Γιώργος Ζιάκας. Θέατρο, Κινηματογράφος, Ζωγραφική, εκδ. Θεμέλιο 2017
Στην
αρχή υπήρχε ένα σπίτι στη Σκήτη. Το σπίτι
αυτό έγινε βιβλίο. Ο Ζιάκας το πούλησε,
αφού το χάρηκε 17 χρόνια και το σπίτι
έγινε ο μέγας χορηγός της έκδοσης.
Μ’
αρέσει να σκέφτομαι αυτή τη σχέση που
αρδεύει το βιβλίο: ένα σπίτι που βοηθάει
το σκηνογράφο, δηλαδή τον άνθρωπο που
δημιουργεί το σκηνικό χώρο στον οποίο
εκτυλίσσεται η θεατρική δράση, να
απλώσει το έργο που φαντάστηκε η ψυχή
του, ένα σπίτι που βοηθάει τον εγκάτοικο
να δείξει την ψυχή του.
Σκεφτείτε
όσοι κρατάτε στα χέρια τον βαρύ τόμο
των 560 σελίδων, ότι κρατάτε κομμάτια
ενός σπιτιού κι ότι αυτά τα κομμάτια
περιέχουν ταυτόχρονα το έργο του ανθρώπου
που τα κατοίκησε. Κρατάτε συγχρόνως
κομμάτια χώρου και αποσπάσματα
δημιουργικού έργου 50 τόσων χρόνων στο
θέατρο, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική.
Αυτό κι αν ένα μικρό θαύμα! είναι ο
ορισμός του σκηνογράφου! Ή μάλλον της
ψυχής του σκηνογράφου.

Τελικά
η ψυχή είναι ένας τόπος, ένα σπίτι.
Ο
Καρλ Γιουγκ στο έργο του “Αναμνήσεις,
όνειρα, σκέψεις” αναφέρει ένα όνειρό
του. Ονειρεύτηκε λοιπόν ότι βρισκόταν
στο « σπίτι του», και καθώς κατέβαινε
από όροφο σε όροφο, ανακάλυπτε άγνωστα
δωμάτια, στο υπόγειο συνάντησε ρωμαϊκούς
θόλους και σε μια κρύπτη ακόμη χαμηλότερα,
έναν προϊστορικό τάφο. Αυτό τον βοήθησε
λέει να περιγράψει το « δομικό διάγραμμα
της ανθρώπινης ψυχής».
Ο
Ζιάκας λοιπόν ξεκίνησε τη σκηνογραφία
από ένα τάφο όταν φαντάρος κλήθηκε το
1967 στη διάρκεια της στρατιωτικής του
θητείας για την «παράσταση» ενός
εθνικοπατριωτικού θεατρικού δρώμενου
που ετοίμαζε ο διοικητής του. Με
κοτετσόσυρμα, γύψο, τουλπάνι, χρώματα,
κατασκεύασε τον τάφο του Έλληνα ήρωα
που του ζητήθηκε. «Θα τον ζήλευε και ο
ενδοξότερος νεκρός» λέει ο ίδιος. Κι
από τον τάφο του αρχετυπικού υπογείου
άρχισε να ανεβαίνει στους απάνω χώρους.
Τι
ακριβώς αναζητά ο Γιώργος Ζιάκας; και
πώς το αναζητά πενήντα χρόνια τώρα στη
δική του άνοδο από τον τάφο του υπογείου
στα άνω δώματα;
Πλέον
με τον τόμο στα χέρια λύνεται το μυστικό.

