Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Νικόλαος Αθ. Παπαθεοδώρου: Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η Λάρισα ως «μνημονικός τόπος».


Τα δημοσιεύματα του Νίκου Παπαθεοδώρου κάθε Τετάρτη στην “Ελευθερία” της Λάρισας διαβάστηκαν είτε ως κείμενα δημοσιογραφικά που εξάπτουν την περιέργεια και παρακινούν ώστε να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι, είτε ως ψηφίδες που διαφωτίζουν στιγμές και πρόσωπα κι επομένως συμβάλουν στην ανάδειξη της ιστορίας της πόλης.

Συγκεντρωμένα όμως πλέον τα πενήντα τρία δημοσιεύματα του 2014 σε ένα τόμο με τον τίτλο “Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα” δημιουργούν μια εντελώς διαφορετική εικόνα και μας επιβάλουν μια διαφορετική ανάγνωση. Η Λάρισα μέσα από την αλληλοδιαδοχή των 53 κειμένων, μετατρέπεται σε «μνημονικό τόπο»1 και πλέον ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε ένα χωρικό πλαίσιο που αναδεικνύει το πρόβλημα της συλλογικής μνήμης. Να το πω διαφορετικά: αν για να αποκτήσουν νόημα ακόμα και οι εντελώς προσωπικές αναμνήσεις μας απαιτείται να υπάρχει το πλαίσιο του χώρου, αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για τη συλλογική μνήμη.2 Ιδού λοιπόν η αναγνωστική πρόκληση από το βιβλίο του Νίκου Παπαθεοδώρου: η σχέση της πόλης με τη συλλογική μνήμη (ή της μνήμης σε σχέση με την πόλη). 
 
Η Λάρισα, και κάθε πόλη, δεν είναι μόνο δρόμοι και χτίσματα, δεν είναι ούτε καν οι κάτοικοί της, οι λειτουργίες της ή οι εικόνες του παρελθόντος που ανακαλεί. Είναι κυρίως ο βιωμένος χώρος. Αυτός δημιουργεί τελικά εκείνα τα υποκείμενα (τους πολίτες), που διαθέτουν συγκροτημένη ταυτότητα και έτσι μπορούν να δημιουργήσουν ένα αφήγημα για την πόλη τους. Γιατί η πόλη είναι ο κατεξοχήν τόπος εντός του οποίου αναδύονται και υλοποιούνται οι νέες ταυτότητες, κι έτσι η πόλη γίνεται όντως πόλη καθώς περνάει μέσα από τη διαδικασία της μυθολόγησης και τελικά της αφήγησης. Εκεί στο συλλογικό αφήγημα της πόλης κατοικοεδρεύει η συλλογική μνήμη.

Πριν κάμποσα χρόνια στην εισαγωγή του τόμου “Λάρισα : μια πόλη στη λογοτεχνία” έγραψα ότι η Λάρισα είναι ακόμα μια πόλη σε εκκρεμότητα. Κι εννοούσα ότι το τουρκικό Γενή Σεχίρ που μετεξελίχθηκε στη Λάρισα του σήμερα βρίσκεται σε μια διαδικασία διαρκούς εξέλιξης κι αναμόχλευσης. Βρίσκεται σε ένα παρατεταμένο γίγνεσθαι που ακόμα τα τελευταία διακόσια χρόνια δεν έχει αποκρυσταλλωθεί, δεν έχει παγιωθεί και δεν έχει καταλήξει στη φυσιογνωμία της. Και προφανώς δεν εννοούσα τα χτίσματα ή τη ρυμοτομία ή το σχέδιό της. Εννοούσα κυρίως την ταυτότητα των κατοίκων της και τη σχέση τους με την πόλη και κυρίως τη συνείδησή του να είσαι Λαρισινός.

 
Σκεφτείτε τα τελευταία διακόσια χρόνια πόσους πολέμους, πόσες αναταραχές, πόσοι διαφορετικοί πληθυσμοί συνέρρευσαν στην πόλη. Τούρκοι αριστοκράτες (σαν τον Καντήρ Αγά εφένδη, τον πρώτο δήμαρχο της πόλης, ή τον μεγάλο μυστικό ποιητή Αβνί Γενησεχιρλή), Μπεκτασήδες και διανοούμενοι του σουφισμού, Εβραίοι έμποροι, Ρουμελιώτες και Πελοποννήσιοι που αναζητούσαν ευκαιρίες, Βλάχοι (Μοσχοπολίτες, Μπιτολιάνοι, Σαρμανιώτες, Περβολιώτες, Αβδελιώτες) και Σαρακατσαναίοι και νησιώτες (Κρητικοί κι Επτανήσιοι), Ρομά και πλήθος Ηπειρώτες. Και πληθυσμοί από τα γύρω κοντινά και μακρινά ορεινά και τα χωριά του κάμπου: Ραψανιώτες, Αμπελακιώτες, Τσαριτσανιώτες, Χασιώτες, Αργιθεάτες, Κοπατσαραίοι και βουνίσιοι από τα μαστοροχώρια της Μακεδονίας. Και Τυρναβίτες και περαστικοί που απόμεναν εδώ να στήσουν τη ζωή τους. Και Πόντιοι και Καππαδόκες και Μικρασιάτες και πρόσφυγες από την Ρωμυλία και Πόντιοι από τη Ρωσία και τη Γεωργία και νέοι πρόσφυγες... Όλα αυτά τα μελέτια κλήθηκαν μες στις μεταβολές της ιστορίας να συνυπάρξουν, να συμβιώσουν το ένα πλάι στο άλλο, να ενσωματωθούν στην πόλη, να την εγκολπωθούν και να την κάνουν “πατρίδα” τους. Δεν είναι διόλου εύκολο. Πρόκειται για μια πραγματική εποποιία. Μια άγραφη εποποιία η οποία περιέχει συγκρούσεις, αντιπαλότητες, απορρίψεις, περιθωριοποιήσεις, ταξικές και ενδοφυλετικές συγκρούσεις, πάλη ανάμεσα σε διαφορετικές νοοτροπίες, τεταμένες σχέσεις με τις τοπικές εξουσίες, αποσιωπήσεις και τραύματα. 
 
Κι όμως! Όσο κι αν απορεί κανείς, ετούτη η πόλη με το αμάλγαμα των πληθυσμιακών της ομάδων προσπαθεί να διαμορφώνει (γιατί ακόμα πασχίζει να διαμορφώνει) μια ταυτότητα στους πολίτες της. Μ’ αρέσει να λέω πως δεν υπάρχουν Λαρισαίοι, αλλά Λαρισινοί. Είμαστε μεν όλοι φερτοί, που ωστόσο ενσωματωθήκαμε στην πόλη και κατακτούμε πλέον τη συνείδηση ότι είμαστε Λαρισινοί. Πρόκειται για μια διαρκή εκκρεμότητα με την οποία παλεύουμε εδώ και διακόσια τουλάχιστο χρόνια. Πάντως βήμα το βήμα, γενιά τη γενιά αποκτούμε και εσωτερικεύουμε την ταυτότητα του Λαρισινού.
Αλλά πως αποκτιέται αυτή η ταυτότητα; Γιατί βέβαια δεν προκύπτει αυτόματα από μόνη της. Ούτε επιβάλλεται μόνο μέσα από την αναγκαστική συνύπαρξη και τη συνεχή τριβή ανάμεσα σε αλλότριες νοοτροπίες και συνήθειες. Ούτε δημιουργείται μόνο από τη γνώση μιας “επίσημης” τοπικής ιστορίας η οποία συνήθως εξαντλείται στον μακρύ χρόνο και σε “μεγάλα” γεγονότα, σε σπουδαίες στροφές της ιστορικής πορείας ή σε επιλεγμένα “σημαντικά’’ πρόσωπα. Η ταυτότητα διαμορφώνεται κυρίως από τη βιωματική σχέση που δένει τους ανθρώπους με την πόλη. Εδώ υπεισέρχεται ο ρόλος της συλλογικής μνήμης. Η πόλη, οι δρόμοι της, οι τοποθεσίες, τα κτήρια, οι ασήμαντες γωνιές της μετατρέπονται σε ένα κόσμο σημείων που “σημαίνουν”, που γίνονται “σύμβολα” κι έχουν πιθανώς ιστορική αξία αλλά σίγουρα διαθέτουν μια ιδιαίτερα βαριά συναισθηματική αξία για τους ανθρώπους. Οι χώροι της πόλης με τη ζωή που εγχαράσσεται σε αυτούς αποτελούν ενεργούς τροφοδότες της μνήμης. Μετατρέπονται σε μνημονικούς τόπους καθώς διαπλέκονται τα συναισθήματα με συγκεκριμένους χώρους. Ο έρωτας, ο φόβος, η χαμένη παρουσία ανθρώπων που έφυγαν από κοντά μας, η συγκίνηση που συνδέει τους τόπους με παλιότερες διηγήσεις που ακούσαμε από τους παππούδες μας, ακόμα κι όσα θρυλούνται -πραγματικά ή φανταστικά- δημιουργούν τη βάση της συλλογικής μας μνήμης. Σκεφτείτε για παράδειγμα την Αβερώφειο Γεωργική σχολή: ο συνταγματάρχης Λιάπκιν είναι παρών στην απουσία του και “σημαίνει” το χώρο, τον γεμίζει με σημασία· το Μεζούρλο: ως τόπος εφιαλτικός που στοιχειώνει ακόμα τις ψυχές των εκτελεσμένων· τον Πηνειό, το λόφο του Φρουρίου, το “Πανελλήνιον”, το ρολόι της Λάρισας, το Ρίο, τα κτίρια που ανασημασιοδοτούνται όταν αλλάζει η χρήση τους... Το κάθε ένα συνδέεται μαζί μας συναισθηματικά. Και η συλλογική μνήμη τα διαχειρίζεται με χίλιους δυο τρόπους: τα συνδέει με το εθνικό φαντασιακό, τα αναδεικνύει, τα λειαίνει, τα παραποιεί ίσως, τα αποσιωπά ή τα διαχειρίζεται τραυματικά. Έτσι δημιουργούνται εικόνες, εμπειρίες, αξίες, προθέσεις και νοοτροπίες και κυρίως αφηγήσεις που ενσωματώνουν πάνω στην υλική δομή του τόπου το πνεύμα, τη φαντασία και το συναίσθημα των ανθρώπων. Η πόλη μετατρέπεται σε ένα ευρύ χώρο μνήμης όπου αποτυπώνονται οι τρόποι ζωής των κοινωνικών ομάδων που την έχουν κατοικήσει και την κατοικούν, οι λειτουργίες της πόλης, η οικονομική και κοινωνική της ζωή και οι δραστηριότητες των κατοίκων της.

 Νομίζω ότι εδώ βρίσκεται ακριβώς η συμβολή του τόμου που παρουσιάζει ο Νίκος Παπαθεοδώρου. Μέσα στα 53 δημοσιεύματα αναδεικνύει πρωτίστως τι σημαίνει βιωματική λειτουργία της μνήμης και μας δείχνει τι σχέση μπορεί να έχει η ψυχή μας με την πόλη μας. Το τοπίο της Λάρισας γίνεται ένα παλίμψηστο της ιστορίας και της μνήμης έτσι ώστε ο σημερινός Λαρισινός διαβάζοντάς το να πάψει να είναι ένας καταναλωτής του χώρου που αντιλαμβάνεται τη Λάρισα ως τόπο αραγμένων σωμάτων σε καφετέριες αλλά να μετατρέπεται σε δέκτη (κι εν συνεχεία σε πομπό) σημάτων και μηνυμάτων που διαπερνούν το σώμα της πόλης, που αντιπροσωπεύουν την πόλη και τον καθένα Λαρισινό.

Κι αυτό από μόνο του αποτελεί κατάκτηση μιας ιδιαίτερης πλευράς της κοινωνικής εμπειρίας που ισχυροποιεί την ταυτότητα του Λαρισινού και μετατρέπει μια "εκκρεμή" πόλη σε μια επί της ουσίας πόλη, σε μια πόλη αξιοβίωτη. 

ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ
Λάρισα 25.5.2016


1 Pierre Nora (Πιερ Νορά), Between Memory and History: Les Lieux de Mémoire, στο περ. Representations, Spring 1989, nr. 26, Berkeley: University of California Press, σελ. 7-25
2 Maurice Halbwachs (Μωρίς Χώλμπβαχ), Κοινωνικά πλαίσια της μνήμης, μτφ. Ελευθερία Ζέη, Νεφέλη 2013. 

Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Δημήτρης Νόλλας: "Δύσκολοι καιροί": "Το ταξίδι στην Ελλάδα" και "Μάρμαρα στη μέση".


Η Μυθοπλαστική αυτογνωσία.




Ο Δημήτρης Νόλλας ανέλαβε ένα τολμηρό και δύσκολο έργο: Να συγκροτήσει μια μυθιστορηματική τριλογία με το γενικό τίτλο "Δύσκολοι καιροί" η οποία θα καλύπτει μια μεγάλη περίοδο από το 1943 μέχρι τις μέρες μας. Ήδη έχουμε στα χέρια μας τα δύο πρώτα βιβλία της τριλογίας: "Το ταξίδι στην Ελλάδα", που πήρε το κρατικό βραβείο Μυθιστορήματος το 2014, και το "Μάρμαρα στη μέση". Το πρώτο καλύπτει την εμφυλιακή και μετεμφυλιακή περίοδο, το δεύτερο αναφέρεται στην τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα και το τρίτο, που αναμένουμε, θα φτάνει στα χρόνια της κρίσης.


"Το ταξίδι στην Ελλάδα" περιγράφει την κάθοδο στην Ελλάδα, - συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη του 63, μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη - ενός μετανάστη κι επίδοξου ποιητή, του Αρίστου Καραμπίνη, ενός νεαρού που πήγε για σπουδές στη Γερμανία αλλά τα παράτησε και κατέληξε να δουλεύει στη λαχαναγορά του Μονάχου. Όταν το αφεντικό τού πρότεινε να συνοδεύσει στην Ελλάδα μια αινιγματική και σχεδόν σαλεμένη γυναίκα, τη Χρυσάνθη, η οποία είχε μεταναστεύσει στη Γερμανία από το ’43, «την ώρα που είχε πάρει φωτιά ο κόσμος όλος», αρπάζει την ευκαιρία του δωρεάν εισιτηρίου, για να επιστρέψει στη γενέθλια γη.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Νόλλας ασχολείται με τους μετανάστες. Ήδη στη νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» (Κέδρος, 2009) όσο και στη συλλογή διηγημάτων «Στον τόπο» (Iκαρος, 2012) ο Νόλλας ασχολήθηκε με τη μοίρα των μεταναστών που επιστρέφουν στην Ελλάδα. Η ιστορία αρχίζει και τελειώνει στο Acropolis Express, από το Μόναχο στη Θεσσαλονίκη και αντίστροφα. Η πλοκή του μυθιστορήματος εξελίσσεται στο ενδιάμεσο διάστημα.
Η γενέθλιος γη αποδεικνύεται παγίδα για τον Αρίστο, καθώς σε κάθε βήμα και σε καθεμιά επαφή με φίλους και “φίλους” σκοντάφτει σε ένα παρελθόν που δεν είναι ποτέ παρελθόν αλλά μια ζώσα τωρινή πραγματικότητα που καθορίζει τη ζωή, τις συμπεριφορές και τις μύχιες σκέψεις των ανθρώπων.
Η πρωτεύουσα των προσφύγων, που έλεγε και ο Γιώργος Ιωάννου, αναδεικνύει όλη την νεοελληνική παθογένεια μέσα από μια προσπάθεια “ανασυγκρότησης”. Η πάλαι ποτέ προσφυγική παραγκούπολη μοιάζει με «ένα πηγάδι μέχρι το κέντρο της γης». Η αντιπαροχή, η τοκογλυφία, τα σημάδια του εμφύλιου, ο εθνικισμός, οι πελατειακές σχέσεις, η αστυνομοκρατία, η διαφθορά, η αρπακτική διάθεση για το κέρδος και τον γρήγορο πλουτισμό, η κατάπτωση των παλιών νοικοκυραίων, έχουν δημιουργήσει ένα άλλο κόσμο. Ο Καραμπίνης έρχεται σε επαφή με μαυραγορίτες, καταδότες, χαφιέδες, ταγματασφαλίτες, άρπαγες εβραϊκών περιουσιών, παλιούς φίλους και συγγενείς έτοιμους να τον “ρίξουν”, εργολάβους και μεσίτες, τοκογλύφους, έρχεται σε επαφή με ναυαγισμένες ψυχές και πρόσωπα που σημαδεύτηκαν από τον εμφύλιο. Έτσι το «Ταξίδι στην Ελλάδα» γίνεται πορεία αυτογνωσίας με την ανθρωπολογική έννοια του όρου, ταξίδι που τελικά καθορίζει την ταυτότητα του ήρωα κι φέρνει στην επιφάνεια τους διχασμούς και τις αντιφάσεις του, την βίαιη πρόσκρουση με την Ιστορία και το παρελθόν. Ο Νόλλας σχολιάζει για τον ήρωά του: «Η πιο βαριά αρρώστια ήταν αυτή με την Ελλάδα που είχε αρπάξει.»
Με την μινιμαλιστική και λιτή αλλά γοητευτική γραφή του, μέσα από το «πλήθος των υλικών» που καταδυναστεύει τη ζωή μας, ο Νόλλας χτίζει με τρυφερότητα και συγκίνηση ένα κομψοτέχνημα, που αποτελεί επί της ουσίας μελέτη της «νεοελληνικής ιδιοπροσωπίας». Ένα μυθιστόρημα -που όπως ήδη επεσήμανε η κριτική- χαρακτηρίζεται από το ιδιαίτερο “βλέμμα πάνω στις ζωές των ανθρώπων και στις δυο πλευρές των ιδεολογικών σχημάτων". Ένα Μυθιστόρημα πραγματικό μεν “άλμπουμ ναυαγίων” που ωστόσο αναδεικνύει "μια φωτεινή ιδέα για την Ελλάδα (μ’ όλα τα τρωτά της) γιατί «χρόνια δύσκολα ξεδύσκολα, όταν η σκεπή μπάζει, δεν το βάζεις στα πόδια. Μαζευόμαστε και τη φτιάχνουμε».


Στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας, στο "Μάρμαρα στη μέση", ο Νόλλας μας μεταφέρει στη Γερμανία και στον κόσμο που ξεπήδησε μετά την πτώση του τείχους και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Ανατολικογερμανοί, Βούλγαροι, Ρώσοι, Γιουγκοσλάβοι, Ελληνες στα τέλη της δεκαετίας του ‘90, όλοι ανάκατοι κινούνται με ένα στόχο: το κυνήγι του κέρδους. Ανταγωνισμοί, συγκρούσεις, εξαπάτηση, το συμφέρον πάνω απ’ όλα. Η αναδιάταξη των συνόρων, η κατάρρευση των ιδεολογιών, η ανατροπή της πραγματικότητας, η ρευστότητα των καταστάσεων σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον όπου δεν υπάρχουν πλέον σταθερά σημεία να πιαστείς δημιουργεί το αίσθημα του κενού που, αντί να προσφέρει την επιθυμία μιας «νέας αρχής», συμπαρασύρει τους πάντες σε μια αδυσώπητη μάχη «όλων εναντίον όλων», σε έναν αγώνα οικονομικής, επαγγελματικής και ηθικής αλληλοεξόντωσης, αγνοώντας κάθε αρχή και καταπατώντας οποιαδήποτε δέσμευση. Η κριτική το επεσήμανε: “Τούτο το παρανοϊκό παιχνίδι είναι το κέντρο βάρους του μυθιστορήματος: είναι μια παραζάλη που δεν αφήνει κανέναν αλώβητο. Τα πάντα καταρρέουν και κάτι καινούργιο δεν φαίνεται να οικοδομείται στη θέση των ερειπίων".

Το “Μάρμαρα στη μέση” ξεκινά με την περιγραφή μιας περίεργης εικαστικής σύνθεσης, μιας ναϊφ τοιχογραφίας, που φιλοτέχνησε στον τοίχο της υπόγειας ταβέρνας του Ζαχαρία «Αερόστατο» στο Μίνστερ της Γερμανίας ο Έλληνας Αρίστος Καραμπίνης. Εκεί ο καλλιτέχνης ανακάτεψε εικόνες από τον 13ο και 15ο αιώνα, από το κίνημα των Αναβαπτιστών στην Κεντρική Ευρώπη (1535) κι από την επανάσταση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (1343). Τις εικόνες περιεργάζεται ο μεταλλειολόγος Μπάμπης Τσεκίνης, καθώς περιμένει τον επιχειρηματία Γιάννη Πολυχρονόπουλο. Οι δύο Έλληνες ήρθαν στη Γερμανία για μπίζνες. Προσπαθούν να εξαγάγουν ελληνικά μάρμαρα στη Γερμανία (χαρακτηριστικό ελληνικό σύμβολο), αλλά δυστυχώς ενώ έχουν φέρει μια μεγάλη ποσότητα μαρμάρου διαπιστώνουν ότι δεν υπάρχει προοπτική μεταπώλησης. Το βιβλίο δομείται επιφανειακά στην προσπάθεια των δύο Ελλήνων να πουλήσουν το μάρμαρο. Αυτό όμως είναι μόνο μια αφηγηματική δικαιολογία. Το μυθιστόρημα δεν οργανώνεται με βάση μια συμπαγή πλοκή. Ο Νόλλας με αφορμή τα μάρμαρα και την παρουσία των δύο Ελλήνων στη Γερμανία εξακτινώνει την αφήγηση σε δώδεκα φυγόκεντρα επεισόδια: παρέμβλητες ιστορίες, παρωδιακός λόγος, εγκιβωτισμένες εγγραφές από το βιβλίο με τίτλο “999” του Καραμπίνη, τοπικές και χρονικές ασυνέχειες, συχνότατα σχόλια δοκιμιακού τύπου συνθέτουν τον ιδιαίτερο τρόπο της μεταμοντέρνας αφήγησης του Νόλλα διατηρώντας χαλαρή την επαφή με τους ήρωες του πρώτου βιβλίου της τριλογίας. Σ΄ αυτά τα επεισόδια θα διαβάσουμε για τα οικογενειακά προβλήματα του Πολυχρονόπουλου με την κόρη του Ουρανία, για τα επιχειρηματικά κόλπα του επίδοξου ομοφυλόφιλου γαμπρού του Χάινριχ Μπρέσμα ο οποίος τελικά στοχεύει να του “φάει” την επιχείρηση, την πορεία της κόρης του Ουρανίας, η οποία (κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας), εμπλέκεται στο ριψοκίνδυνο αγώνισμα της αυτογνωσίας και δημιουργεί σχέση με έναν ανάπηρο Βούλγαρο πρώην κομμουνιστή και νυν μαφιόζο και τελικά το ρίχνει στα θεία, τη μικροπρέπεια του Μπάμπη Τσεκίνη να ρίξει τον Πολυχρονόπουλο, τον Σταύρο Καζάκο, ένα ταξιτζή (ο οποίος ασχολείται και με μεσιτείες και πουλάει τα πάντα στους πάντες ) που "φιλοσοφεί", "κρίνει" και “σχολιάζει” αλλά έβαλε σκοπό της ζωής του να βγάλει εύκολα χρήματα, τον Καραμπίνης που λειτουργεί ως άγγελος και δαίμονας μαζί.
Ο Νόλλας συγκροτεί κυριολεκτικά ένα θίασο από ναυάγια της ζωής, από ταλαίπωρους αετονύχηδες, από λαμόγια με ματαιωμένες προσδοκίες, από μικροκαταφερτζήδες με μικροκακίες χτυπημένους από προσωπικές συμφορές, από κομπιναδόρους που εξύψωσαν την τέχνη του να τα μπαλώνουν, από μετανάστες δευτεραγωνιστές της ζωής ενός κόσμου σε απόλυτη σήψη, από πρόσωπα που εκτρέφουν τον παρασιτισμό επικαλούμενοι την “ελληνική” μας φύτρα και την “ελληνική μας ιδιαιτερότητα”.
Στο τελευταίο κεφάλαιο θα συναντηθούν οι ήρωες “εν τυμπάνω και χορώ” σε ένα χτήμα Ποντίων (στο κέντρο του οποίου θα δεσπόζει ο πάλλευκος όγκος του μαρμάρου) για να γιορτάσουν το Πάσχα με σούβλες και λαμπριάτικες κουλούρες και κόκκινα αυγά. Η αποθέωση του γκροτέσκου.

Ο Νόλλας έγραψε δύο βιβλία τα οποία στον εικοστό πρώτο αιώνα επαναφέρουν με το δικό τους τρόπο τα διλήμματα που έθετε σε άλλους καιρούς και με άλλη οπτική στο “Διπλό Βιβλίο” του ο Δημήτρης Χατζής. Ιδεολογίες, ιδεολογήματα, αντιλήψεις και «πιστεύω», όλα τίθενται σε δοκιμασία. Τελειώνοντάς τα, μένεις μετέωρος, ακριβώς σαν τα πρόσωπα του έργου. Στη δεύτερη ανάγνωση (γιατί είναι αναγκαία), αντιλαμβάνεσαι ότι το βιβλίο πέρα από την ιστορία ή τις ιστορίες σε έχει τροφοδοτήσει με υλικά προκλητικά στη σκέψη και στο στοχασμό. Σε τι συνίσταται αυτή η βασανιστική «ελληνική ιδιοπροσωπία» ιδίως για τον Έλληνα μετανάστη; Τα “μάρμαρα” κι ό,τι αυτά συνυποδηλώνουν σε σχέση με την παράδοση και την ταυτότητά μας, βρίσκονται στη μέση σαν ένα είδος εμποδίου πάνω στο οποίο σκοντάφτουμε ή είναι “μάρμαρα” στη μέση, ημιτελή και ανολοκλήρωτα και εν τέλει αδιάθετα στα αζήτητα των σύγχρονων “αγορών”; Πως εσωτερικεύει ο όπου γης Έλληνας, τη σχέση του με την Ελλάδα και το “ελληνικό”; και πως η “ιδιοπροσωπία” επηρεάζει τη σχέση του με τους άλλους λαούς; πως επηρεάζει την συμπεριφορά και την αίσθηση του ανήκειν σε ένα κόσμο ρευστότητας που πλέον παράγει αβεβαιότητες και παρατεταμένες κρίσεις; Μήπως τα “μάρμαρα” λειτουργούν από τη μια ως δύναμη συνοχής και “ταυτότητας” αλλά ταυτόχρονα γίνονται δύναμη καθήλωσης, ανοργανωσιάς, αρπακόλλας, μιζέριας παράγοντας έναν εσωστρεφή “εθνικισμό”; και πως η εθνική μας «ιδιοπροσωπία» τρέπεται σε ροπή προς επανειλημμένους διχασμούς, κοινωνικούς και προσωπικούς
Τέτοια κι άλλα ερωτήματα γεννιούνται με την ανάγνωση των δύο πρώτων βιβλίων της τριλογίας κι αυξάνουν την αδημονία για το τρίτο και τελευταίο βιβλίο της σειράς που θα κλείσει την κατά Νόλλα μυθοπλαστική μας αυτογνωσία.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Ποίηση που εμπιστεύεται την έλξη

Γεωργία Κολοβελώνη, “Μελάνι στον ουρανίσκο”, εκδόσεις Μελάνι, 2015

 
Τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλία -με εξαίρεση το Βόλο- συγκροτείται σταθερά μια νεότερη ομάδα ποιητών οι οποίοι κοντά στους παλιότερους, τον Ηλία Κεφάλα, τον Κώστα Λάνταβο, το Σωτήρη Παστάκα, τον Βαγγέλη Κάσσο, παράγει σημαντική ποίηση, τέτοια που μας επιτρέπει ήδη να μιλάμε για τη διαμόρφωση μιας θεσσαλικής ποιητικής διάθεσης, για να μην πω θεσσαλικής γραφής ή σχολής. Να αναφέρω πρόχειρα (γιατί όλο και κάποια ή κάποιος θα διαφεύγει) την Τρικαλινή Ελένη Αλεξίου, τους Λαρισαίους με πρώτη τη Γλυκερία Μπασδέκη, το Στάθη Ιντζέ, το Θάνο Γώγο, τον Αντώνη Ψάλτη, το Γιώργο Σαράτση, τη Λίνα Φυτιλή που ζει στον Αλμυρό και τις δύο Καρδιτσιώτισες τη Δανάη Σιώζου και την Ελευθερία Κυρίτση. Διόλου ευκαταφρόνητη σοδειά ποιητών!... Νομίζω ότι από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881 έως σήμερα, δεν είχαμε ποτέ μια τέτοια πλειάδα νέων ποιητών και σε αριθμό και σε ποιητική αξία. Και σ' αυτό έχει συντελέσει τα μέγιστα η συνεχής παρουσία του Ηλία Κεφάλα και του Κώστα Λάνταβου αλλά και η επιστροφή του Σωτήρη Παστάκα στον γενέθλιο τόπο οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο λειτουργούν ως μέντορες ή καλύτερα ως εμψυχωτές στις ποιητικές προσπάθειες των νεότερων.
Στην ομάδα αυτή ανήκει και η Γεωργία Κολοβελώνη1. Με τη δεύτερη ποιητική συλλογή της, “Μελάνι στον ουρανίσκο” που κυκλοφόρησε αρχές καλοκαιριού του 2015, έρχεται τρία χρόνια μετά τις "Ιστορίες με λυπημένη αρχή", (Νέος Αστρολάβος /Ευθύνη 2012) να επιβεβαιώσει με το έργο της ότι έχουμε να κάνουμε με μια ισχυρή ποιητική φωνή που εντάσσεται ακριβώς στο κλίμα αυτό της ακμής του θεσσαλικού ποιητικού λόγου.
***
H τιτλοφόρηση της συλλογής,“Μελάνι στον ουρανίσκο”, παραπέμπει σε μια “στοματική” φάση της γραφής. Αλλά ας αφήσουμε το Φρόυντ κι ας ανασύρουμε δύο οικείες σε όλους μας εμπειρίες.
Σκεφτείτε την εικόνα ενός παιδιού που αγωνίζεται να μάθει να γράφει· διαρκώς βάζει το μολύβι στο στόμα. Είναι καταφυγή στην αγωνία και την προσπάθεια να υποτάξει το αδέξιο ακόμα χέρι στους κανόνες μιας τέχνης που αργότερα θα γίνει το όχημα της σκέψης και του συναισθήματος. Το μολύβι στο στόμα είναι η πρωτόλεια σύλληψη της σκέψης μέσω της γραφής.
Σκεφτείτε οι πιο μεγάλοι που παιδεύτηκαν με το μάθημα της καλλιγραφίας με πένα, μελάνι και στυπόχαρτο, σκυμμένοι με άκρα προσοχή μη ξεφύγει η ουρά του κάθε γράμματος κάτω από το χαράκι. Θα θυμάστε τη γεύση της μελάνης όταν βάζαμε στα χείλη μας τα μουτζουρωμένα δάχτυλα. Για όσους δεν το δοκίμασαν κι αναρωτιούνται τι γεύση έχει το μελάνι, σπεύδω να πω ότι δεν εντάσσεται σε μια από τις τέσσερις βασικές γεύσεις: γλυκό, αλμυρό, ξινό, πικρό. Μάλλον είναι μια γεύση πέρα από αυτές, κάτι σαν τη γεύση ουμάμι2 που λέγεται ότι περιγράφει τη γεύση του μητρικού γάλακτος. Πάντως - ως μελανοφάγος – σας λέω ότι το μελάνι ανάλογα με τα υλικά παρασκευής του3 έχει διαφορετική γεύση.
Προφανώς η τιτλοφόρηση της ποιητικής συλλογής δεν έχει σχέση με τη γεύση καθεαυτή. Όμως ο ουρανίσκος, ο μικρός ουρανός του στόματος, είναι ο “πράκτορας του πνεύματος” 4 και εκτός από γεύσεις σχετίζεται με το λόγο και τις λέξεις:
ο ουρανίσκος μας είναι ένα κοιμητήρι όπου σαπίζουν
χιλιάδες ανείπωτα λόγια.”
                                     Τ. Λειβαδίτης, “Πυλάδης” στα “Ποιήματα (1958-1964)”

