Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Σιουζουλής Βασίλης: « Η Ευτυχία του ’50 » , Εκδόσεις οδός Πανός, Αθήνα 2006.



«Η Ευτυχία του 50» είναι το τελευταίο – αλλά το πρώτο σε πρόζα – βιβλίο του Βασίλη Σιουζουλή. Παρά το γεγονός ότι από το εξώφυλλο (που κοσμείται με ένα πίνακα του Χρήστου Σαμαρά ) χαρακτηρίζεται «μυθιστόρημα» δεν είναι μυθιστόρημα ∙ ο Σιουζουλής δεν δομεί ένα συγκροτημένο story αλλά χρησιμοποιεί ένα πλήθος από μικρές σχεδόν ανεξάρτητες η μία από την άλλη μικροϊστορίες ταξινομημένες αδρά σε μια χρονολογική ακολουθία (παιδικά , γυμνασιακά και ύστερα χρόνια) αλλά στην πραγματικότητα  αφήνεται στην ελευθερία της μνήμης και της αφήγησης για να πισογυρίζει και να ξαναπιάνει νήματα και νύξεις διαλύοντας την χρονική αλληλουχία.
Το τελικό «αφήγημα» ακολουθεί περισσότερο τις συναισθηματικές ανάγκες της «αφήγησης» (χρησιμοποιώ διακριτά τους όρους) παρά τις χρονικές. Έτσι ο «μύθος» του Σιουζουλή φτιάχνεται από ψηφίδες μνήμης και από παλίμψηστες μνημονικές διαθέσεις.. 
Το κείμενο βέβαια δεν ανήκει στο γραμματειακό είδος του χρονικού ή της μαρτυρίας, ούτε βέβαια έχει σχέση με το απομνημόνευμα  όσο κι αν η εξωτερική δομή αλλά και το περιεχόμενο του βιβλίου παραπέμπουν σε τέτοιου είδους «βιογραφικά» είδη.

Από τα δύσκολα χρόνια στο χωριό με το ξεκίνημα του  εμφυλίου πολέμου,  τη μετακίνηση για λόγους ασφάλειας στον Άη Νικόλα το βλάχικο στον Τύρναβο, τα παιδικά χρόνια  που συμπίπτουν με τα χρόνια του εμφυλίου, τα γυμνασιακά και τα  ύστερα χρόνια, ο Σιουζουλής  γράφει και χαίρεται την εμπλοκή του με τη μνήμη.
Δημιουργεί ένα αφηγητή τη φωνή του οποίου ακούμε να μας μιλά χωρίς στιγμή να κρύβει την εμπλοκή του με τα πράγμτα. Μάλιστα χαίρεται την εμπλοκή του, αυτοπαρασέρνεται στο χείμαρρο της ανάμνησης. Ο αφηγητής μοιάζει με εκείνα τα πιτσιρίκια που κάνουν βουτιές σε ποταμίσια νερά και χαίρουνται που τα τραβάει το ρέμα. Έτσι κι ο Σιουζουλής παραδίνεται σαν παιδί στις δίνες της μνήμης  ξεφωνίζοντας από χαρά που μπορεί να θυμάται…
Ο αφηγητής ξέρει ότι  μνήμη δεν είναι απλώς η δυνατότητα να θυμόμαστε (νάχεις καλό «θυμητικό» που λέμε στη Θεσσαλία), είναι κυρίως η δυνατότητα όσα θυμάσαι να γίνουν υλικά ζωής και να ορίζουν την περπατησιά σου.
Ο Σιουζουλής έγραψε ένα βιβλίο τέτοιο που μόνο αυτός μπορούσε να γράψει. Περίμενε βέβαια πολύ αλλά αυτό το πολύ των χρόνων ήταν τελικά εκείνο που σφράγισε την ποιότητά του κειμένου. Γιατί δεν είναι κείμενο εν βρασμώ. Είναι κείμενο που πέρασε από πολλά για να κατασταλάξει ώστε τελικά να φτάσει να κατακτήσει μιαν «εξεγερμένη νηφαλιότητα»... Ο αφηγητής, μια εξεγερμένη συνείδηση, δε διστάζει να ονοματίσει τον προδότη, προδότη, και το φονιά, φονιά. Αλλά συνάμα έχει ως «έμφυτο» στοιχείο στο λόγο του τη νηφαλιότητα ώστε να κατανοεί και να ερμηνεύει ακραίες ανθρώπινες συμπεριφορές  (το φθόνο, τη ζήλια, το πάθος, την κακία…) Από αυτή την οπτική το κείμενο συγκροτεί και μια σπουδαία ανθρωπιστική κατάθεση. Άλλωστε η επιστροφή στο παρελθόν πάνω στην οποία βασίζεται το βιβλίο χρησιμοποιείται ως μια  παράκαμψη μέσω του παρελθόντος για να βγούμε σε ένα νέο μέλλον. Πρόκειται για μια παράκαμψη που μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε την κοινωνική ζωτικότητα που θυσιάστηκε τις κρίσιμες δεκαετίες. Χωρίς νοσταλγία  του παρελθόντος δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικό όνειρο για το μέλλον.

Ο Τύρναβος της δεκαετίας του 50 είναι ο βασικός χώρος, το σκηνικό της δράσης. Είναι η σκηνή της «αυλής των θαυμάτων» απ’ όπου μπαινοβγαίνουν λογής πρόσωπα που χάνονται λίγο παρακάτω ξαναβρίσκονται, επανέρχονται κατόπιν. Εκτός φυσικά από δύο πρόσωπα που η «σκιά «τους  είναι μόνιμα παρούσα : τον αφηγητή ο οποίος είναι το κεντρικό πρόσωπο, και την Ευτυχία, ξαδέλφη και συμμαθήτρια του αφηγητή στο δημοτικό και στο Γυμνάσιο που η παρουσία της «δένει» το μύθο καθαίροντας τους «βάσανους χρόνους».
Έχουμε για πρώτη φορά  τα ανθρωπολογικά του Τυρνάβου, αυθεντικό αφηγηματικό υλικό, απαλλαγμένο από φολκλόρ, δοσμένο με μάτι που αποδίδει εκ των υστέρων δικαιοσύνη και αποτιμά  στάσεις και συμπεριφορές.  Έχουμε μια πρώτη «ιστορία ζωής» στην οποία το υλικό της μνήμης είναι δουλεμένο με «καλοσύνη».
Και δεν ξέρω αν αυτή η λέξη έχει πια την ίδια σημασία που είχε κάποτε…
                                                                                                                                              Λάρισα 2006

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Ευγενία Φακίνου : “Το τρένο των νεφών”

Ξεκινώ από τα συγκείμενα: το εξώφυλλο και την τιτλοφόρηση.
α) Στο εξώφυλλο μια τοιχογραφία του Ντιέγκο Ριβέρα, του μεξικάνου ζωγράφου, του γνωστού για τις μεγάλης κλίμακας τοιχογραφίες αλλά και τη θυελλώδη σχέση του με την ομότεχνό του Φρίντα Κάλο ∙ η ψηφιδωτή σύνθεση δημιουργεί ένα μυθικό «παζλ» (ας κρατήσουμε και το «ψηφιδωτό» και το «παζλ» στη μνήμη μας γιατί θα μας εξυπηρετήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τον τρόπο δόμησης του μυθιστορήματος ).
β) Ο τίτλος του έργου «Το τρένο των νεφών» προέρχεται από ένα υπαρκτό σιδηρόδρομο, τον τρίτο πιο ψηλά σιδηρόδρομο στον κόσμο, το El Tren a las Nubes . Η διαδρομή, ξεκινάει από τη επαρχία Σάλτα στην Αργεντινή και συνδέει τη βορειοδυτική Αργεντινή με το Βολπαράιζο της Χιλής. Η κατασκευή της γραμμής άρχισε το 1921. Το υψηλότερο σημείο της, η οδογέφυρα Λα Πολβορίλα, τέλειωσε στις 7 Νοεμβρίου 1932 και όλο το έργο περατώθηκε στις 20 Φεβρουαρίου του 1948  (μάλιστα εκεί εργάστηκε και ως μηχανικός ο Γιόσικ Μπροζ Τίτο). Χρειάστηκαν 27 χρόνια για να ολοκληρωθεί.   Το τρένο έχει ειδικούς τροχούς και ειδικούς μηχανισμούς ώστε οι ρόδες να κολλάνε στις ράγες και για να ανεβαίνει καθ’ ύψος είναι η γραμμή είναι κατασκευασμένη σε ζικζακ ή σε σπιράλ . Συνολικά καλύπτει 270 μίλια διαδρομής και περνάει από 29 γέφυρες, 21 σήραγγες, 13 οδογέφυρες, 2 ζιγκ-ζαγκ και 2 σπείρες . Το τρένο διατρέχει τις υψηλότερες κορυφές των Άνδεων, φτάνει σε ύψος 4220 μέτρων στο πιο ψηλό σημείο της διαδρομής, μέσα από τα σύννεφα ή και πάνω από αυτά, και έτσι έχεις την αίσθηση ότι πετάς προς σύννεφα ή για τα σύννεφα.
Έρχομαι στο κείμενο της Φακίνου.
Το Τρένο των Νεφών είναι ένα μυθικό τρένο, ένα τρένο-φάντασμα. Ανεβαίνει στα σύννεφα και χάνεται. Το τέρμα του είναι και το τέλος του κόσμου. Οι επιβάτες –όπως συμβαίνει στη ζωή- μεγαλώνουν και σιγά-σιγά χάνουν τα νιάτα τους. Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος είναι ο «Κανένας». Γεννήθηκε στο χωριό Σαν Πέδρο και μεγάλωσε στα χέρια του Χουάν και βύζαξε από πέντε μανάδες. Γιός ενός έλληνα ναυτικού του Οδυσσέα που τον έσπειρε και έγινε αιτία να λάβει το όνομά του:  «Κανένας» , ο Ούτις της Οδύσσειας.
Δεκάχρονος, αφού δεν πίστευε τα όσα ακούγονταν σχετικά με το τρένο που περνούσε νύχτα,  έχοντας τη σφοδρή επιθυμία να βρει τον πατέρα του, επιβιβάστηκε στο τρένο με τη μικρή Ρεβέκα.
Σ’ αυτό το μυθικό τρένο συναντά τον Ελεγκτή (µε Ε κεφαλαίο) –  πρόσωπο που έρχεται από την ποίηση του Σαχτούρη-  ο οποίος καθοδηγεί τον ήρωα και τον ξεναγεί από βαγόνι σε βαγόνι. Όμως σε κάθε βαγόνι που µπαίνει µεγαλώνει κατά δέκα χρόνια (1). Έτσι ο  ελεγκτής γίνεται πλοηγός της ζωής του, είναι η µοίρα ή το πεπρωµένο του Κανένα.
Στο τρένο των νεφών θα συναντήσει χρυσοθήρες , αυτόχθονες Ινδιάνους και  θ’ ακούσει τις ιστορίες τους, στρατιώτες και πόρνους,  εγκληματίες και δωσίλογους, συνομιλεί με νεκρούς - την Εβίτα Περόν, τον Ωνάση, τον στρατηγό Μπολίβαρ και τον Τσε Γκεβάρα, τον  τυφλό συγγραφέα που είναι συγχρόνως  Μπόρχες και Όµηρος μαζί. Συναντά πρόσωπα και τύπους, όλοι τους εμβληματικοί ήρωες, πρόσωπα  που συγκροτούν τη μυθική «ιστορία» της Λατινικής Αµερικής.
Στις τελευταίες σελίδες καθώς, ο Κανένας ολοκληρώνει τη μύηση στη ζωή, ανακαλύπτει ότι είναι πατέρας του εαυτού του και κατανοεί την μέγιστη αλήθεια ότι  «∆εν µπορούµε να καθορίσουµε πολλά πράγµατα στη ζωή µας – κι ας πιστεύουµε ότι τα καθορίζουµε». (2)
….  .... ....  .....
 «Το τρένο των νεφών» είναι ένα βιβλίο που –κατά κάποιο τρόπο - είχε ήδη αναγγελθεί πολύ πριν υπάρξει ως δημιουργία. Μάλιστα ο τρόπος της προαναγγελίας θέτει ένα ενδιφέρον ζήτημα «πατρότητας» του βιβλίου ∙ δηλαδή αν είναι βιβλίο της Φακίνου ή ένα βιβλίο που έγραψε κάποιος άλλος χρησιμοποιώντας τη Φακίνου ως διάμεσο…
Να εξηγηθώ: 
Στο βιβλίο της Φακίνου «Οδυσσέας και Μπλουζ», ήρωας είναι ένας εξηντάχρονος ιδιόρρυθμος συγγραφέας ο Οδυσσέας ο οποίος προσπαθεί να ολοκληρώσει το βιβλίο του «Το Τρένο των νεφών», στο οποίο το κεντρικό πρόσωπο μπαίνει σε ένα τρένο όπου αλλάζει βαγόνι κάθε δεκαετία. Πρόκειται για ένα ημιτελές βιβλίο μέσα στο βιβλίο. Επομένως από τη στιγμή που κρατάμε στα χέρια μας «Το τρένο των νεφών» μπορούμε να  θεωρήσουμε πλέον ότι ο Οδυσσέας περάτωσε την ημιτελή κατασκευή και μας έδωσε ολόκληρο και πλήρες «Το τρένο των νεφών».
Έτσι η Φακίνου κατασκεύασε μεν τον συγγραφέα Οδυσσέα αλλά εκείνος – εν μέρει αυτονομημένος - αποτελείωσε το δικό του έργο (δια χειρός Φακίνου) με θέμα –τι άλλο για έναν Οδυσσέα;- το Ταξίδι με το «τρένο των νεφών».

Δεν είναι βέβαια νέα ούτε πρωτότυπη ετούτη η επιλογή.
Ο αναγνώστης ίσως θυμάται από την εποχή του μυθιστορήματος “Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα” (το 1994) ότι η Φακίνου εκμεταλλεύτηκε ένα παλαιό  λογοτεχνικό κοινό τόπο «που ορίζει το ταξίδι σαν ισοδύναμο της απόλαυσης και της γνώσης, άρα της ζωής”. Ήδη -από τότε- είχαμε μια “εν συνόψει χερσαία Οδύσσεια" (3).
Ιδού λοιπόν δύο από τα μεγαθέματα της γραφής της Φακίνου: η Οδύσσεια και το ταξίδι.
Άλλωστε η ίδια δήλωσε  ότι «το ταξίδι, εσωτερικό και εξωτερικό, είτε στον τόπο μας είτε μέσα μας, είναι από τις προσωπικές μου εμμονές. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν ταξιδεύει πάρα πολύ, αλλά έχω σωθεί με τα νοερά μου ταξίδια.». (4)

Στο Τρένο των Νεφών γινόμαστε μάρτυρες δύο τουλάχιστον ταξιδιών.
Ένα ταξίδι επχειρεί η συγγραφέας Φακίνου-Οδυσσέας στην Λατινική Αμερική και ένα άλλο, δεύτερο ταξίδι,  ο δεκαετής ήρωάς της με το Τρένο των νεφών.

Με το πρώτο ταξίδι η Φακίνου-Οδυσσέας κινείται επιλέγοντας ως προορισμό φυγής τη Λατινική Αμερική. Έτσι το κείμενό της από μόνο του αποτελεί μια απόπειρα “γραμματειακής” φυγής από τους “ελληνικούς” χώρους, μια απόδραση  και τελικά μια συγγραφική εγκατάσταση σε αλλότριο μυθιστορηματικό τόπο. Όμως προσοχή: ο τόπος δεν είναι η Λατινική Αμερική ως γεωγραφική οντότητα, ως τόπος της Γεωγραφίας, αλλά κυρίως ως μυθιστορηματικός τόπος (που βεβαίως ως τέτοιος υπάρχει και δεν εξαντλείται στα σημεία της γεωγραφίας ή της ιστορίας). Είναι ο τόπος που δημιούργησαν οι λατινοαμερικάνοι συγγραφείς, ο τόπος του μαγικού ρεαλισμού,  ο οποίος στα λατινοαμερικάνικά δεδομένα λειτουργεί με εντελώς φυσικό τρόπο μέσα από την παρουσία του συλλογικού μύθου ο οποίος εκπροσωπεί μιαν απόλυτη αλήθεια και ουδεμία σχέση έχει με το "φολκλόρ".
Και ενώ η Φακίνου έως σήμερα έγραψε ρεαλιστικά βιβλία, όπως το “Έρως, θέρος, πόλεμος”, το “Μόμπυ Ντικ”, το “Γάτα με πέταλα”, τώρα ως Φακίνου-Οδυσσέας  μεταβαίνοντας στη Λατινική Αμερική εγκαθίσταται εκεί όπου  έχει εγκαθιδρυθεί  ένα μυθοπλαστικό ιδίωμα το οποίο εδώ και πολύ καιρό διαμόρφωσαν συγγραφείς όπως οι Μάρκες, Λιόσα, Φουέντες, Αμάντο, Κορτάζαρ, Σάμπατο, την Ισαμπέλ Αλιέντε κ.ά.
Ως μετανάστις στον μυθιστορηματικό λατινοαμερικάνικο χώρο προσπαθεί να αναγνωρίσει τα σημεία του μυθικού περίγυρου, και γι’ αυτό δεν διστάζει ως παίγνιο και ως παζλ να εντάξει αυτούσια κομµάτια από µυθιστορήµατα λατινοαµερικανών συγγραφέων στο δικό της κείμενο (
η διακειμενικότητα  επιβεβαιώνεται και από το παζλ και τη σύνθεση του εξωφύλλου!). Η Φακίνου εξηγεί στο Γιάννη Μπασκόζο: «∆ιάβασα Ιστορία και 40 βιβλία λατινοαµερικανικής λογοτεχνίας, αποδελτίωσα τα 28 και ρίσκαρα βάζοντας στη ροή του δικού µου κειµένου αποσπάσµατα από αυτά τα βιβλία».  Αυτό προφανώς προέκυψε από την ανάγκη κατευθείαν συνομιλίας με τα πρόσωπα και τις ιστορίες τους, μια ανάγκη να ειπωθούν πρόσωπο με πρόσωπο τα λόγια και τα κοινά πάθη.
Η Φακίνου–Οδυσσέας λοιπόν ταιριάζει τη συγγραφική περπατησιά της με όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν τους τόπους του μαγικού ρεαλισμού: Συγχωνεύει την προαποικιακή περίοδο με τη μεταβιομηχανική εποχή ∙ δημιουργεί έτσι ένα ιστορικά προσδιορισμένο αλλά α-χρονικό πλαίσιο στο οποίο εμβαπτίζει την ιστορία της. Αναιρώντας τα σύνορα μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, αποδέχεται ισότιμα το καθημερινό και συνηθισμένο πλάι στο απίθανο και εκπληκτικό. Και έτσι αποδέχεται τη μεταφυσική ως πραγματικότητα – ή καλύτερα τη θεωρεί αναπόσπαστο μέρος της πραγματικότητας...

Το δεύτερο ταξίδι, το ταξίδι που πραγματοποιεί ο “Κανένας” με το τρένο των νεφών, είναι  ένα ταξίδι που θα μπορούσε κάλλιστα να μην είχε πραγματοποιηθεί ποτέ ως μυθική υπόθεση και να συμβεί μόνο μέσα στο νου ενός δεκάχρονου παιδιού που αγωνίζεται να μεγαλώσει... Είναι το εκείνο ακριβώς το στοιχείο που μας “φέρει” μέσα στον κύκλο αλλά ταυτόχρονα μας βγάζει έξω από τον κύκλο του μαγικού ρεαλισμού...
Η έως τώρα πρώτες κριτικές αποτιμήσεις του έργου εστιάζονται κυρίως στο λατινοαμερικάνικο μαγικό ρεαλισμό. Έχω την άποψη όμως ότι τελικά ο μαγικός ρεαλισμός αποτελεί μόνο το αναγκαίο περίβλημα - ίσως και να είναι και η συγκάλυψη - ενός άλλου στοιχείου. Έχω την αίσθηση ότι η περιπέτεια του Κανένα είναι μια ιστορία εντός της οποίας κρύβονται στοιχεία μιας ειδητικής γραφής (μιας γραφής που διασπείρει λέξεις και εικόνες με σκοπό να μεταδώσει μιαν “είδηση”, κάτι σαν καλά κρυμμένο μυστικό, ή σαν μια πολύτιμη παρακαταθήκη). Κι αυτή η είδηση έχει κάτι το φοβικό. Είναι σαν η ιστορία του Κανένα να λέγεται για να επιστήσει την προσοχή μας στους επρχχόμενους κινδύνους ή σα να επιζητεί να μεταδώσει αυτό το φόβο έτσι ώστε όλοι μαζί να τον ξορκίσουμε. Τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου είχα την αίσθηση της ανησυχίας και της ταραχής. Γιαυτό νομίζω ότι το κείμενο είναι κοντύτερα στον Πόε, τον Μέλβιλ, τον Χώθορν. Έχω την αίσθηση –και το υπαινίχθηκα – ότι βρισκόμαστε κοντύτερα στο Σαχτούρη, δηλαδή στην μυθιστορηματική εκμετάλλευση μιας μετά-υπερρεαλιστικής εικονοπλασίας και αφήγησης στην οποία ο φόβος, ο υπαρξιακός φόβος, είναι παρών και εκείνος καθοδηγεί  το υπαρξιακό ταξίδι...

Λάρισα 15-12-2011
...  ...  ...  ...  ... ...
Σημειώσεις
(1) «Τότε ο Κανένας ένιωσε κάτι περίεργο. Ήταν σαν να μεγάλωνε ξαφνικά. Αισθάνθηκε τα δάχτυλα των ποδιών του να μυρμηγκιάζουν, να φουσκώνουν, να σκίζουν το φτηνό πανί των παπουτσιών του και να βγαίνουν έξω (...). Ένιωσε να παίρνει ύψος υπερφυσικά. Προσπάθησε να δει τα χέρια του που είχαν μακρύνει, τα έφερε κοντά στα μάτια του και είδε τις παλάμες του μεγάλες και τραχιές σαν των αντρών. Χάιδεψε τα μάγουλά του κι ένιωσε ένα αγκύλωμα από τα γένια που είχαν φυτρώσει. Δοκίμασε τη φωνή του βγάζοντας ένα μακρόσυρτο “αααααααα” και την άκουσε μπάσα και βαθιά»
(2 ) Ευγενία Φακίνου: «Ταξιδεύουµε µε το τρένο της Ιστορίας», συνένετυξη της Ευγενίας Φακίνου στον Γιάννη  Μπασκόζο  Βήμα 16/10/2011
(3) Παντελής Μπουκάλας, Εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 11-11-1994
(4) Δέσποινα Τριβόλη  THE BOOK LOVERS, 10-11-2010

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Κυπριακή ποίηση: Λόγος ανθηρός

                                                                                                           προσλαλιά σε Κύπριους ποιητές

    Η κυπριακή ποίηση, δηλαδή η κατεξοχήν δημιουργική κυπριακή συνείδηση, προσδιορίζεται βάσει τριών στοιχείων (- τα αναφέρω επίτηδες γενικά και δίχως να καταφεύγω σε χαρακτηρισμούς):
1] το τοπικό
2] το περιφερειακό και
3] το στοιχείο που έχει να κάνει με τη σχέση προς το ελλαδικό κέντρο.
   Τα τρία αυτά στοιχεία δεν πρέπει να τα φανταστούμε απλώς ως κάποια αγαπημένα πεδία από τα οποία οι ποιητές αντλούν την έμπνευση · δεν είναι δηλαδή στοιχεία της  θεματικής των ποιητών ή απλοί κοινοί τόποι που επανέρχονται στις ποιητικές τους δημιουργίες.  
   Ένας κοινωνικός ανθρωπολόγος θα τα χαρακτήριζε ως νοητικά σχήματα  με τα οποία γίνονται κατανοητές οι δραστηριότητες των ατόμων και τα παράγωγα τους, πνευματικά και υλικά.
   Και βέβαια εκείνο που τα χαρακτηρίζει είναι ότι τα περιεχόμενά τους βρίσκονται σε μια διαρκή διαδικασία προσαρμογής και αναπροσαρμογής..
   Κι αν αυτό το τελευταίο ισχύει γενικά, στην περίπτωση της Κύπρου αυτά τα στοιχεία,, αυτά τα νοητικά σχήματα, παρουσιάζονται «εκκρεμή», μονίμως  είναι ανοιχτά, διαρκώς σε κατάσταση διαπραγμάτευσης, αμφισβήτησης, Διαρκώς βρίσκονται μετεωρισμένα ως διαδικασίες προς επίλυσιν.
   Κι έτσι μετατρέπονται κυριολεκτικά σε ανοιχτές πληγές στην ποιητική συνείδηση γιατί εκείνη πρέπει να τα διαχειριστεί και να αποπειραθεί να απαντήσει.

   Την Κυπριακή ποιητική συνείδηση την τροφοδοτούν τα πιεστικά και μόνιμα παρόντα ερωτήματα, τέκνα των τριών νοητικών σχημάτων:
1] τι είναι η Κύπρος;
2] τι σημαίνει να είσαι έλληνας στην περιφέρεια του ελληνισμού;
3] ποια είναι η σχέση με το ελλαδικό κέντρο;
   Κι αυτά τα ερωτήματα επιζητούν προκλητικά νοήματα και επεξηγήσεις, δηλαδή περιεχόμενα και σημασίες.
   Αν δοκιμάσει λοιπόν κάποιος να δει τις απαντήσεις που έχουν δοθεί έως σήμερα σ’ αυτά τα ερωτήματα  θα διαπιστώσει μέσα από την ποικιλία των απαντήσεων, και ιδιαιτέρως μέσα από τις αποχρώσεις τους, ότι η ποιότητα και η μεταξύ τους αλληλουχία δημιουργούν ορατές «ιδεολογίες», κρίσιμες «πολιτικές και ηθικές αξιολογήσεις» και γεννούν «συνείδηση ταυτότητας». Κατά συνέπεια τροφοδοτούν  σε ένα μεγάλο βαθμό όχι μόνο την ποίηση αλλά ακόμα και την πολιτική και τις πολιτικές συγκρούσεις.
   Ας δούμε λοιπόν ένα προς ένα αυτά τα νοητικά σχήματα:

   Το τοπικό στοιχείο δεν αφορά μόνο τον υπαρκτό τόπο, το νησί καθαυτό και το ανάγλυφό του με την ολόγυρα ζεστή θάλασσα ·  κυρίως αναφέρεται στη μυθική αύρα με την οποία είναι ενδεδυμένος ο τόπος και την οποία διαρκώς συμπληρώνει η ποίηση. Γιατί ένας τόπος (ένα νησί, μια πόλη, ένας δρόμος) «υπάρχει» μόνο όταν από σημείο της γεωγραφίας περάσει σε επίπεδο συμβολικό και μέσα από την τέχνη ενδυθεί το μύθο του. Η Κύπρος των ποιητών λοιπόν είναι η μυθική Κύπρος που σχηματίστηκε από το σεφερικό  «ου μ’ εθέσπισεν», από τον μυθικό Πενταδάκτυλο, από τον Ριμακό του Κυριάκου Χαραλαμπίδη και. του Παντελή Μηχανικού

   Το περιφερειακό στοιχείο δεν αφορά τη γεωγραφική απόσταση καθεαυτή · είναι εκείνο που βαραίνει στη συνείδηση εξαιτίας της απόστασης · είναι το πόσο βαραίνει στην ποιητική συνείδηση το «είμαστε μακρυά», πόσο την διαμορφώνει το αίσθημα της απόστασης και πόσο συχνά μετατρέπεται σε αίσθημα παραγκωνισμού όταν γίνεται η εύκολη δικαιολογία των ελλαδιτών ώστε να αρνηθούν τη συνεισφορά και τη βοήθεια λέγοντας «είσαστε μακρυά». Η αίσθηση του περιφερειακού λοιπόν αφορά τη συνείδηση ότι είσαι σχεδόν εξόριστος, ή παρά τρίχα περιθωριοποιημένος (…;) - από τη μεγάλη μητέρα πατρίδα και επομένως είσαι αναγκασμένος να τα βγάλεις πέρα μόνος με το «βάρος» να είσαι έλληνας . Η αίσθηση αυτή στην κυπριακή ποίηση είναι καθοριστική και δημιουργεί στην ποίηση τα πλέον αντιφατικά αισθήματα: απογοήτευση, παραίτηση, πείσμα, αντοχή, περηφάνια …
   Ας θυμηθούμε τους στίχους του Κώστα Μόντη (Έλληνες Ποιητές) που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας και οι οποίοι θαρρώ δείχνουν  καθαρά αυτό που θέλω να πω:
Ελάχιστοι μας διαβάζουν.
Ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ' αυτή τη μακρινή γωνία,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά.

   Το τρίτο στοιχείο που αφορά στη σχέση με το ελλαδικό κέντρο είναι  ένα στοιχείο που σχετίζεται κατεξοχήν με τις ιστορικές περιπέτειες του νησιού. Και γι αυτό αποτελεί και ένα έντονα ιδεολογικό σημείο, μια και συμπυκνώνει οράματα και διαψεύσεις συσσωρευμένες πικρίες και επιθυμίες, διαμάχες και αγανάκτηση και κάποτε οργή…

   Αυτά λοιπόν τα τρία σχήματα οργανώνουν την κυπριακή ποιητική συνείδηση.
   Και βέβαια δεν είναι α-ιστορικά. Πλέκονται  με τον ιστορικό  χρόνο: το δύσκολο παρελθόν, το ταραγμένο παρόν και το ιστορικά προσδοκώμενο μέλλον.
   Αποκτούν δύναμη προβολική ως κινητήριες συνιστώσες της ποιητικής δημιουργίας.
   Μοιραία, η δημιουργία των Κύπριων ποιητών μοιάζει σαν «εθνική» ποίηση.

   Αλλά – προσοχή - είναι λάθος να την προσλάβουμε ως ποίηση εθνική, δηλαδή ποίηση των εθνικών οραμάτων ή ποίηση της διάψευσης των οραμάτων. Σαφώς υπήρξαν και πολλές οι περιπτώσεις τέτοιου είδους ποιητών και ποιημάτων, αλλά η κυπριακή ποίηση έδειξε ότι τελικά είναι η τελευταία ίσως μεγάλη ποίηση που παράγεται από την ποικιλία των ελληνισμών (κι όχι του ελληνισμού) ο οποίος ποτέ δε υπήρξε πολιτισμικά ενιαίος και μονολιθικός αλλά αντίθετα ανέκαθεν ήταν ποικίλος και πολυπρόσωπος (και -φυσικά- πολυτοπικός.). Εμείς οι ελλαδίτες το ξεχάσαμε και το αποσιωπούμε στα σχολεία μας ακόμα κι όταν διδάσκουμε Καβάφη.
   Το πρόσωπο της κυπριακής ποίησης είναι το τελευταίο από τα πολλά πρόσωπα των ελληνισμών μας. Γι’ αυτό και η σημασία της σύγχρονης κυπριακής ποίησης είναι για να λειτουργεί ως μοχλός ανανέωσης των ελλαδικών γραμμάτων.  
   Η ελλαδική ποίηση χώθηκε στο καβούκι της εδώ και χρόνια.
   Αν θέλουμε να αποφύγουμε τα ιδιωτικά οράματα, τον εγκλεισμό στο δωμάτιο, την ποιητική εσωστρέφεια, την αυτοαναφορικότητα του ποιήματος, ο συγχρωτισμός με την Κυπριακή ποίηση μπορεί να δώσει σημάδια μιας νέας ξεφάντωσης του ελληνικού λόγου.
   Και  η κυπριακή ποίηση ως λόγος ανθηρός μπορεί να επικονιάσει την ελληνική ποίηση, αρκεί μόνο να υπάρχουν αέρηδες που να φέρνουν κοντά μας τους Κύπριους ποιητές και το δικό τους ανθηρό λόγο.                                
                                                                                                                                  ΘΩΜΑΣ  ΨΥΡΡΑΣ

Νεανικές γραφές: κατά συνέπεια, παιδιά, λέω πως θα δούμε...

    Ο σύνδεσμος φιλολόγων Λάρισας προκήρυξε διαγωνισμό ποίησης και πεζογραφίας και σήμερα βρισκόμαστε εδώ για να απονείμουμε τα βραβεία. Πριν όμως προχωρήσουμε σε τέτοιου είδους ‘’τελετουργίες’’ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μια πιθανή απορία που μπορεί να γεννήσει λογής ερωτήματα καλοπροαίρετα και κακοπροαίρετα.
Γιατί προκαλέσαμε το συγκεκριμένο διαγωνισμό υιοθετώντας μια παλιομοδίτικη  πρακτική που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρο από το 19ο αιώνα;

   Η απάντηση είναι απλή. Όλοι μας, ως καθηγητές σας, ξέρουμε πως οι περισσότεροι από σας τους μαθητές μας έχετε στιγμές ευαισθησίας που δε θέλετε να τις φανερώνετε επειδή τις θεωρείτε δήθεν σα στιγμές αδυναμίας. Στιγμές που θέλετε να τις κρατάτε κρυφές και να μην τις δείχνετε στους άλλους, και καμιά φορά να μην τις μολογάτε ούτε και στον ίδιο σας τον εαυτό. Υπάρχει άραγε κάποιος που δε δάκρυσε ακούγοντας ένα τραγούδι; Υπάρχει κάποιος που δεν ένοιωσε να τον συνεπαίρνει μια ιδέα ή ένα κρυφό αίσθημα, να μην ονειροπόλησε για το ξεκίνημα ή το τελείωμα μιας αγάπης; Αυτές οι στιγμές που συχνά καταλήγουν  να σκύψουμε στο άσπρο χαρτί και να προσπαθήσουμε να  συλλαβίσουμε αυτό που ορμητικό και ατίθασο βγαίνει από μέσα μας; Κι έπειτα τούτο το γραφτό μπαίνει σε κάποιο συρτάρι, κλειδώνεται και φυλάσσεται  μακριά από μάτια περίεργα...
   Βέβαια πολλοί θα βιαστούν να μας αποστομώσουν, να μιλήσουν γενικά για τους νέους, για την ‘’αδιαφορία’’, την ‘’επιθετικότητα’’, το ‘’ζαμανφουτισμό’’ σας, την ‘’αναισθησία’’ σας. Εμείς όμως ξέρουμε καλά πως αυτό είναι μόνο ένα προσωπείο που το δανειστήκατε - δυστυχώς - από μας τους μεγαλύτερους και αλίμονο συχνά από τους δασκάλους σας. Πως αποτελεί τρόπο να ‘’κυκλοφορείς’’, να το ‘’παίζεις’’ χωρίς πραγματικά να είσαι αυτό που δήθεν προσποιείσαι. Είναι καμιά φορά τίτλος τιμής το να σε αποκαλούν ‘’αλήτη’’ γιατί δείχνεις μ’ αυτό τον τρόπο πως έγινες μεγάλος, και συμπεριφέρεσαι όπως οι μεγάλοι. Βέβαια οι άνθρωποι ενηλικιώνονται πραγματικά μόνο όταν αποδεχτούν πως πρέπει να συμπεριφέρονται και να δείχνουν αυτό που ο καθένας κουβαλά και αυτό που ο καθένας όντως είναι. Γι’ αυτό και βλέπετε ολόγυρα τόσους ηλικιωμένους-ανήλικους, δηλαδή ανώριμους και ανασφαλείς!

   Όποιος όμως αποτολμά να βάλει στο χαρτί αυτό που νοιώθει, που τολμά να τοποθετήσει σε γράμματα , σε συλλαβές , σε λέξεις αυτό που νοιώθει, σας το λέω να το ξέρετε, είναι γενναίος γιατί τολμά να αντικρίσει τον εαυτό του τον ίδιο απέναντι, κατάματα να τον κοιτά, να τον διορθώνει, να τον ταλαιπωρεί και να τον τσαλακώνει. Γιατί αυτό ακριβώς είναι η γραφή. Μια αναμέτρηση είναι μ’ αυτό που κρύβουμε μέσα μας, ένας αγώνας είναι μ’ αυτό που τρυπώνει μέσα μας και μας αλλάζει. Η γραφή είναι η απόδειξη της γενναιότητάς μας.
   Αυτή λοιπόν τη γενναιότητα που ο καθένας σας κρύβει, θελήσαμε να εκμαιεύσουμε με το διαγωνισμό μας. Και ανταποκριθήκατε. Και στείλατε τα κείμενά σας οι περισσότεροι ίσως με την ελπίδα να δείτε ‘’πόσο’’ αξίζουν αυτά που γράφετε. Σ΄ αυτό όμως κάνατε λάθος. Γιατί εμείς, τα μέλη της επιτροπής που διαβάσαμε τα γραπτά σας, είχαμε ως δάσκαλοί σας αποφασίσει ο καθένας σιωπηρά με τον εαυτό του πως άξιζαν όλα, πως όλα τους είχαν την αξία της προσωπικής σας γραφής, γιατί τα γράψατε εσείς επειδή εσείς το διαλέξατε. Και μ’ αυτό τον τρόπο αποδείξατε έμπρακτα ότι πίσω από λογής προσωπεία που ο καθένας δανείζεται υπάρχει η ευαισθησία, πως δε χάνεται η ανθρωπιά, πως δε ξεριζώνεται η ελπίδα να γινόμαστε διαρκώς περισσότερο άνθρωποι.

   Αλλά ας έρθουμε σε κάποιες επισημάνσεις:
  Συνολικά πήραν μέρος στο διαγωνισμό 175 παιδιά. Μάλιστα ένα από αυτά είναι παιδί του Δημοτικού που μας έστειλε ένα όμορφο πεζό.  Από αυτά τα κείμενα,  105 ήτανε ποιητικά και 70 πεζά.
   Η τελική εικόνα που παρουσιάστηκε ήταν η εξής: 63  ποιητικά κείμενα παιδιών του Γυμνασίου και 42   του Λυκείου και 31 πεζά κείμενα των παιδιών του Γυμνασίου και 39  του Λυκείου.
   Οι αριθμοί φανερώνουν ότι: οι νεαροί και νεαρές των Γυμνασίων είναι οι περισσότεροι από του Λυκείου και  ότι υπάρχει μία κατανοητή προτίμηση προς την ποιητική έκφραση έναντι της πεζογραφίας.

  Διαβάζοντας τα ποιητικά σας κείμενα διαπιστώσαμε σε γενικές γραμμές ότι ενώ υπήρχαν στιγμές πραγματικά ποιητικές, συχνά ακολουθούσατε εύκολες λύσεις και κλισέ. Πολλοί από σας γοητεύονται από τη ρυθμικότητα της ομοιοκαταληξίας. Όμως δε φτάνει μόνο αυτή για να μετατρέψει ένα κείμενο σε λόγο ποιητικό. Να θυμάστε πως με ρυθμό τινάζουμε και τα χαλιά μας, χωρίς όμως με τον επαναλαμβανόμενο χτύπο να παράγεται και ποίηση. Γιατί η ποίηση απαιτεί αρμονία που είναι πράγμα διαφορετικό από το ρυθμό. Το τι ακριβώς θέλω να πω, μπορείτε να το αφουγκραστείτε για παράδειγμα στην κλασσική μουσική η οποία ενώ δε διαθέτει ρυθμό, διαθέτει αρμονία. Και κάτι ακόμα για τους επίδοξους ποιητές. Δεν πρέπει να ξεχνάτε: η ποίηση δε γράφεται με ιδέες που μετατρέπονται σε λέξεις. Η ποίηση γράφεται με λέξεις που αγωνίζονται να πουν περισσότερα από όσα κουβαλάνε στην καθημερινή τους χρήση ή στο αντίστοιχο λήμμα του λεξικού.  Κι αυτό γίνεται κατορθωτό μόνο αν κάποιος αποφασίσει να μιλήσει και να γράψει για τον ίδιο του τον εαυτό και για όσα κρύβει μέσα του αυθεντικά και αληθινά. Κι αυτό βέβαια το μαθαίνει κανείς διαβάζοντας και μελετώντας τα ποιητικά κείμενα του καιρού του και τα έργα των παλιότερων δασκάλων της ποιητικής τέχνης.
   Αντίθετα η ποιότητά των πεζών είναι αντιστρόφως ανάλογη της ποσότητας που έφτασε στα χέρια μας.. Ειλικρινά μας εξέπληξε και ως δασκάλους σας μας βοήθησε να καταλάβουμε πολλά... Από τα πεζά που ήρθαν στα χέρια μας, μας εντυπωσίασε η θεματολογία. Μιλήσατε για πράγματα που η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία δεν τόλμησε ακόμα να ακουμπήσει: κείμενα που αφορούσαν ιστορίες με ναρκωτικά, για το AIDS, για τα μπαρ, για το πρόβλημα της τρομοκρατίας. Ορισμένοι προτίμησαν να εκφραστούν μέσα από συμβολικές και φανταστικές  ιστορίες, ενώ αρκετοί υιοθέτησαν τον τρόπο της επιστημονικής φαντασίας για να αποτυπώσουν το φόβο τους για το μέλλον και την κυριαρχία της μηχανής και άλλοι για την πορεία των διαπροσωπικών σχέσεων ή για τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Δυσκολευτήκαμε στ’ αλήθεια να διαλέξουμε.
   Όλοι σας όμως μας κάνατε να διαβάζουμε και να ξαναδιαβάζουμε τα έργα σας.
   Τελειώνοντας θέλω να πω μόνο μια κουβέντα: γράφει καλά, όποιος διαβάζει πολλά. Αυτό μην το ξεχνάτε, γιατί το ταλέντο από μόνο του δε φτάνει. Συνεπώς...

Λάρισα 23 - 5 -1996                                                                                                         Ψύρρας Θωμάς
                                                                                                    

Με αφορμή το αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη του "Αρχείου Θεσσαλικών Μελετών"

Πέρασαν εκατό χρόνια από το θάνατο του σκιαθίτη και Θεσσαλού Παπαδιαμάντη. Η εταιρεία Θεσσαλικών ερευνών με την έκδοση του 18ου τόμου του Αρχείου Θεσσαλικών Μελετών τιμά τη μνήμη του μεγάλου συγγραφέα συνεισφέροντας στο πλήθος της παπαδιαμαντικής βιβλιογραφίας  έξι κείμενα που έρχονται να φωτίσουν διαφορετικές πλευρές του έργου και της ζωής του...

Θα σας κουράσω ίσως. Το λέω για να ξέρετε τι σας περιμένει και να έχω την υπομονή σας

Θα μου επιτρέψετε με αφορμή την έκδοση αλλά και τη τιμή να με ορίσει ομιλητή για την παρουσίαση η εταιρεία Θεσσαλικών ερευνών να αναφερθώ σε τρία  διαφορετικά πράγματα:
α) να παρουσιάσω το συγκεκριμένο αφιέρωμα
β) να εστιάσω στο πλέον, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρον κείμενο και
γ) με βάση τις αντιρρήσες μου να επιχειρήσω να θέσω ορισμένα ζητήματα της σημερινής παπαδιαμαντικής κριτικής.

Αρχίζω από το πρώτο που αφορά το αφιέρωμα:
Περιλαμβάνει όπως είπα, έξι κείμενα.

Ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος και η Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου ανοίγουν το αφιέρωμα με ένα κείμενο προπομπό και προάγγελο μιας μακροχρόνιας έργασίας: τις ανυπόγραφες και άγνωστες παπαδιαματικές μεταφράσεις. Αναζητούν λοιπόν τα ιδιαίτερα στοιχεία ύφους του Παπαδιαμάντη στις μεταφράσεις του περιοδικού “Νέο πνεύμα” του Βλάση Γαβριηλίδη.
Το υφολογικό εγχείρημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό όχι μόνο γιατί ενδέχεται να συνεισφέρει στη γραμματεία μας και νέα παπαδιαμαντικά κείμενα, αλλά και γιατί έμμεσα διευκολύνει να κατανοήσουμε ότι το μεταφραστικό έργο για τον Παπαδιαμάντη δεν ήταν πάρεργο, αλλά συνέχεια της δημιουργικής του εργασίας, κάτι που αποδεικνύεται  από τις συχνές επεμβάσεις του στο πρωτότυπο. Ο Παπαδιαμάντης ήταν μεταφραστής - συνεργάτης , «συνεπίκουρος στο δημιουργικό έργο του συγγραφέα και όχι μεταπράτης του ξένου έργου στα ελληνικά» (1).
Παρεπιμπτόντως να επισημάνω ότι  καθώς δεν είναι δυνατό να διαχωρίσουμε το κυρίως έργο από το μεταφραστικό, τα “νέα έργα” που θα εντοπιστούν τόσο σε επιπεδο επιλογής συγγραφέων και έργων όσο και σε επίπεδο γλωσσικής απόδοσης και μεταφραστικής ανασύνθεσης, θέτουν εκ νέου ζητήματα και ερωτήματα πλήθος για τον ερευνητή της παπαδιαμαντικής ιδεολογίας και του κόσμου της. (2)

Η Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια στο άρθρο της ¨Ο Παπαδιαμάντης, ο Σικελιανός, ο Σκουβαράς¨  αναφέρεται στη σχέση των τριών προσώπων με το Βόλο.

Ο Δημήτρης Παλιούρας “Το σπίτι του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο” αναφέρεται στην αρχιτεκτονική του σπιτιού του Παπαδιαμάντη και στις περιπέτειες έως να απαλλοτριωθεί και να γίνει εκθεσιακός χώρος.
Ο Γρηγόρης Καρταπάνης στο “Έκτοτε καθ' όλας τας επανόδους μου εις την γενέθλιον νήσον...” σε μια σημαντική για το βιογραφικό σχεδίασμα του συγγραφέα, παρουσιάζει τις επανόδους του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο οι οποίες έχουν ιδιαίτερη σημασία γιατί διευκολύνουν το σημερινό μελετητή να εντοπίσει πως η επιστροφή στο γενέθλιο χώρος αντροφοδοτεί το δημιουργικό έργο του συγγραφέα. 

Η Βάσσα Παρασκευά στο κείμενό της “Η ιερά μονή Ευαγγελισμού Σκιάθου με αφορμή τις αναφορές του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη” παρουσιάζει την ιστορία και την εξέλιξη του σταυροπηγιακού μοναστηριού, τη σχέση του με το κίνημα των Κολυβάδων και τη παρουσία της μονής στο Παπαδιαμαντικό έργο (στη “Φόνισσα”, στην “Παναγία την Κουνίστρα”, στο “Όνειρο στο κύμα”). Πρόκειται για κείμενο που επαναφέρει έμεσσα τη συζήτηση για την “ιδεολογία” του Παπαδιαμάντη σε σχέση με τους Κολυβάδες και τις πιθανές προσωπικές επαφές του  με τους εγκαταβιούντες εις την μονήν... 

Άφησα τελευταίο το κείμενο του Λάκη Προγκίδη με τίτλο “Χωρίς τη φύση, πια” το οποίο καταπιάνεται με δύο βασικά ζητήματα: α) επισημαίνει τους τρεις σταθμούς της παπαδιαμαντικής κριτικής και β) με βάση την προσέγγιση του “Μυρολογιού της Φώκιας” συνάγει μια σειρά από συμπεράσματα που καταλήγουν στην απάντηση του ερωτήματος “γιατί σήμερα ο κόσμος μας έχει ανάγκη το έργο του Παπαδιαμάντη”. Είναι το κείμενο που θέτει και τα περισσότερα ζητήματα και είναι το πλέον ερεθιστικό για στοχασμό και για συζήτηση.

Εστιάζω λοιπόν στο δοκίμιο, του Λάκη Προγκίδη.

Ο Προγκίδης επισημαίνει ότι η τύχη του Παπαδιαμαντικού έργου ορίζεται τα τελευταία εκατό χρόνια από τρεις κορυφαίες προσπάθειες που συμβαίνουν στα 1941, 1981 και 2007.

Συγκεκριμένα αναφέρεται στο αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη του περιοδικού Εστία το 1941, όταν μέσα στα πρώτα κατοχικά Χριστούγεννα, σε μια δύσκολη στιγμή για το έθνος, όλος ο πνευματικός κόσμος από τον Σικελιανό και το Λουντέμη ώς τον Σβώλο, τον Τσάτσο και τον Καραγάτση στρέφονατι στο έργο του Παπαδιαμάντη για να αντλήσουν απαντοχή και καρτερία. Μνημονεύτε Παπαδιαμάντη και Διονύσιο Σολωμό! που θα έλεγε κι ο Ελύτης. Ο σκιαθίτης γίνεται εθνικός και μέρος της νεοελληνικής μας ιδιοπροσωπίας.

Στα 1981 συντελείται το ακατόρθωτο σχεδόν για την υλική τύχη του παπαδιαμαντικού έργου. Εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο  Δόμο, ο πρώτος τόμος των Απάντων του Παπαδιαμάντη σε επιμέλεια του Νίκου  Δ. Τριανταφυλλόπουλου ο οποίος αφιέρωσε όλη του τη ζωή στο τιτάνιο αυτό φιλολογικό έργο κι ακόμα συνεχίζει όπως ήδη είπαμε για τον εντοπισμό άγνωστων μεταφράσεων του συγγραφέα. Η φιλολογική έκδοση των Απάντων  έδωσε το έναυσμα για μια άνευ προηγουμένου κριτική επανεκτίμηση του Παπαδιαμάντη.

Στα 2007 κυκλοφορεί στα αγγλικά από τις εκδόσεις Harvey ο πρώτος, από τους τρεις προγραμματισμένους τόμους, με διηγήματα του Παπαδιαμάντη με επιμέλεια της Denise Harvey και του Λάμπρου Καμπερίδη με τον οποίο πρακτικά  ανατρέπεται το “δυσμετάφραστον” και τίθεται το πρόβλημα της μετάφρασης ως μακροχρόνιας και επίπονης διεργασίας με τη συμμετοχή πολλών καταξιωμένων μελετητών. Παράλληλα για πρώτη φορά το παπαδιαμαντικό έργο ανοίγεται στο παγκόσμιο κοινό γιατί κατά τον Προγκίδη και ο ξένος έχει ανάγκη τον Παπαδιαμάντη.

Ανοίγω παρένθεση για να εκφράσω την πρώτη μου αντίρρηση.

Οι τρεις σταθμοί του Προγκίδη είναι τέσσερεις. Και βεβαίως ο Λάκης το ξέρει αλλά προφανώς λόγοι σεμνότητας δεν του επέτρεψαν  να το διατυπώσει.
 Για λόγους δικαιοσύνης πρέπει λοιπόν ανάμεσα στους τρεις σταθμούς που προτείνει να παρεμβάλλουμε το έτος 1998 όταν ο Λάκης Προγκίδης δημοσίευσε το «Η κατάκτηση του μυθιστορήματος - Από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκκάκιο» (3)  με πρόλογο του Μίλαν Κούντερα που τιτλοφορείται: «Οι προκλήσεις του Προγκίδη» (4).
Σ΄αυτό λοιπόν το βιβλίο ο Προγκίδης αποσπά τον Παπαδιαμάντη από το «εθνικό μικροπλαίσιο» (5)  και τον εντάσσει στο «μεγάλο πλαίσιο» του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος.  Στρέφοντας την πλάτη σε όλες τις ως τώρα θεωρήσεις του παπαδιαμαντικού έργου (6) , αποπειράται να το απαγκιστρώσει από τα ιδεολογήματα  μέσα από τα οποία κρίθηκε ως σήμερα.  Για τον συγγραφέα του, ο Παπαδιαμάντης είναι «ο μόνος Ελληνας που κατάφερε να διεισδύσει στο μεγάλο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος», και μάλιστα η παρουσία του Παπαδιαμάντη είναι πιο θεμελιώδης για την κατανόηση της τέχνης του μυθιστορήματος  από την τέχνη του Ραμπελέ, ή του Θερβάντες.
Μπορεί να διαφωνείτε, πάντως το βιβλίο και η εν συνεχεία ενασχόληση του Προγκίδη με τον Παπαδιαμάντη άνοιξαν νέους δρόμους στην παπαδαμαντική κριτική και κυρίως άνοιξαν το ενδιαφέρον των ευρωπαίων για το σκιαθίτη. Αποτέλεσμα της εργασίας του Προγκίδη ήταν ο τέταρτος σταθμός, δηλαδή η μετάφραση στα αγγλικά των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη.

Κλείνω την παρένθεση με την αντίρρησή μου κι επανέρχομαι στο δεύτερο μέρος του άρθρου του Προγκίδη που αλλάζει -με τεχνική μυθιστορηματική- το θέμα προκειμένου να καταδείξει ότι το πραγματικά “παγκόσμιο είναι το τοπικό χωρίς τείχη”.
Με βάση το διήγημα του Παπαδιαμάντη “ Το Μυρολόγι της φώκιας” (7), και ιδιαίτερα με την τελευταία σκηνή όπου η φώκια ζυγώνει στο άπνοο κορμάκι της Ακριβούλας - το κοριτσάκι που  γλύστρησε κι έπεσε από τα βράχια καθώς πήγαινε να βρει τη γιαγιά του – και λίγο πριν το καταβροχθίσει το θρηνεί.
Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας
Φύκια 'ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της ...
Κ' η γριά ακόμα μυρολογά
τα γενοβόλια της τα παλιά
Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κ' οι καημοί του κόσμου.
Ο Προγκίδης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η φώκια/φύση δεν μοιρολογεί την Ακριβούλα, αλλά τον φτωχό άνθρωπο και εκδηλώνει το σεβασμό στον βασανισμένο, στο φτωχό και στη φτώχεια που δεν έχει τελειωμό.(8)
Γενικεύοντας για το σύνολο του παπαδιαμαντικού έργου ο Προγκίδης επισημαίνει ότι αυτή  η “συμπονετική” σχέση της φύσης προς τον  άνθρωπο χάνεται, γιατί ο άνθρωπος πλέον “προσδέθηκε τυφλά στο άρμα της προόδου”, “έχρισε τον εαυτό του κύριο και κάτοχο του σύμπαντος”, και “η φύση τον αγνοεί”.  Κι αυτό τελικά είναι ζήτημα κεντρικό στην πρόσληψη του Παπαδιαμάντη από το σύγχρονο έλληνα και ξένο αναγνώστη. Μάλιστα τονίζει ότι “η φύση στο σύνολο της τέχνης του μυθιστορήματος έχει τα θεμέλιά της στην αισθητική της ενσάρκωσης και όχι σ΄αυτήν του ανθρωπομορφισμού”, όπερ μεθερμηνευόμενο σημαίνει ότι η “φαντασία του Παπαδιαμάντη έχει ζυμωθεί μέχρι τα ακρότατα όριά της με τις αξίες του Χριστιανισμού”.

Κι εδώ θα εισάγω  την δεύτερη αντίρρηση, αρχίζοντας με την τελευταία φράση του δοκιμίου του Προγκίδη: “Ο κόσμος μας έχει ανάγκη από τον Παπαδιαμάντη”.
Υπερθεματίζω. Όντως ο κόσμος μας έχει ανάγκη τον Παπαδιαμάντη. Αλλά μια και τέθηκε  από τον Προγκίδη αυτή η διαπίστωση σε σχέση με το δίπολο άνθρωπος-φύση και συνεπικουρικά προς αυτό παρατέθηκε το αντιθετικό δίπολο “ενσάρκωση VS ανθρωπομορφισμός”, νοιώθω ότι πρέπει να διαφωνήσω.
Ο Παπαδιαμάντης είναι εκφραστής μιας λαϊκής ορθοδοξίας, μιας λαϊκής θρησκείας που υπερβαίνει το θεολογικό δόγμα. Η φύση για τον Παπαδιαμάντη βεβαίως και είναι, μετέχει του “θείου”. Να το πω απλά:
Για τον  Παπαδιαμάντη το “θείο” είναι κατηγορούμενο κι όχι υποκείμενο. Κι ως κατηγορούμενο είναι μια ύψιστη ιδιότητα στην οποία μετέχει η φύση αλλά και η ανθρώπινη φύση μας. Ο Παπαδιαμάντης δε λέει: ο θεός είναι φύση, αλλά η φύση είναι θεός. Δε λέει ο θεός είναι αγάπη, αλλά η αγάπη είναι θεός.
Αυτή η αντίληψη που εύκολα ανισχεύεται στο έργο του Παπαδιαμάντη, έχει τις ρίζες της στην λαϊκή θρησκεία που συντηρεί στους κόλπους της ποικιλίες από παγανιστικά στοιχεία τα οποία δεν είναι διόλου ανθρωπομορφικά ή ενσαρκωτικά. Αντίθετα αναφέρονται στην ολότητα, στην ενοποιητική σχέση άνθρωπος-φύση-θεός. Τα πάντα έν.
Συνεπώς δεν εμπίπτουν στο αντιθετικό δίπολο “ενσάρκωση VS ενσωμάτωση” που προτείνει ο Προγκίδης ως εξηγητική αφετηρία του έργου του Παπαδιαμάντη. Η ολότητα, νομίζω, είναι και η μέγιστη δυσκολία να συλλάβουμε τον Παπαδιαμάντη όντας  μέλη ενός κατακερματισμένου κόσμου και ενός πιο κατεκερματισμένου έσω κόσμου, του μέσα κόσμου μας... Από αυτή όμως την “ενότητα” προκύπτει και η "συμπονετική" σχέση φώκιας-Ακριβούλας, ή,  φύσης – φτωχού και βασανισμένου ανθρώπου.
Συμπέρασμα:
Πρέπει να ψάξουμε ακόμα πολύ και περισσότερο στον Παπαδιαμάντη.
Από αυτή την πλευρά το αφιέρωμα του “Αρχείου Θεσσαλικών Μελετών” θέτει σημαντικά ερωτήματα στη συζήτηση για τον Παπαδιαμάντη, το έργο του και τη σχέση του με εμάς.


Λάρισα 4 -4 - 2011                                                                                                       ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ




 Σημειώσεις
(1)   Λάμπρος Καμπερίδης, «...με εντάφια κτερίσματα» - Ο πύργος του Δράκουλα και ο «μεταφραστής» Παπαδιαμάντης , εκδόσεις Δόμος, σ.13

(2)   Για παράδειγμα να αναφέρω τη μετάφραση από τον Παπαδιαμάντη του βιβλίου τού Στόουκερ Dracula. Δεν είναι ότι μας πρωτοεισάγει στον κόσμο του «βαμπιρικού» λογοτεχνικού είδους, αλλά μας περνάει σε μια άλλη θρησκευτική και ιδεολογική περιοχή, αυτός ο “ορθόδοξος” και “θρησκόληπτος”
    Εάν σας ενδιαφέρουν οι ανυπόγραφες μεταφράσεις του Παπαδιαμάντη στις εφημερίδες «Ακρόπολις», «Αστυ» και «Νέον Αστυ» :
* Αν. Π. Τσέχωβ, «Γέννησις δράματος» (Το «Αστυ» - 1901).
* Αν. Π. Τσέχωβ, «Το παράκαμε» (Το «Αστυ» - 1901).
* Αν. Π. Τσέχωβ, «Πόνος βαθύς» (Το «Αστυ» - 1901).
* Βέρνερ Φον Αϊδενσταμ, «Η εποποιία του βασιλέως» (Το «Αστυ» - 1901).
* Hall Caine, «Η αιωνία πόλις» (Το «Αστυ», 1901).
* Λιούης Ουάλας, «Μπεν Χουρ» («Νέον Αστυ» - 1902).
* Παύλου και Βίκτωρος Μαργκερίτ, «Η πανωλεθρία» («Νέον Αστυ» - 1902-1903).
* Μπραμ Στόουκερ, «Ο πύργος του Δράκουλα» («Νέον Αστυ» - 1903).
* Ε.Γ.Ουέλλς, Ο αόρατος, μετάφραση: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, με σχέδια της Εύης Τσακνιά, εκδόσεις Κίχλη.
* Τζέρομ Κ. Τζέρομ, «Τσαϊέρα» (Το «Νέον Πνεύμα», τομ. Α', 1894).
* Τζέρομ Κ. Τζέρομ «Περί κακών τελωνίων» (Το «Νέον Πνεύμα», τομ. Α', 1894).
* Ριχάρδου Δάβεϋ, «Ο σουλτάνος και το χαρέμι του» («Ακρόπολις»-1895).
* Ανώνυμης, «Πώς σπουδάζουν οι Αμερικανοπούλες» («Ακρόπολις»-1896).
* «Αι επιστολαί του λόρδου Βύρωνος» («Ακρόπολις» - 1897).
* Ε. Ι. Δίλλωνος, «Η Κρήτη και οι Κρήτες» («Ακρόπολις» - 1897).
* Ερρίκου Σιέγκεβιτς, «Quo Vadis;» (Το «Αστυ» - 1900).
* Ρούδγιαρδ Κίπλιγκ, «Η παράδοξος ιππηλασία του Μόρρουβη Τζώκες» (Το «Αστυ» - 1901).
* Μαρούλας Μάρκοβιτς, «Χανδερούν ή το περσικόν χαρέμι» (Το «Αστυ» - 1901).
* Κ. Βαρινύ, «Τα ερείπια του Ουξμάλ» (Το «Αστυ» - 1901).
* Ερρίκου Σιέγκεβιτς, «Οι ιππόται του Σταυρού» (Το «Αστυ» - 1901).
* Ε. Γ. Ουέλς, «Ο αόρατος» (Το «Αστυ» - 1901).
* Αντωνίου Παύλοβιτς Τσέχωβ, «Οι οικότροφοι» (Το «Αστυ» - 1901).

(3) Λάκης Προγκίδης , Η κατάκτηση του μυθιστορήματος - Από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκκάκιο, μτφ. Γιάννης Κιουρτσάκης, Εστία 1998.

(4) Λάκης Προγκίδης, Ο Παπαδιαμάντης και η Δύση,  Πέντε μελέτες, Εστία 2002

(5) Λάκης Προγκίδης , Προδομένες διαθήκες, Εστία, σ. 214

(6) Λάκης Προγκίδης , Η κατάκτηση του μυθιστορήματος - Από τον Παπαδιαμάντη στον Βοκκάκιο, μτφ. Γιάννης Κιουρτσάκης, Εστία 1998,  βλπ. σ. 92-93

(7) Αξίζει κανείς να αντιπαραβάλλει την άποψη του Κυριάκου Χαραλαμπίδη για το ίδιο διήγημα του Παπαδιαμάντη στο Ολισθηρός Ιστός, Δοκίμια, μελέτες, άρθρα, συνεντεύξεις.  Άγρα 2009.

(8) «Συλλογίζομαι πώς θα τα πληρώσουμε, τόσα εκατομμύρια που χρωστάει το Εθνος!» (Ολόγυρα στη λίμνη). «Το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της ελληνικής διοικήσεως» (Βαρδιάνος στα σπόρκα). «Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς» (Οι Χαλασοχώρηδες). Κι ένα από τα εμβόλιμα λαϊκά τραγούδια: «Κρέμεται η καπότα στην αλυγαριά, ντέρτι και μαράζι κι αναπαραδιά» (Στρίγγλα μάνα» ).

Γραμματολογική ένταξη και σύντομη αποτίμηση του έργου του Μάκη Λαχανά

   - από την παρουσίαση του βιβλίου "Η Πόλις - Μυθιστορηματική ανθρωπογεωγραφία της Λάρισας" του Μάκη Λαχανά  στο Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο το Φθινόπωρο του 2009 με τον ποιητή Κώστα Λάνταβο και το φιλόλογο Στέργιο Υψηλό -

Ο πόλεμος, η κατοχή , ο εμφύλιος, ο ψυχρός πόλεμος αναγκάζουν πολλούς πληθυσμούς της υπαίθρου να μετακινηθούν στη Λάρισα, η οποία από μια πόλη λίγων χιλιάδων κατοίκων εκτινάσσεται σε τριψήφια νούμερα σε διάστημα τριών δεκαετιών. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε μια «πόλη σε εκκρεμότητα», μια πόλη “χωρίς κοινωνία” με την έννοια ότι οι περισσότεροι κάτοικοί της είναι φερτοί, είναι ή νιώθουν ξένοι, είναι αναγκασμένοι να ζουν εδώ αλλά στη συνείδησή τους δεν αυτοκαθορίζονται ως Λαρισαίοι. Με τέτοιο κοινωνικό  αμάλγαμα (το οποίο η Λάρισα είχε ξαναζήσει έντονα τα πρώτα τριάντα χρόνια του ελεύθερου βίου της) δεν είναι δυνατό να παραχθεί εκείνο το πνευματικό κλίμα που θα  διευκολύνει την καλλιέργεια των γραμμάτων και την πολιτισμική ανάπτυξη. Για την  παραγωγή της λογοτεχνίας δεν χρειάζονται μόνο οι δημιουργοί και τα μεγάλα έργα, απαιτούνται και οι κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες που θα ευνοούν τη διάχυση του λόγου και της δημιουργίας (περιοδικά, κλίμα, επικοινωνία, συμμετοχή, διεπαφές κλπ).

Στη Λάρισα της περιόδου 1945-1967 οι μεταπολεμικοί λογοτέχνες της έζησαν και δημιούργησαν αποκομμένοι, ξεροκέφαλοι κι επίμονοι μέσα σε μια - συχνά αφόρητη- κοινωνική μοναξιά. Αρκετοί  δημιουργοί έφυγαν (ή μάλλον δραπέτευσαν) προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως ο Γιάννης Νεγρεπόντης και ο Κώστας Τσιρόπουλος. Εδώ, στην άγρια επαρχία του μετεμφυλίου, έμειναν ο μεγαλύτερος σε ηλικία Δαμιανός Βουλγαράκης, η  Βασιλική Παπαγιάννη και ο Μάκης Λαχανάς. Αυτό όμως είχε το τίμημα. Υπόφεραν κι έφτασαν - τρόπος του λέγειν -  να «μισήσουν» την πόλη τους.  Ωστόσο δεν θα διστάσουν. Είναι αυτοί που θα καταγράψουν και θα καταγγείλλουν  στο έργο τους τον «επαρχιωτισμό», τη “μικρόνοη ηθική” και τον ραγδαία ανερχόμενο «μικροαστισμό» της νεόπλουτης πόλης του κάμπου.
Βέβαια η Βασιλική Παπαγιάννη (όπως επίσης κι ο Δαμιανός Βουλγαράκης και ο Γιώργος Α. Χατζηλάκος αργότερα) θα επηρεαστούν στη θεματική τους από τη θεσσαλική αντίσταση και θα προσχωρήσουν σε μια λογοτεχνία της μαρτυρίας την οποία και αναδεικνύουν από το βίωμα  στη γραφή.

Ο μόνος από τους Λαρισινούς της  μεταπολεμικής γενιάς που μένει στη Λάρισα και δεν προσχωρεί στη λογοτεχνία της μαρτυρίας  είναι ο ψυχίατρος Μάκης Λαχανάς τον οποίο ο ποιητής  Σωτήρης Παστάκας δεν δίστασε να τον μνημονεύσει ως το λογοτεχνικό αντίστοιχο του φωτογράφου Τάκη Τλούπα. Πρόκειται για μια σημαντική προσωπικότητα στο χώρο της λογοτεχνίας της Λάρισας και όχι μόνο για το έργο του καθαυτό αλλά και για την συμβολή του στην έκδοση του περιοδικού «Σπαρμός» το οποίο θα αποτελέσει πραγματική  ρήξη με το «μίζερο» παρελθόν των περιοδικών της Λάρισας.
Το Δεκέμβρη του 1976 εκδίδεται το πρώτο τευχίδιο του περιοδικού στο τυπογραφείο του Ντίνου Γκιζελή. Ο ψυχίατρος Μάκης Λαχανάς θα το πρωτοεκδώσει με τον υπότιτλο «Μηνιαία Τοπική Επιθεώρηση» (1976-1981), κατόπιν ως «Δίμηνη Γενική Επιθεώρηση» (1982-1983) και τελικά ως «Δίμηνο περιοδικό Τέχνης» (1985). Η μεταβολή στον υπότιτλου του περιοδικού σημαίνει επακριβώς την πορεία του : από ένα περιοδικό που παρουσιάζει και σχολιάζει τα τοπικά πολιτιστικά δρώμενα παρέχοντας ωστόσο αρκετό χώρο στην πρωτότυπη δημιουργία, μετατρέπεται σε ένα καθαρά λογοτεχνικό περιοδικό. Ειδικά η δεύτερη περίοδος του περιοδικού - η πλέον γόνιμη λογοτεχνικά - ανοίγει το δρόμο στις κατοπινές προσπάθειες . Εκτός από το Μάκη Λαχανά, γράφουν οι Βασιλική Παπαγιάννη, η Λένα Γουργιώτη, η Βάσσα Σολωμού Ξανθάκη, ο Τάκης Τλούπας, ο Κώστας Περραιβός, ο Κώστας Τσιάνος., ο Ηλίας Κουρτζής, η Λίνα Καράμπα, , ο Νίκος Κύρκος, ο Δαμιανός Βουλγαράκης, ο Μόσχος Λαγκουβάρδος… Ήδη από τα ονόματα που αναφέρονται διαπιστώνει κανείς ότι το περιοδικό “Σπαρμός” λειτουργεί σα γέφυρα συνενώνοντας διαφορετικές γενιές (στο τευχίδιο Μαίου Ιουνίου 1985 δημοσιεύει ο νεώτερος Κωστής Γκιμοσούλης ). Για πρώτη φορά παρουσιάζεται το λαρισινό δυναμικό σε τέτοια έκταση. Παράλληλα ο Σπαρμός εξαιτίας της παιδείας του εκδότη του πετυχαίνει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: είναι ένα περιοδικό ποιότητας στο οποίο η δημοσίευση δεν γίνεται στη βάση φιλικών σχέσεων αλλά αυστηρών αξιολογικών κριτηρίων. Έτσι ο Λαχανάς καταφέρνει να παρουσιάζει σημαντικές συνεργασίες και συνεντεύξεις (Στέφανος Μπεκατώρος, Αλέξης Ζήρας, Χριστίνα Γιατζόγλου, Ελένη Βαροπούλου, Γιώργος Μανιώτης, Έλενα Χουζούρη, Νανά Ησαία, Γιώργος Μανιώτης, Κώστας Τσόκλης, Γιώργος Ιωάννου κ.α.). Το μεταφραστικό έργο στο «Σπαρμό» βρίσκει ιδιαίτερη θέση. Τα κείμενα που μεταφράζονται υπακούουν σε μια λογική καινοτομίας και γνωριμίας με πρόσωπα και λογοτεχνίες που δεν βρίσκονται σε άλλα ελληνικά έντυπα της ίδιας εποχής: (Dirk Stemler, Jean Cocteau, Jerzy Niemojowski, Thomas Brasch, Tadeus Rozewicz,Wislawa Szymborska, Peter Paul Zahl, Natalia Ginzburg, Hilla Esser, Edith Sittwell, Robert Muzil, Bernard Malamud, Pier Paolo Pasolini κ.α)
Έτσι άνοιξε το δρόμο στο περιοδικό  «Γραφή» για την οποία ευθύνεται τα μέγιστα ο Λάνταβος.
Αλλά ο Λαχανάς δεν είναι μόνο «Σπαρμός».
Είναι οι «Αλιγάτορες», είναι η μετάφραση των μονόπρακτων του Beckett, είναι η μετάφραση της «καταιγίδας» του Strindberg,  είναι  το «Ο Βαζαρέλι είναι εδώ : Τέσσερα μονόπρακτα», είναι το  «Χωρίς σύνορα», «Η επιστροφή του Οδυσσέα στο νησί των Φαιάκων»  και τώρα «η Πόλη».
Πρόκειται για ένα διανοούμενο με όλη τη σημασία της λέξης: δραστήριος, πολυπράγμων, ανήσυχος, διατήρησε μια στάση κριτικής και αμφισβήτησης απέναντι στην κοινωνική, πολιτική και λογοτεχνική  ζωή της Λάρισας γεγονός που τον έφερε συχνά στα όρια του εστετισμού.    Διακρίθηκε ως μεταφραστής  φέρνοντας σε επαφή τους Λαρισαίους με σημαντικά ονόματα της ξένης (κυρίως της γερμανόφωνης) λογοτεχνίας. Έγραψε θέατρο και παρουσίασε θεατρικό αναλόγιο στη Λάρισα. Δεν  δίστασε ακόμη να εκθέσει έργα ζωγραφικής με μεγάλη επιτυχία. Ως πεζογράφος μάλλον αδίκησε τον εαυτό του. Δεν πρόσφερε εκείνα που μπορούσε να δώσει.
Στο σχεδίασμα της λογοτεχνίας της Λάρισας που έχει εκδώσει ο Δήμος (αλλά δεν διακινήθηκε - δεν ξέρω γιατί), έγραφα:
«Ωστόσο υπάρχει ακόμη ανέκδοτο υλικό το οποίο - απόσταγμα μνήμης - αναφέρεται στην πόλη και στους ανθρώπους της. Ελπίζουμε πως θα το δούμε κάποια στιγμή να εκδίδεται.»

Σήμερα χαίρομαι που το παρουσιάζουμε οι τρεις μας, έχοντας εμείς οι παλιότεροι πλάι μας κι ένα νέο φιλόλογο, το Στέργιο Υψηλό, γεγονός που από μόνο του σηματοδοτεί τη συνέχιση της πνευματικής προσπάθειας σε τούτη την πόλη.

Λάρισα  2009                                                                                                                   Θωμάς Ψύρρας

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Δημήτρης Παπαδούλης : Η Άλλη Ζώνη - μυθιστόρημα για τον τρόμο

     Όταν κάποιος συγγραφέας μπει στον πειρασμό να γράψει ένα αφήγημα «πρέπει» όσο γίνεται πιο έγκαιρα να ξεκαθαρίσει για το καλό της ίδιας του της αφήγησης το «ποιος», το «που», το «τι»…,  έτσι ώστε ο αναγνώστης να κατανοεί αυτό που συμβαίνει στην ιστορία που ξετυλίγεται μπροστά του. Βέβαια αυτή η κλασική αρχή της αφήγησης συχνότατα εγκαταλείπεται ιδίως όταν ο συγγραφέας επιδιώκει να δώσει μορφή αινίγματος ή να χρησιμοποιήσει τον τρόπο του παραλογισμού στην οργάνωση της ιστορίας του.
     Στην «Άλλη ζώνη» λοιπόν ο συγγραφέας επιλέγει ένα περίεργο αφηγηματικό τρόπο που εκμεταλλεύεται στοιχεία από πολλές αφηγηματικές μορφές.
    Κατ’ αρχάς έχουμε ένα αφηγητή που μας μιλάει σε πρώτο πρόσωπο  για πράγματα στα οποία συμμετέχει ως άμεσο δρων πρόσωπο. Ο αφηγητής είναι και ο ήρωας της ιστορίας. Ποιος όμως είναι αυτός που "μιλάει"; Όσο κι αν αρχικά εμείς οι αναγνώστες δεν εμποδιζόμαστε - ίσως κι επειδή κάνουμε το λάθος να ταυτίσουμε το συγγραφέα με τον αφηγητή - εντούτοις στο τέλος του αφηγήματος μαθαίνουμε  ότι αυτός που μας "μιλούσε" αφηγούμενος την ιστορία του δεν είναι παρά ένα ον με τη μορφή μιας  μαύρης πεταλούδας . Μιας πεταλούδας που τρέφεται από τον τρόμο των άδικων για τις αδικίες τους και «ζει» μόνο για τη Δικαιοσύνη. Αυτή η μαυρη (ή μαυροφορεμένη ) μορφή μιλάει για την προηγούμενη ζωή της.
     Ωστόσο οι πληροφορίες που δίνονται είναι «μετρημένες». Στα βασικά αφηγηματικά ερωτήματα  που ικανοποιούν το μηχανισμό της αιτιολόγησης που αποζητά ο αναγνώστης δίνονται εξηγήσεις οι οποίες είναι στοιχειώδεις επίτηδες και από συγγραφικό υπολογισμό δεν παρέχονται πλήρεις και επαρκείς πληροφορίες που να καλύπτουν τις αναγνωστικές αγωνίες.
Στο πρώτο κιόλας κεφάλαιο θα μάθουμε :
Πότε ; :
«όταν τα πράγματα γύρω μου τρελλάθηκαν τόσο που δεν μπορούσα να τα παρακολουθήσω, αποφάσισα να αφήσω την πατρίδα»
Γιατί; :
«Γύρω νου η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο»
«έξω από την αυλή μου ο χωροφύλακας έπαιζε με το κομπιούτερ και μ’ ένα πάτημα κουμπιού αφάνιζε κατοσταριές κόσμου χωρίς να ενοχληθεί να ζητήσει συγγνώμη»
«όσα ακατανόητα συνέβαιναν γύρω μου …τόσο πιο έντονη γινόταν  η επιθυμία μου να φύγω, να φτάσω κάπου όπου το μακρύ χέρι (του χωροφύλακα) δε θα μπορούσε να με αγγίξει»
Που; :
«Μόνο ένα τέτοιο μέρος υπάρχει»
«Οι περισσότεροι το αποκαλούν ψιθυριστά «Άλλη ζώνη»
Πως; :
«Ένας μόνο είχε το προνόμιο να εκπατρίζεται ένα χρόνο μετά κάθε δίσεκτο έτος…αποφάσισα να επιδιώξω την πρόκληση»
«Έφτασα στη ζώνη χωρίς να το καταλάβω»
«Έμαθα από την πρώτη ώρα να αρκούμαι σε ό,τι μου παρουσιαζόταν»
«Μου πήρε καιρό να συγχρονίσω τους βιορυθμούς μου στο μόνιμο μισοσκόταδο της ζώνης. Σοκαρίστηκα όταν είδα τα πρώτα πλάσματα της περιοχής»
«Τα χαρακτηριστικά τους έμοιαζαν με γλυπτά καμωμένα από μονόχρωμο μοσχοσάπουνο»
«Μόνο θηλυκά κυκλοφορούσαν σ’ αυτή τη χώρα»…

    Αυτή είναι η αρχική αφηγηματική “τεκμηρίωση” πάνω στην οποία βασίζεται «η Άλλη Ζώνη». Ενώ αντιλαμβανόμαστε για το τι συμβαίνει δεν κατανοούμε γιατί ακριβώς συμβαίνει. Το απροσδιόριστο κυριαρχεί ως αφηγηματικός τρόπος. Τα όρια είναι ασαφή, ή μάλλον η αφηγηματική τεχνική διαλύει επίτηδες τα όρια για να δείξει με την ηθελημένη ασάφεια το διαπερατό των κόσμων και των πραγματικοτήτων που εξιστορεί.

   Από κει κι έπειτα  μία γυναίκα, η Πίργιο, αναλαμβάνει να τον οδηγήσει στον κόσμο της Ζώνης και να τον μυήσει στην επερχόμενη εξέγερση των καταπιεσμένων που υπάρχουν «άφαντοι» εκεί.
    Αλλά και εδώ στην Άλλη Ζώνη τα όρια συνεχίζουν να είναι εντελώς ασαφή. Το πάνω, το κάτω, το εδώ, το πέρα, το τώρα,  το πριν, το σήμερα, το χτες, η μνήμη, η ταυτότητα, η επιθυμία,  η ηδονή … όλα βρίσκονται σε μια διαδικασία απονεύρωσης, ακύρωσης ή αντιστροφής.
     Εντελώς μπερδεμένη η Πίργιο θα τον φέρει σε επαφή με τον γέροντα Μαξιμιλιανό, μια επαφή που γίνεται καταλύτης για την απόπειρα να διαφύγει από την Άλλη  Ζώνη. Δοκιμάζει να αποδράσει αλλά μόλις περνάει έξω από τη Ζώνη και μπαίνει ξανά πίσω στον πρώην «δικό του κόσμο» διαπιστώνει ότι τα πάντα έχουν αλλάξει. Ο ίδιος έχει απόλυτη άγνοια για το τί ακριβώς έχει συμβεί στον κόσμο του. Ο αφηγητής νοιώθει να μην ανήκει πλέον πουθενά, σε κανένα κόσμο. Επιστρέφει πίσω στη Ζώνη διπλά φοβισμένος από όσα είδε κι έζησε έξω από αυτή ...

    Η αφηγηματική τεχνική που ακολουθεί με συνέπεια ο Παπαδούλης διαμορφώνει ένα κείμενο με αινιγματική υφή το οποίο όμως διαρκώς ανοίγει πιθανότητες -πόρτες- ερμηνειών. Ο τρόμος που επισημαίνεται ήδη από τον υπότιτλο έχει να κάνει ακριβώς με αυτό το παιχνίδι των πιθανοτήτων. Ο νους του αφηγητή παύει να είναι όργανο καθοδηγητικό της σκέψης αλλά ένα εργοστάσιο παραγωγής λογικοφανών πιθανοτήτων που όλες προσπαθούν να απαντήσουν βασικές ερωτήσεις (που είναι και ερωτήσεις του αναγνώστη): ποιος είμαι, τι κάνω εδώ, που βρίσκομαι, γιατί βρίσκομαι, τι θέλουν οι άλλοι από μένα, ποιοι είναι οι άλλοι, γιατί και πως και τι… Οι απαντήσεις δεν ορίζουν καμία βεβαιότητα. Αντίθετα οι απαντήσεις είναι ανοιχτά ενδεχόμενα. Αυτές καθώς αναδύονται μέσα από μια «πραγματικότητα» κατασκευασμένη επίτηδες με ασαφή όρια, παράγουν τον τρόμο και πολλαπλασιάζουν την αφηγηματική αγωνία, κάνοντας τον αναγνώστη να μετέχει στο παράλογο. Είμαστε ήδη στην επικράτεια του καφκικού Πύργου.
    Καθώς λοιπόν τα όρια του νου (δηλαδή τα όρια της πραγματικότητας)  διαλύονται, δεν υπάρχει δυνατότητα να παράγονται σημασίες – και μάλιστα συλλογικού τύπου - δεν είναι δυνατό να παράγονται συναισθηματικού τύπου αιτιολογήσεις ή  αναγνωστικές συναισθηματικές εμπλοκές «μετοχής» για τη δράση των ηρώων. Δηλαδή δεν μπορεί να λειτουργήσει για τον αναγνώστη το αριστοτελικό «δι’ ελέου και φόβου». Μ’ αυτή την έννοια το μυθιστόρημα μπορεί να θεωρηθεί ως μπρεχτικής σύλληψης. Η απόλαυσή του κειμένου δεν μπορεί να αναζητηθεί και να εκτιμηθεί στην ποιότητα της «μετοχής» και της «κάθαρσης» αλλά στη λογική της μπρεχτικής «αποστασιοποίησης». Και εξηγούμαι – γιατί αυτό γίνεται επίτηδες στον Παπαδούλη ως συστατικός τρόπος οργάνωσης της ιδιότυπης φανταστικής αλληγορίας του:
   «Η Άλλη Ζώνη» είναι ένας «κειμενικός τόπος» η ύπαρξη του οποίου συναρτάται από «τούτο τον τόπο», τον δικό μας, τον πραγματικό (για να  υπάρξει το «Άλλο» πρέπει να προυπάρχει το «Αυτό»). Υπάρχει λοιπόν η δική μας Ζώνη (ο κόσμος μας) και αυτή τροφοδοτεί τη δυνατότητα να υπάρχει η «Άλλη Ζώνη». Αυτό συνεπάγεται ότι ο αναγνώστης καθώς προχωρεί στην ανάγνωση της φανταστικής αλληγορίας κρίνει τις αφηγηματικές πράξεις μέσα από τη δική του Ζώνη και τη στάση του στο δικό του κόσμο.

    Παρά το γεγονός ότι “Η Άλλη Ζώνη”  μοιάζει να βγαίνει από την επιστημονική φαντασία και να χρησιμοποιεί την εικονοπλασία των κόμικς, ελάχιστη σχέση έχει με αυτά τα αφηγηματικά είδη. Θα διακινδυνεύσω να πω ότι "Η Άλλη Ζώνη" είναι κειμενικός τόπος που μας έρχεται κατευθείαν από τους προσωκρατικούς. Είναι προσωκρατικής υφής και σύλληψης. Και για να είμαι ακόμα πιο συγκεκριμένος είναι αναξιμάνδριας σύλληψης. Ο Αναξίμανδρος είπε ότι «....το άπειρο που είναι η αρχή του κόσμου, είναι εκτός κόσμου» Αυτό το «εκτός κόσμου», δεν πρέπει να το εννοήσουμε ως ένα άδειο τίποτα, ένα κενό. Αντίθετα είναι μία αταχτοποίητη και άτακτη περιοχή – δηλαδή δεν είναι «κόσμος» (τάξη και αρμονία) Αυτό το άπειρον σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο - αλλά και με τον Παπαδούλη - περιέχει τα τέσσερα βασικά στοιχεία, αέρα, γη, νερό και φωτιά και καθώς αυτά τα στοιχεία αλληλοεισδύουν το ένα στο άλλο ή καθώς το ένα επηρεάζει το άλλο το άπειρον μεταμορφώνεται σταδιακά κι έτσι δημιουργούνται τα όντα τα οποία καθώς φθείρονται επιστρέφουν και πάλι στο άπειρο, στο εκτός «κόσμου».
Ο Αναξίμανδρος επιμένει: εκείνη η κοσμική δύναμη που εξασφαλίζει την
ισορροπία  είναι η Δικαιοσύνη. Ο Παπαδούλης λοιπόν ακουμπώντας  πάνω σε μια τέτοιου είδους και ήθους αναξιμάνδρεια οπτική δημιουργεί ένα κειμενικό τόπο όπου ο ήρωας –αφηγητής αναζητά εναγώνια την ύψιστη αρχή της ζωής: τη «δικαιοσύνη». Απαιτεί τη δικαιοσύνη όχι με τη μορφή μιας κοινωνικής εξουσίας που ταχτοποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά τη δικαιοσύνη ως κοσμική αρχή, ως  μια μορφή φυσικού νόμου για όλα τα πλάσματα.

Βέβαια ετούτη η Ζώνη, ο δικός μας κόσμος, τον απογοητεύει βαθιά. Όπου κι αν κοιτάξεις η Δικαιοσύνη υπονομεύεται. Τα πάντα “τρελλαίνονται”. Οι αδικίες της εξουσίας, η «θεσμισμένη» αδικία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η αδικία που διακινεί ο Χωροφύλακας  αναγκάζουν τον ήρωα-αφηγητή να αποζητά την «φυγή» στην «Άλλη Ζώνη», ελπίζοντας σε μιαν ευτοπία. Όμως και εκεί η Δικαιοσύνη δεν υφίσταται. Και εκεί είναι ένα διαρκές και πιεστικό ζητούμενο γιατί η Άλλη Ζώνη είναι ο  “ου-τόπος”, ελλιπής, άξενος και καταπιεστικός. Το όνειρο της ευτοπίας ναυαγεί. Γι' αυτό και ο αφηγητής  - μόνιμος αναζητητής της Δικαιοσύνης – θα προσπαθήσει να αποδράσει....

      Βέβαια ακόμα και το πιο ακραίο αδιέξοδο δεν μπορεί να είναι απόλυτο. Και στο αδιέξοδο υπάρχουν – πρέπει  να υπάρχουν πόρτες . Ο αφηγητής πρέπει να βρει και να ανοίξει μια νέα πόρτα έτσι ώστε να συγχωνευτεί με το Άπειρον να γίνει τελικά συστατικό στοιχείο της κοσμικής «Δικαιοσύνης».

Έστω κι αν ο ίδιος ο αφηγητής αναλωθεί και μεταμορφωθεί σε μια πεταλούδα (που η αρχαίοι την ονόμαζαν «ψυχή»).

Λάρισα 8 Ιουνίου 2006                                                                                                     Ψύρρας Θωμάς


 Μια συνέντευξη του συγγραφέα Δημήτρη Παπαδούλη στο Mega Channel το καλοκαίρι του 1994. Συνέντευξη και ανάγνωση αποσπασμάτων: Γιάννης Κοτσιφός. Σκηνοθεσία: Κώστας Εφραμίδης