Αυτά
λοιπόν τα συγκεντρωμένα, με κόπο και
επιμονή, “πράγματα – εικόνες” σε μια
δεύτερη φάση πιο δημιουργική φορτίζονται
με περιεχόμενα αντιληπτικά, συναισθηματικά,
γλωσσικά ή φαντασιακά. Υποβάλλονται σε
μια θυμική επανασημασιοδότηση. Όποιος
κοιτάξει με προσοχή το βιβλίο διαπιστώνει
ότι οι “εικόνες-πράγματα” του Ζιάκα
έχουν διπλή, ταυτόχρονη σχέση
περιεχόντων-περιεχομένων. Περιέχονται
στα πράγματα και περιέχουν τα πράγματα
γιατί με τη δημιουργική του παρέμβαση
σχετίζονται με το βιωμένο χώρο και είναι
φορτισμένα με τις “μεροληψίες της
φαντασίας” του. Έτσι οι σκηνογραφίες
του μετατρέπονται σε φόρμες που
υπερβαίνουν τα ήδη σημασμένα από τη
χρήση πράγματα και υλικά. Με δυο λόγια:
Η σκηνογραφία του Γιώργου Ζιάκα δεν
έχει μόνο αξία ως “θεατρική όψις”,
συνοδευτική μιας παράστασης, αλλά
γίνεται ταυτόχρονα φορέας αξιών του
χώρου που του έχουν αποδοθεί μέσω της
φαντασίας. Οι αξίες αυτές γίνονται
μάλιστα κυρίαρχες στον τρόπο που ο
θεατής αλληλεπιδρά με αυτό. «Δεν ξεχνώ
τις λεπτομέρειες στα ρούχα της γιαγιάς
μου που έπρεπε να σηκώνει τα μανίκια
όταν έπλενε. Η σχέση με το λαϊκό κοστούμι
υπάρχει στη δουλειά μου. Ιδιαίτερα σε
δύο περιπτώσεις χρησιμοποίησα τα βιώματά
μου, στις "Ικέτιδες" με τον Θεατρικό
Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ), σε σκηνοθεσία
Νίκου Χαραλάμπους, που ήταν σταθμός
στην αισθητική του κοστουμιού στην
αρχαία τραγωδία, και στην "Ηλέκτρα",
σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου, όπου μέσα
από την ελληνική παράδοση γεννήθηκε
ένα κοστούμι σε σχήμα καραγκούνας που
μέσα από μια υπέρβαση πήγαινε σε άλλες
διαστάσεις.” Αυτές οι “άλλες διαστάσεις”
αφορούν τη διαδικασία της θυμικής
σημασιοδότησης που υποβάλλει ο δημιουργός
τα υλικά του για να μας οδηγήσει στην
υπέρβαση.

Κοιτώντας
το βιβλίο με τη συνολική πορεία της
δημιουργίας του διαπιστώνουμε ένα
πράγμα:
Οι
μεγάλες εικόνες του Γιώργου Ζιάκα είναι
πάντα, συγχρόνως, ανάμνηση και παρόν.
Δικό του και δικό μας. Γιατί ποτέ εμείς
ως θεατές δε ζούμε τις εικόνες του σε
μία και μόνη διάσταση. Κάθε εικόνα του
έχει ένα ονειρικό βάθος και πάνω σ' αυτό
το ονειρικό φόντο τοποθετεί τα δικά του
χαρακτηριστικά χρώματα και το προσωπικό
του παρελθόν. Κι εμείς νοιώθουμε ότι
μας αφορά. Το ξαναείπα: Οι ποιητικές
εικόνες του είναι αμφίδρομες: βρίσκονται
τόσο μέσα μας όσο κι εμείς βρισκόμαστε
μέσα σε αυτές. Και νομίζω ότι αυτό είναι
ο μέγιστος έπαινος για ένα καλλιτέχνη.
Σ’ ευχαριστούμε Γιώργο για τις εικόνες
της ψυχής σου που τις έδωσες όγκο, χρώμα,
φόρμα, που τις μετέτρεψες σε ορατή κι
απτή ύλη για να συναντήσουν και τις
δικές μας εικόνες.
ΘΩΜΑΣ
ΨύΡΡΑΣ
Λάρισα
27.4.2017
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου