο Μοδινός στη δική του Εκουατόρια δημιουργεί ένα μυθιστόρημα περιπέτειας. Παρακολουθούμε την προσωπική περιπέτεια με τα λόγια και τα μάτια του αφηγητή του ομώνυμου Μιχαήλ Μοδινού του Όθωνος, ενός μορφωμένου, κοσμοπολίτη βαμβακέμπορου από την Αλεξάνδρεια ο οποίος έχει εμπλοκή στη συγκρότηση της Εκουατόρια. Είπαμε ότι στο μυθιστόρημα επίκεντρο είναι το άτομο. Ο αφηγητής έχει βαρεθεί την Αλεξάνδρεια. Εγκαταλείπει τις επιχειρήσεις του κι έρχεται στη Ζανζιβάρη. Κι εδώ νιώθει τη ζωή του να λιμνάζει. Το 1879 παίρνει την απόφαση να πάει στην Εκουατόρια κοντά στον παλιό του φίλο Εντουαρντ Σνίτσερ, τον Εμίν Πασά, και συμμετέχει για δέκα χρόνια στο χτίσιμο μιας νέας κοινωνίας «απαλλαγμένης από ιστορικά πάθη και έχθρες, από ανατροφοδοτούμενες προσδοκίες κι από την αέναη επιδίωξη του διαρκώς καλύτερου, του επιπλέον και του περιττού».

Ο συγγραφέας Μοδινός ενσωματώνει στις αφηγήσεις του αφηγητή όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το εξωτικό μυθιστόρημα. Κι όχι μόνο γιατί αναφέρεται στους τροπικούς, αλλά γιατί επικεντρώνεται στην απόγνωση από την εξέλιξη της προσωπικής ζωής και στη φυγή του ανθρώπου από τον πολιτισμό προς τον πρωτογονισμό, ένα κοινό τόπο στα μυθιστορήματα του είδους. Ο αφηγητής Μιχάλης Μοδινός του Όθωνος, αποζητά μέσα από την προσωπική του πορεία την “Ιδέα” της ομορφιάς (με την πλατωνική σημασία), μόνο που «η ομορφιά και μόνο αυτή φέρνει τη μελαγχολία». Κλασική περίπτωση πεισιθάνατου ρομαντικού. Όμως δεν μένει στη ρομαντική εκδοχή του “αγνού αγρίου” ή της “Εδέμ” παρά το γεγονός ότι ο αφηγητής έχει βιώσει τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό κι έχει δοκιμάσει το θετικισμό του 19ου αιώνα. Η στάση του αφηγητή μας εισάγει στο χώρο του μεταποικιακού, καθώς με το λόγο του αναδεικνύει την απέραντη πολιτισμική ποικιλότητα και ασκεί κριτική στους Δυτικούς και τον τρόπο που παρουσίαζαν τους «απολίτιστους» λαούς προσπαθώντας να εμπεδώσου την αντίληψη περί υπεροχής του δυτικού κόσμου για τον ‘πολιτισμό’, τη ‘δημοκρατία’ και την ‘ανάπτυξη’. Κι έτσι η Εκουατόρια μετατρέπεται και σε «σπουδή των υποδεέστερων» εφόσον αναδεικνύει παραδειγματικά ερωτήματα σχετικά με την καταλληλότητα των δυτικών θεωρητικών μοντέλων κοινωνικής αλλαγής και ανάπτυξης στους τροπικούς.

Ενσωματώνει στοιχεία από το κλασικό ταξιδιωτικό μυθιστόρημα, και πιο συγκεκριμένα από το μυθιστόρημα φυγής, αφού η αφήγηση του Μιχάλη Μοδινού του Όθωνος παραπέμπει στην επιδίωξη του ανέφικτου. Μόνο που η επιλογή της συγκεκριμένης πορείας ζωής, όπως παρουσιάζεται από τον βιωμένο λόγο του αφηγητή, λειτουργεί για τον αναγνώστη ως αποκάλυψη της διαδικασίας σχηματισμού μιας ταυτότητας και δείχνει πώς μια συνείδηση (αυτή του Μιχάλη Μοδινού του Όθωνος) μεταλλάσσεται σταδιακά κι αναδομείται μέσα από μια αρχική επιλογή ζωής. Αυτό αποτελεί το βασικό δομικό στοιχείο απ’ όπου εκκινεί το μυθιστόρημα το λεγόμενο της μαθητείας. Όταν πλέον ο αφηγητής επιστρέψει στη Ζανζιβάρη, μετά την διάλυση της Εκουατόρια, συνειδητοποιεί πως είχε ζήσει επί δέκα χρόνια μια ουτοπία και χρονική και τοπική. Κατανοεί με τη δυτική του παιδεία τι σημαίνει πολιτισμός και εκπολιτισμός, αντιλαμβάνεται τις νομοτέλειες της εξουσίας, έχει βιώσει την βαρύτητα των αποφάσεων των ισχυρών, τα ιστορικά πάθη και τη σχέση τους με το χρόνο, την πηγή της κοσμοπολίτικης πλήξης του, αναθεωρεί τον σκεπτικισμό του. Η συμμετοχή του στο πείραμα της Εκουατόρια λειτουργεί ως μαθητεία που αναδομεί τη ζωή και την σκέψη του.

Από αυτή την οπτική η Εκουατόρια ακολουθεί την παράδοση του φιλοσοφικού μυθιστορήματος. Εύκολα διαβάζει ο αναγνώστης την οφειλή στον Πλάτωνα και τη βαριά σκιά του στην οργάνωση της ιδανικής πολιτείας, αλλά και τις ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και συγκεκριμένα του Ζαν Ζακ Ρουσσώ για την επιστροφή στη φύση ο οποίος επεδίωκε όχι να καταργήσει τον πολιτισμό αλλά να επιβάλλει στον πολιτισμένο κόσμο μέσα από την επιστροφή στη φύση, την εδραίωση στις αξίες της δικαιοσύνης και της ισότητας. Επικεντρώνει στη θεμελιώδη αντίθεση ανάμεσα στον πολιτισμό, τον στηριγμένο στον ορθολογισμό της επιστήμης και στον διακαή πόθο του ανθρώπου για μια ζωή στηριγμένη σε διαχρονικές αξίες αποδεκτές από το φυσικό δίκαιο. Ο Τόμας Μουρ κι ο Φράνσις Μπέηκον είναι παρόντες με τις δικές τους ουτοπίες.

Είναι μυθιστόρημα οικολογικό αφού οι τόποι επικαθορίζουν τη δράση των χαρακτήρων που μαθαίνουν μέσα στην ροή της μυθιστορηματικής δράσης ότι «ο κόσμος δεν κατακτάται. Επαναμαγεύεται». Και κάτι σπουδαίο: Μπορεί ο αφηγητής να έχει μαθητεύει σε πολλούς τόπους αλλά εντέλει ανήκει σε ένα μόνο τόπο· τον τόπο της μοίρας του - ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.

Και ταυτόχρονα είναι μυθιστόρημα πολιτικό. Και μάλιστα αυτό δηλώνεται με τον πλέον εμφανή τρόπο στο παράθεμα της Σούζαν Σόνταγκ που θέτει ο συγγραφέας στην προμετωπίδα του βιβλίου του:

[…]και τι νόημα έχει ν’ αφηγούμαστε ιστορίες, αν όχι για να διεγείρουμε την βαθιά επιθυμία του καθενός μας για μια αλλιώτικη ζωή;

Η Εκουατόρια διαθέτει όλα τα στοιχεία των μυθιστορημάτων της πρωτοπορίας.

α) Πρωτοπρόσωπος ενδοδιηγητικός αφηγητής: από την αρχή ακούμε τον αφηγητή Μιχαήλ Μοδινό του Όθωνος να μονολογεί αραδιάζοντας αναμνήσεις και αναστοχασμούς, ύστερες σκέψεις κι αποτιμήσεις.

β) Αστάθεια της ταυτότητας του ήρωα και διάσπαση της προσωπικότητας του. Ο Μιχαήλ Μοδινού του Όθωνος είναι άτομο που βρίσκεται σε κατάσταση εσωτερικής σύγκρουσης, όπου το συνειδητό παλεύει ενάντια στις δυνάμεις του ασυνείδητου ή, άλλοτε η λογική του αντικρούεται από τον παραλογισμό του εξωτερικού κόσμου.

γ) Σύντηξη κειμενικών ειδών: η επιστημονική συγχωνεύεται με την αφηγηματική γλώσσα, το δοκίμιο με την ιστοριογραφία, η ημερολογιακή γραφή με το στοχασμό, η μυθοπλασία με τη γεωγραφία, τα ιστορικά γεγονότα με πληροφορίες της καθημερινότητας κλπ

δ) Ενσωμάτωση ντοκουμέντων όπως συνηθίζεται στο μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα (nonfiction novel): περιλαμβάνει τεκμηριωτική μυθοπλασία, ενσωματώνει ημερολογιακές καταγραφές, εικόνες, χάρτες, τεκμήρια υπαρκτά ή επινοημένα, αρχεία, κειμενικά ίχνη και παραθέσεις είτε από προσωπικές εμπειρίες του ίδιου του αφηγητή είτε από μαρτυρίες και εξομολογήσεις προσώπων φίλα (ή εχθρικά) κείμενων προς αυτόν.

ε) Συγκρότηση μιας εμφανούς διακειμενικότητας που προκαλεί αναγωγές και συνάφειες όχι μόνο με τον παρελθόντα χρόνο των γεγονότων αλλά και με όσα συμβαίνουν στο δικό μας παρόν.

Εν τέλει η Εκουατόρια είναι μυθιστόρημα που εμπνέεται αρχικά από τις μυθιστορηματικές μορφές του εγκυκλοπαιδισμού. Είναι ταυτόχρονα ιστορικό, μυθιστόρημα περιπέτειας, εξωτικό που ξανοίγεται στη μεταποικιακή θεωρία, είναι ταξιδιωτικό που ενεργοποιεί τη φυγή από τον πολιτισμό ως αφορμή μαθητείας και επανακαθορισμού της ταυτότητας και του νοήματος της ζωής του αφηγητή, είναι φιλοσοφικό, πολιτικό και οικολογικό μυθιστόρημα που ενεργοποιεί όλες τις προηγούμενες οφειλές σε μια γραφή που έδειξαν τα μυθιστορήματα της πρωτοπορίας.

Ο «Ροβινσών Κρούσσος» του Ντεφόου, οι «Εξομολογήσεις» του Ρουσώ, το «Μόμπι Ντικ» του Μέλβιλ, τα έργα του Φλομπέρ, ο «Οδυσσέας» του Τζόυς, ο «Παρασκευάς» του Μισέλ Τουρνιέ, η «H καρδιά του σκότους» του Κόνραντ, το «Φως τον Αύγουστο» του Φόκνερ, το «Homo Faber» του Μαξ Φρις είναι παρόντα ως διαρκής αφομοιωμένες επιρροές που καθορίζουν τη μορφή και τη θεματική της Εκουατόρια.

Τελικά με δυο λόγια, η Εκουατόρια του Μιχάλη Μοδινού είναι ένα κεντροευρωπαϊκό μυθιστόρημα γραμμένο από έναν Έλληνα.
ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ
Λάρισα 5.4.2017


1 Το Σουδάν αποτελούσε από το 1821 κτήση της Αιγύπτου, που με τη σειρά της μετατράπηκε το 1882 σε αποικία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας με «συγκυρίαρχο» την Οθωμανική.

2 Έντουαρντ Σνίτσερ (Edward Schnitzer) γνωστός με το ψευδώνυμο Μεχμέτ Εμίν πασάς, στα αραβικά Muhammad al-Αmin (Σιλεσία 1840 – Κονγκό 1892). Εργάστηκε ως γιατρός του οθωμανικού στρατού. Ασπάστηκε τον ισλαμισμό. Στη συνέχεια τέθηκε στην υπηρεσία των Άγγλων στις επιχειρήσεις τους εναντίον του Σουδάν. Συνεργάστηκε στενά με τον στρατηγό Γκόρντον και διηύθυνε τις υγειονομικές υπηρεσίες του Σουδάν. Διορίστηκε διοικητής της Ισημερινής επαρχίας. Δολοφονήθηκε από δουλεμπόρους, οι οποίοι έτρεφαν μίσος εναντίον του επειδή ήταν κατά της δουλείας και αγωνιζόταν για την υλική και ηθική ανύψωση των μαύρων.

3 Οι Σουδανοί είχαν ξεσηκωθεί με αρχηγό τον Μάχντι κατά της αιγυπτοβρετανικής κυριαρχίας στη χώρα τους. Η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε να εγκαταλείψει το Σουδάν θεωρώντας ότι δεν άξιζε τον κόπο και το κόστος. Για αυτό έδωσε εντολή στον στρατηγό Γκόρντον να οργανώσει μια αποστολή εκκένωσης των Βρετανών και Αιγυπτίων υπηκόων από την πρωτεύουσα Χαρτούμ. Όμως εκείνος μόλις έφτασε αποφάσισε να ασκήσει τη δική του πολιτική πιστεύοντας ότι μπορεί να επικρατήσει και οχυρώθηκε στην πόλη. Σύντομα βρέθηκε πολιορκημένος με τις προμήθειες να τελειώνουν. Η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να στείλει εκστρατευτικό σώμα υπό τον στρατηγό Γούλσλεϊ που έφτασε όταν πια το Χαρτούμ είχε πέσει και ο Γκόρντον είχε σκοτωθεί. Στους επόμενους μήνες οι Βρετανοί αποσύρθηκαν για να επιστρέψουν 10 χρόνια αργότερα με τον Λόρδο Κίτσενερ, ο οποίος υπέταξε το Σουδάν μετά από εκστρατεία τριών ετών, το 1898. Στην ταινία ‘Χαρτούμ’ (1966) ο Λόρενς Ολίβιε ενσάρκωσε τον Μάχντι και ο Τσάρλτον Ίστον τον στρατηγό Γκόρντον.


4 Η συγκεκριμένη αποστολή ενέπνευσε τον Κόνραντ, καθώς λέγεται, να γράψει την Καρδιά του Σκότους.

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Γιώργος Α. Χατζηλάκος : Η πολυδιαβασμένη Ντόρις και η αγράμματη Σούζι


Τα βιβλία που σε δυσκολεύουν είναι τα βιβλία των ανθρώπων που γνωρίζεις. Δίχως να το θέλεις δεν είσαι ποτέ ένας απλός αναγνώστης. Είσαι ένας αναγνώστης που θαρρεί πως είναι αρκούντως υποψιασμένος κι έτσι συχνά λειτουργεί με μια διάθεση κουτσομπολίστικη ή με μια προδιάθεση να ανακαλύπτει και να φαντάζεται πίσω από τις λέξεις τον άνθρωπο.
Βέβαια ποτέ ο συγγραφέας δεν είναι ο απόλυτος παρών. Χωρίς να είναι απών εντούτοις έχει τον τρόπο του να διαφοροποιείται. Αλλά δεν είναι διόλου εύκολο να κάνεις αυτή τη διαφοροποίηση…
Ξέροντας ότι θα αντιμετώπιζα με τον εαυτό μου μια τέτοια αναγνωστικά «μπερδεμένη » κατάσταση πήρα απόφαση να διαβάσω το βιβλίο τρεις φορές πριν να παρουσιαστώ μπροστά σας. Και μάλιστα έβαλα εξαρχής τις προδιαγραφές των απανωτών αναγνώσεων :
- το πρώτο διάβασμα θα ήταν για τον άνθρωπο, να διακρίνω τον κυρ-Γιώργο, αλλά και να διασταυρώσω πιθανώς κάποια μυθιστορηματικά πρόσωπα με τα αντίστοιχα υπαρκτά
- το δεύτερο διάβασμα ήταν για να συσχετίσω τα μυθιστορηματικά γεγονότα με τα ιστορικά δεδομένα μια και πρόκειται ουσιαστικά για την περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στη δράση του φοιτητικού της ΕΠΟΝ.
- η τρίτη ανάγνωση ήταν  για το φιλολογικό του πράγματος, όπου πλέον ο στόχος μου ήταν να επισημάνω - γιατί δεν γίνεται να εξαντλήσω – μια σειρά σημεία που αξίζει κατά την γνώμη μου να προσεχτούν έτσι ώστε να διευκολύνουν την απολαυστική ανάγνωση από τη δική σας πλευρά. Άλλωστε αυτός νομίζω ότι πρέπει να είναι και μια παρουσίαση ενός βιβλίου.

Και θα μου έλεγε με εκείνο το τσεκουράτο ύφος που δε σήκωνε και πολλά πολλά : «Αντε! ας προχωρήσουμε επί της ουσίας!»

Ας δούμε σε γενικές γραμμές την ιστορία, το story πάνω στο οποίο βασίζεται το έργο.
Χώρος η Θεσσαλονίκη,  την περίοδο της γερμανικής κατοχής.
Στην οδό Αγγελάκη κοντά στο Συντριβάνι, λειτουργεί ένας «κρυφός» οίκος ανοχής τον οποίο διευθύνει η μαντάμ Σούζυ. Εκεί συχνάζουν μια παρέα νεαρών φοιτητών του Αριστοτελείου, όλοι τους μέλη της φοιτητικής ΕΠΟΝ,  οι οποίοι εκτός των σωματικών ηδονών και απολαύσεων χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο σπίτι για χώρο συνωμοτικών συναντήσεων αλλά και ως μια «ιδανική» γιάφκα για τα σύνεργα της αντιστασιακής δράσης. Εκεί εργάζεται και η Μαργαρίτα. Η ωραιότερη ανάμεσα σε όλα τα κορίτσια του ιδρύματος…
Οι άντρες που μπαινοβγαίνουν σ’ αυτό το σπίτι είναι μιας κάποιας κοινωνικής θέσης. Πρόκειται για σπίτι «καθωσπρέπει», κι όχι σαν εκείνα της οδού Ειρήνης ή της Μπάρας…
Εδώ συχνάζει  και ένας γερμανός αξιωματικός από τη Βιέννη, αριστοκρατικής καταγωγής και με σημαντική ανθρωπιστική παιδεία. Ο Χανς Φίσερ ομιλεί άψογα ελληνικά Οι νεαροί τον υποψιάζονται ότι είναι βαλτός να ψαρεύει κουβέντες κι ότι τελικός του σκοπός είναι να διαλύσει την ΕΠΟΝ και να συλλάβει τους ηγέτες της και κυρίως τον Νίκο Μπαλλή, το γυαλάκια της Φιλοσοφικής.
Ο Χανς Φίσερ ζητούσε πάντα την ίδια γυναίκα, τη Μαργαρίτα. Η αλήθεια είναι όμως πως ποτέ δεν ολοκλήρωνε μαζί της τη συνεύρεση γιατί ήταν «ελλειμματικός» και είχε φοβία με τις γυναίκες. 
Μια βραδιά λοιπόν ο Χανς ζήτησε από τη ματρόνα να συνοδεύσει την Μαργαρίτα έξω για λίγες ώρες στο κέντρο στα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα που εκείνο τον καιρό τραγουδούσε ο Τσιτσάνης…
Στην πραγματικότητα είχε τις πληροφορίες του για μια συνάντηση που επρόκειτο να λάβει χώρα στο εν λόιγω κέντρο και χρειαζόταν την κοπέλα ως κάλυψη…
Όμως ο γυαλάκιας, εκείνος που περίμενε ο Χανς, ειδοποιήθηκε έγκαιρα και δεν ήρθε. Ήρθε όμως ο «Κουρσάρος», ένα ιδιαίτερα χαρισματικό παληκάρι, τότε οργανωμένος στη «Φιλική» συμφοιτητής των θαμώνων του οίκου ανοχής, αλλά όχι και σύντροφος στις ηδονές τους – τώρα πλέον καθηγητής του Αριστοτελείου…  Εκείνο το βράδυ ο Κουρσάρος θα συναντήσει τη ματιά της Μαργαρίτας [σελ80]
Εκείνη η συνάντηση θα είναι μοιραία. Η Μαργαρίτα θα ερωτευτεί κεραυνοβόλα το νεαρό και θα πάψει να δέχεται πλέον πελάτες. Η σχέση τους τελικά θα ολοκληρωθεί.
Η μαντάμ Σούζυ δεν θα αργήσει να αντιληφθεί ότι η Μαργαρίτα είναι ερωτευμένη. Θεωρεί ότι η παρουσία του νεαρού της χαλάει το μαγαζί και τον διώχνει «να μην ξαναπατήσει».
Σε όλο αυτό το διάστημα ο Χανς ήταν απασχολημένος με τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης και δεν είχε επισκεφτεί καθόλου το σπίτι της μαντάμ Σούζυς. Έτσι δεν είχε πληροφορηθεί τον έρωτα της Μαργαρίτας…
Ο Κουρσάρος μαζί με άλλους 143 λίγο μετά το γεγονός της αποπομπής του, συνελήφθη και τους μετέφεραν στη Σταυρούπολη, στο στρατόπεδο Παύλου Μελά.
Η Μαργαρίτα τρελλαμένη από την αγωνία και συνοδευμένη από την μαντάμ Σούζυ πηγαίνουν και στήνονται έξω από τα σύρματα του στρατοπέδου με τους άλλους συγγενείς των παλληκαριών να μάθουν νέα για την τύχη τους.
Η μαργαρίτα θα φύγει από το σπίτι. Όμως ο Χανς θα κινήσει γή και ουρανό και θα την βρει. Δεν γνωρίζει τίποτε από όσα μεσολάβησαν. Θα της ζητήσει να γίνει γυναίκα του και να πάει μαζί του στη Βιέννη. Η μαργαρίτα θα δεχτεί με τον όρο να αποφυλακιστούν οι κρατούμενοι φοιτητές. Κι ο Χανς δέχεται. Και κρατάει το λόγο του .
Η Μαργαρίτα θα δει από μακρυά για τελευταία φοράτον άντρα που αγάπησε να περπατάει στην προκυμαία της Θεσσαλονίκης με ένα φίλο του.
Μέγα Σάββατο του 1943 η Μαργαρίτα θα φύγει με τον Χανς Φίσερ για τη Βιέννη με την αμαξοστοιχία που μετέφερε αξιωματικούς της Βέρμαχτ.
Πριν ακόμα περάσουν τα σύνορα η Μαργαρίτα θα αισθανθεί ζαλάδες. Ο γιατρός που την εξετάζει θα διαπιστώσει την εγκυμοσύνη. Η Μαργαρίτα κουβαλά στην Βιέννη το παιδί του Κουρσάρου
Ο Χανς που δεν γνώριζε την αλήθεια ήταν περήφανος που θα γινόταν πατέρας. Εκεί όμως στα στενά του Ντεμιρ Ισάρ , στο σταθμό της Κλεισούρας, άγνωστο από ποια παρόρμηση παρακινημένη η Μαργαρίτα θα ζητήσει να περπατήσει λίγο για να ξεμουδιάσει. Θα προσπαθήσει να διαφύγει γυρνώντας πίσω σε μια εμπορική αμαξοστοιχία που προχωρά με κατεύθυνση τη θεσσαλονίκη. Ο Χανς θα την αντιληφθεί και μεμιάς θα τα καταλάβει όλα. Εκεί θα τη σκοτώσει. [σελ. 134] 

Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η κεντρική ιστορία, εκείνη που κρατεί το βιβλίο. Όμως το βιβλίο δεν είναι αυτό που μόλις ακούσατε.
Ο Χατζηλάκος καταφεύγει σε ένα τέχνασμα το οποίο είναι καθοριστικό για τη μορφή και το περιεχόμενο του αφηγημένου λόγου.
Η ιστορία που σας παρουσίασα γραμμικά βάζοντας τα γεγονότα της σε χρονική τάξη, ακούγεται –προσέξτε το ρήμα – ακούγεται σε άλλο χρόνο και σε άλλο χώρο από κάποιον αφηγητή ο οποίος δεν κατονομάζεται. Αυτός ο αφηγητής στέλνει το αφήγημα στον φίλο του Φιλόλαο στο Παρίσι. Πρόκειται για ένα αφηγητή «ρεαλιστή», «τεχνολόγο», «υπηρέτη των θετικών επιστημών», «γεωπόνο» ο οποίος παρουσιάζεται στο σήμερα, στο δικό μας χρόνο, στο τώρα,  ως φοιτητής που θαυμάζει απεριόριστα τον καθηγητή του τον Κουρσάρο. Αυτός λοιπόν μιλά, αυτουνού η φωνή ακούγεται,  αυτός σχολιάζει κι αυτός πληροφορεί τον μακρινό του δέκτη. Έτσι εξαρχής το μυθιστόρημα δομείται σε βάση επικοινωνιακή ως μονόλογος ενός προσώπου το οποίο έχει σκοπό την πληροφόρηση ενός φίλου του.
Άλλωστε ο θαυμασμός του σημερινού φοιτητή για τον καθηγητή του αποτυπώνεται και στον τίτλο του μυθιστορήματος. «Η πολυδιαβασμένη Ντόρις» δεν είναι πρόσωπο του μύθου αλλά μια εμμονή αναλογικού τύπου του αφηγητή –φοιτητή που βλέπει τον Κουρσάρο σαν εκείνους τους άντρες που περιγράφει η συγγραφέας Ντόρις Λέσσιγκ στο Σημειωματάριό της - εκείνους τους ηδονικούς άντρες που έχοντας   μιαν αδέξια ανυπόμονη ταπεινοφροσύνη εντούτοις διατηρούν μια αλαζονική δύναμη που τους επιτρέπει με την παρουσία τους και μόνο να κυριαρχούν οι ποθητοί… Αντιλαμβάνεστε ότι αναφέρεται  με τα λόγια της Λέσιγκ και με αντίστοιχα λόγια της μαντάμ Σούζυς στην καταλυτική παρουσία του Κουρσάρου…

Όμως οι πληροφορίες που μεταδίδει στον φίλο του Φιλόλαο τις έχει πάρει από λογής πηγές . Η κυριότερη πηγή του είναι ο κοινός φίλος τους ο Κώστας Πρίντζιπας που κατάφερε να παρασύρει τον κύριο Κοντούλη, αδερφικό φίλο και παλιό συμφοιτητή του καθηγητή του Κουρσάρου σε μιαν αφήγηση  διαρκείας. Έχουμε λοιπόν μια άλλη αφήγηση μέσα στην προηγούμενη. Και δεν τελειώνουμε εδώ.
Όσοι μπορούν να φανταστούν την τέχνη του ψηφιδωτού μπορούν εύκολα να κατανοήσουν αυτό που υλοποιεί ο Χατζηλάκος. Πάνω στο σώμα της κύριας ιστορίας κεντιούνται αναρίθμητες μικροιστορίες, παρεκβάσεις, πισωγυρίσματα, προλήψεις που οργανώνουν τελικά μια πινακοθήκη ή ένα συμφωνικό «κείμενο»: οι προσωπικές ιστορίες της Σούζυς, της Θάλειας, της συμφοιτήτριάς  Ρόζης, του Τσιάρα, του Μπαλλή, του… μέτρησα πάνω από σαρανταδύο επιμέρους τέτοιες μικροϊστορίες. Αληθινό ρεκόρ!
Και μια επισήμανση :
Όταν στο τέλος του βιβλίου ο φίλος του Κουρσάρου, ο κύριος Κοντούλης, αφηγείται στον Κώστα Πρίντζιπα, πως ψηλά στο Καρπενήσι συνάντησε μετά από 15 χρόνια τον Κουρσάρο  κι αρχίζει η διήγηση της ζωής ταιριάζοντας τις αναμνήσεις και τις καινούργιες πληροφορίες κλείνοντας το ψηφιδωτό της ζωής τους… Είναι το πλέον συνταρακτικό κείμενο που διάβασα…

Αλλά θαρρώ ότι κατάλαβα γιατί το έκανε.
Ο κυρ Γιώργος δεν ήθελε  να πει μια ιστορία ενός ερωτικού τριγώνου σε μιαν δύσκολη εποχή. Τέτοια ήταν έξω από τη φτιασιά του… 
Κυρίως ήθελε να στήσει μια πινακοθήκη στάσεων και συμπεριφορών δηλαδή να αποδώσει το ήθος της εποχής.

Γιαυτό και εντελώς παράξενο και «άτοπο» για μυθιστόρημα δηλώνει ότι πρόκειται για : «μαρτυρίες από τα χρόνια εκείνα τα δύσκολα και ηρωικά για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι.» 
Ενώ λοιπόν ξεκινά από μια τέτοια διδακτική διάθεση  συγκροτεί ένα κλασικής δομής μυθιστόρημα που υλοποιεί τη διδαχή της πέρα από την ομολογημένη του πρόθεση. Τελικά ο κυρ Γιώργος πονηρά μας έκλεισε το μάτι. Δεν έγραψε μαρτυρίες αλλά ένα παλίμψηστο κείμενο που μας αφορά όλους..

Προσπάθησε  να μας δείξει πώς η ζωή είναι μια αινιγματική απάντηση  και ότι είμαστε και εμείς μέλη αυτής της αινιγματικής απάντησης  και επομένως μπορούμε εντός και απέναντί της να σταθούμε με περισσότερη φιλικότητα και κατανόηση για τη δύναμη και την αδυναμία μας, για το τυχαίο και το αναπόφευκτο.
Κι αυτό ο κυρ Γιώργης το κατάφερε…

Λάρισα  2004                                                                                                           ΨύΡΡΑΣ ΘΩΜΑΣ 

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Δημήτρης Παπαδούλης : Η Άλλη Ζώνη - μυθιστόρημα για τον τρόμο

     Όταν κάποιος συγγραφέας μπει στον πειρασμό να γράψει ένα αφήγημα «πρέπει» όσο γίνεται πιο έγκαιρα να ξεκαθαρίσει για το καλό της ίδιας του της αφήγησης το «ποιος», το «που», το «τι»…,  έτσι ώστε ο αναγνώστης να κατανοεί αυτό που συμβαίνει στην ιστορία που ξετυλίγεται μπροστά του. Βέβαια αυτή η κλασική αρχή της αφήγησης συχνότατα εγκαταλείπεται ιδίως όταν ο συγγραφέας επιδιώκει να δώσει μορφή αινίγματος ή να χρησιμοποιήσει τον τρόπο του παραλογισμού στην οργάνωση της ιστορίας του.
     Στην «Άλλη ζώνη» λοιπόν ο συγγραφέας επιλέγει ένα περίεργο αφηγηματικό τρόπο που εκμεταλλεύεται στοιχεία από πολλές αφηγηματικές μορφές.
    Κατ’ αρχάς έχουμε ένα αφηγητή που μας μιλάει σε πρώτο πρόσωπο  για πράγματα στα οποία συμμετέχει ως άμεσο δρων πρόσωπο. Ο αφηγητής είναι και ο ήρωας της ιστορίας. Ποιος όμως είναι αυτός που "μιλάει"; Όσο κι αν αρχικά εμείς οι αναγνώστες δεν εμποδιζόμαστε - ίσως κι επειδή κάνουμε το λάθος να ταυτίσουμε το συγγραφέα με τον αφηγητή - εντούτοις στο τέλος του αφηγήματος μαθαίνουμε  ότι αυτός που μας "μιλούσε" αφηγούμενος την ιστορία του δεν είναι παρά ένα ον με τη μορφή μιας  μαύρης πεταλούδας . Μιας πεταλούδας που τρέφεται από τον τρόμο των άδικων για τις αδικίες τους και «ζει» μόνο για τη Δικαιοσύνη. Αυτή η μαυρη (ή μαυροφορεμένη ) μορφή μιλάει για την προηγούμενη ζωή της.
     Ωστόσο οι πληροφορίες που δίνονται είναι «μετρημένες». Στα βασικά αφηγηματικά ερωτήματα  που ικανοποιούν το μηχανισμό της αιτιολόγησης που αποζητά ο αναγνώστης δίνονται εξηγήσεις οι οποίες είναι στοιχειώδεις επίτηδες και από συγγραφικό υπολογισμό δεν παρέχονται πλήρεις και επαρκείς πληροφορίες που να καλύπτουν τις αναγνωστικές αγωνίες.
Στο πρώτο κιόλας κεφάλαιο θα μάθουμε :
Πότε ; :
«όταν τα πράγματα γύρω μου τρελλάθηκαν τόσο που δεν μπορούσα να τα παρακολουθήσω, αποφάσισα να αφήσω την πατρίδα»
Γιατί; :
«Γύρω νου η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο»
«έξω από την αυλή μου ο χωροφύλακας έπαιζε με το κομπιούτερ και μ’ ένα πάτημα κουμπιού αφάνιζε κατοσταριές κόσμου χωρίς να ενοχληθεί να ζητήσει συγγνώμη»
«όσα ακατανόητα συνέβαιναν γύρω μου …τόσο πιο έντονη γινόταν  η επιθυμία μου να φύγω, να φτάσω κάπου όπου το μακρύ χέρι (του χωροφύλακα) δε θα μπορούσε να με αγγίξει»
Που; :
«Μόνο ένα τέτοιο μέρος υπάρχει»
«Οι περισσότεροι το αποκαλούν ψιθυριστά «Άλλη ζώνη»
Πως; :
«Ένας μόνο είχε το προνόμιο να εκπατρίζεται ένα χρόνο μετά κάθε δίσεκτο έτος…αποφάσισα να επιδιώξω την πρόκληση»
«Έφτασα στη ζώνη χωρίς να το καταλάβω»
«Έμαθα από την πρώτη ώρα να αρκούμαι σε ό,τι μου παρουσιαζόταν»
«Μου πήρε καιρό να συγχρονίσω τους βιορυθμούς μου στο μόνιμο μισοσκόταδο της ζώνης. Σοκαρίστηκα όταν είδα τα πρώτα πλάσματα της περιοχής»
«Τα χαρακτηριστικά τους έμοιαζαν με γλυπτά καμωμένα από μονόχρωμο μοσχοσάπουνο»
«Μόνο θηλυκά κυκλοφορούσαν σ’ αυτή τη χώρα»…

    Αυτή είναι η αρχική αφηγηματική “τεκμηρίωση” πάνω στην οποία βασίζεται «η Άλλη Ζώνη». Ενώ αντιλαμβανόμαστε για το τι συμβαίνει δεν κατανοούμε γιατί ακριβώς συμβαίνει. Το απροσδιόριστο κυριαρχεί ως αφηγηματικός τρόπος. Τα όρια είναι ασαφή, ή μάλλον η αφηγηματική τεχνική διαλύει επίτηδες τα όρια για να δείξει με την ηθελημένη ασάφεια το διαπερατό των κόσμων και των πραγματικοτήτων που εξιστορεί.

   Από κει κι έπειτα  μία γυναίκα, η Πίργιο, αναλαμβάνει να τον οδηγήσει στον κόσμο της Ζώνης και να τον μυήσει στην επερχόμενη εξέγερση των καταπιεσμένων που υπάρχουν «άφαντοι» εκεί.
    Αλλά και εδώ στην Άλλη Ζώνη τα όρια συνεχίζουν να είναι εντελώς ασαφή. Το πάνω, το κάτω, το εδώ, το πέρα, το τώρα,  το πριν, το σήμερα, το χτες, η μνήμη, η ταυτότητα, η επιθυμία,  η ηδονή … όλα βρίσκονται σε μια διαδικασία απονεύρωσης, ακύρωσης ή αντιστροφής.
     Εντελώς μπερδεμένη η Πίργιο θα τον φέρει σε επαφή με τον γέροντα Μαξιμιλιανό, μια επαφή που γίνεται καταλύτης για την απόπειρα να διαφύγει από την Άλλη  Ζώνη. Δοκιμάζει να αποδράσει αλλά μόλις περνάει έξω από τη Ζώνη και μπαίνει ξανά πίσω στον πρώην «δικό του κόσμο» διαπιστώνει ότι τα πάντα έχουν αλλάξει. Ο ίδιος έχει απόλυτη άγνοια για το τί ακριβώς έχει συμβεί στον κόσμο του. Ο αφηγητής νοιώθει να μην ανήκει πλέον πουθενά, σε κανένα κόσμο. Επιστρέφει πίσω στη Ζώνη διπλά φοβισμένος από όσα είδε κι έζησε έξω από αυτή ...

    Η αφηγηματική τεχνική που ακολουθεί με συνέπεια ο Παπαδούλης διαμορφώνει ένα κείμενο με αινιγματική υφή το οποίο όμως διαρκώς ανοίγει πιθανότητες -πόρτες- ερμηνειών. Ο τρόμος που επισημαίνεται ήδη από τον υπότιτλο έχει να κάνει ακριβώς με αυτό το παιχνίδι των πιθανοτήτων. Ο νους του αφηγητή παύει να είναι όργανο καθοδηγητικό της σκέψης αλλά ένα εργοστάσιο παραγωγής λογικοφανών πιθανοτήτων που όλες προσπαθούν να απαντήσουν βασικές ερωτήσεις (που είναι και ερωτήσεις του αναγνώστη): ποιος είμαι, τι κάνω εδώ, που βρίσκομαι, γιατί βρίσκομαι, τι θέλουν οι άλλοι από μένα, ποιοι είναι οι άλλοι, γιατί και πως και τι… Οι απαντήσεις δεν ορίζουν καμία βεβαιότητα. Αντίθετα οι απαντήσεις είναι ανοιχτά ενδεχόμενα. Αυτές καθώς αναδύονται μέσα από μια «πραγματικότητα» κατασκευασμένη επίτηδες με ασαφή όρια, παράγουν τον τρόμο και πολλαπλασιάζουν την αφηγηματική αγωνία, κάνοντας τον αναγνώστη να μετέχει στο παράλογο. Είμαστε ήδη στην επικράτεια του καφκικού Πύργου.
    Καθώς λοιπόν τα όρια του νου (δηλαδή τα όρια της πραγματικότητας)  διαλύονται, δεν υπάρχει δυνατότητα να παράγονται σημασίες – και μάλιστα συλλογικού τύπου - δεν είναι δυνατό να παράγονται συναισθηματικού τύπου αιτιολογήσεις ή  αναγνωστικές συναισθηματικές εμπλοκές «μετοχής» για τη δράση των ηρώων. Δηλαδή δεν μπορεί να λειτουργήσει για τον αναγνώστη το αριστοτελικό «δι’ ελέου και φόβου». Μ’ αυτή την έννοια το μυθιστόρημα μπορεί να θεωρηθεί ως μπρεχτικής σύλληψης. Η απόλαυσή του κειμένου δεν μπορεί να αναζητηθεί και να εκτιμηθεί στην ποιότητα της «μετοχής» και της «κάθαρσης» αλλά στη λογική της μπρεχτικής «αποστασιοποίησης». Και εξηγούμαι – γιατί αυτό γίνεται επίτηδες στον Παπαδούλη ως συστατικός τρόπος οργάνωσης της ιδιότυπης φανταστικής αλληγορίας του:
   «Η Άλλη Ζώνη» είναι ένας «κειμενικός τόπος» η ύπαρξη του οποίου συναρτάται από «τούτο τον τόπο», τον δικό μας, τον πραγματικό (για να  υπάρξει το «Άλλο» πρέπει να προυπάρχει το «Αυτό»). Υπάρχει λοιπόν η δική μας Ζώνη (ο κόσμος μας) και αυτή τροφοδοτεί τη δυνατότητα να υπάρχει η «Άλλη Ζώνη». Αυτό συνεπάγεται ότι ο αναγνώστης καθώς προχωρεί στην ανάγνωση της φανταστικής αλληγορίας κρίνει τις αφηγηματικές πράξεις μέσα από τη δική του Ζώνη και τη στάση του στο δικό του κόσμο.

    Παρά το γεγονός ότι “Η Άλλη Ζώνη”  μοιάζει να βγαίνει από την επιστημονική φαντασία και να χρησιμοποιεί την εικονοπλασία των κόμικς, ελάχιστη σχέση έχει με αυτά τα αφηγηματικά είδη. Θα διακινδυνεύσω να πω ότι "Η Άλλη Ζώνη" είναι κειμενικός τόπος που μας έρχεται κατευθείαν από τους προσωκρατικούς. Είναι προσωκρατικής υφής και σύλληψης. Και για να είμαι ακόμα πιο συγκεκριμένος είναι αναξιμάνδριας σύλληψης. Ο Αναξίμανδρος είπε ότι «....το άπειρο που είναι η αρχή του κόσμου, είναι εκτός κόσμου» Αυτό το «εκτός κόσμου», δεν πρέπει να το εννοήσουμε ως ένα άδειο τίποτα, ένα κενό. Αντίθετα είναι μία αταχτοποίητη και άτακτη περιοχή – δηλαδή δεν είναι «κόσμος» (τάξη και αρμονία) Αυτό το άπειρον σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο - αλλά και με τον Παπαδούλη - περιέχει τα τέσσερα βασικά στοιχεία, αέρα, γη, νερό και φωτιά και καθώς αυτά τα στοιχεία αλληλοεισδύουν το ένα στο άλλο ή καθώς το ένα επηρεάζει το άλλο το άπειρον μεταμορφώνεται σταδιακά κι έτσι δημιουργούνται τα όντα τα οποία καθώς φθείρονται επιστρέφουν και πάλι στο άπειρο, στο εκτός «κόσμου».
Ο Αναξίμανδρος επιμένει: εκείνη η κοσμική δύναμη που εξασφαλίζει την
ισορροπία  είναι η Δικαιοσύνη. Ο Παπαδούλης λοιπόν ακουμπώντας  πάνω σε μια τέτοιου είδους και ήθους αναξιμάνδρεια οπτική δημιουργεί ένα κειμενικό τόπο όπου ο ήρωας –αφηγητής αναζητά εναγώνια την ύψιστη αρχή της ζωής: τη «δικαιοσύνη». Απαιτεί τη δικαιοσύνη όχι με τη μορφή μιας κοινωνικής εξουσίας που ταχτοποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά τη δικαιοσύνη ως κοσμική αρχή, ως  μια μορφή φυσικού νόμου για όλα τα πλάσματα.

Βέβαια ετούτη η Ζώνη, ο δικός μας κόσμος, τον απογοητεύει βαθιά. Όπου κι αν κοιτάξεις η Δικαιοσύνη υπονομεύεται. Τα πάντα “τρελλαίνονται”. Οι αδικίες της εξουσίας, η «θεσμισμένη» αδικία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η αδικία που διακινεί ο Χωροφύλακας  αναγκάζουν τον ήρωα-αφηγητή να αποζητά την «φυγή» στην «Άλλη Ζώνη», ελπίζοντας σε μιαν ευτοπία. Όμως και εκεί η Δικαιοσύνη δεν υφίσταται. Και εκεί είναι ένα διαρκές και πιεστικό ζητούμενο γιατί η Άλλη Ζώνη είναι ο  “ου-τόπος”, ελλιπής, άξενος και καταπιεστικός. Το όνειρο της ευτοπίας ναυαγεί. Γι' αυτό και ο αφηγητής  - μόνιμος αναζητητής της Δικαιοσύνης – θα προσπαθήσει να αποδράσει....

      Βέβαια ακόμα και το πιο ακραίο αδιέξοδο δεν μπορεί να είναι απόλυτο. Και στο αδιέξοδο υπάρχουν – πρέπει  να υπάρχουν πόρτες . Ο αφηγητής πρέπει να βρει και να ανοίξει μια νέα πόρτα έτσι ώστε να συγχωνευτεί με το Άπειρον να γίνει τελικά συστατικό στοιχείο της κοσμικής «Δικαιοσύνης».

Έστω κι αν ο ίδιος ο αφηγητής αναλωθεί και μεταμορφωθεί σε μια πεταλούδα (που η αρχαίοι την ονόμαζαν «ψυχή»).

Λάρισα 8 Ιουνίου 2006                                                                                                     Ψύρρας Θωμάς


 Μια συνέντευξη του συγγραφέα Δημήτρη Παπαδούλη στο Mega Channel το καλοκαίρι του 1994. Συνέντευξη και ανάγνωση αποσπασμάτων: Γιάννης Κοτσιφός. Σκηνοθεσία: Κώστας Εφραμίδης