Η Γεωργία Κολοβελώνη με τον παράδοξο τίτλο της λοιπόν συμφύρει σ' αυτόν την προσπάθεια της γραφής, την αγωνία της έμπνευσης να αποτυπωθούν στεριωμένα5 με το μελάνι στο χαρτί τα ανείπωτα λόγια και την επιδίωξη να μεταγράψει την ποιητική ιδέα και να την αποτυπώσει δίχως να βγει απ' το νοητό χαράκι του ποιητικού της κανόνα. Άλλωστε ο τίτλος υπενθυμίζει επίμονα ότι “Η Ποίηση ήταν μια προφορική τέχνη, προτού γίνει γραπτή τέχνη6”.
Ίσως κάποιες και κάποιοι να διατηρούν μια απλοϊκή εικόνα για τη διαδικασία της ποίησης. Να πιστεύουν δηλαδή ότι ο ποιητής καθοδηγημένος από την έμπνευση βάζει ποταμηδόν στο χαρτί τις λέξεις. Και μετά τελειώνει. Λάθος μέγα! Η έμπνευση το πολύ-πολύ να δώσει το έναυσμα (μια ιδέα ή μια εικόνα, ή απλώς μια λέξη, ή μια ασαφή διάθεση). Αυτό μόνον. Από κει και μετά αρχίζει η αγωνία της μορφοποίησης, το πλάσιμο της ιδέας και η ζύμωση με τις λέξεις που έχει ο ποιητής στον ουρανίσκο. Τότε ο ποιητής ανακαλύπτει πόσο ελλειμματικός είναι. Γιατί διαπιστώνει ότι του λείπουν οι λέξεις ή γιατί ότι δεν εξέρχονται οι χρειαζούμενες λέξεις από το “έρκος οδόντων”7.
“Μια έλλειψη από την οποία ο ποιητής υποφέρει πιο βαριά απ' όσο οτιδήποτε άλλο είναι της γλώσσας. Κατά καιρούς φτάνει στο σημείο να τη μισεί κυριολεκτικά, να μαίνεται εναντίον της και να την καταριέται —ή πολύ περισσότερο να αναθεματίζει τον εαυτό του για το ότι γεννήθηκε για τη δουλειά του με ένα τέτοιο ελεεινό εργαλείο. [...] Για ένα πράγμα όμως ζηλεύει ο ποιητής τον μουσικό ιδιαίτερα βαθιά και κάθε ημέρα: για τo ότι ο μουσικός έχει τη γλώσσα του μόνο για τον εαυτό του, μόνο για τη μουσική! Ενώ ο συγγραφέας πρέπει να χρησιμοποιεί για την καλλιτεχνική δημιουργία του την ίδια γλώσσα με την οποία διεκπεραιώνει κανείς δουλειές ή διδάσκει σε σχολείο ή τηλεγραφεί ή κάνει δίκες. Πόσο φτωχός είναι ο ποιητής! Δεν έχει κανένα δικό του όργανο για την τέχνη του, δεν έχει δικό του σπίτι, δεν έχει δικό του κήπο, δεν έχει δικό του παράθυρο για να βλέπει από εκεί το φεγγάρι. Τα πάντα πρέπει να τα μοιράζεται με την καθημερινότητα! Όταν λέει τη λέξη «καρδιά» και εννοεί μ' αυτό ό,τι πιο ζωντανό και πιο παλλόμενο υπάρχει στον άνθρωπο, η λέξη σημαίνει ταυτόχρονα κι έναν από τους μυς του σώματος. Όταν λέει τη λέξη «δύναμη», πρέπει να κάνει αγώνα με μηχανικούς και ηλεκτρολόγους για την έννοια της λέξης, που εκείνοι την αντιλαμβάνονται αλλιώς. Όταν μιλάει για «μακαριότητα», διεισδύει στην έκφραση του αυτή κάτι από θεολογία. Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ούτε μία και μόνη λέξη που να μην αλληθωρίζει προς μια άλλη πλευρά, που να μη θυμίζει το ίδιο κιόλας λεπτό ξένες, ενοχλητικές, εχθρικές παραστάσεις, που να μην περιέχει συντμήσεις, που να μη θρυμματίζεται επάνω στον ίδιο τον εαυτό της σαν σε στενούς τοίχους, απ’ όπου έρχεται σαν πνιγμένος αντίλαλος μια φωνή που στην ουσία δεν αντήχησε”. 8
Ο “ελλειματικός” ποιητής λοιπόν με το μολύβι στο χέρι, στο στόμα, στο χαρτί παιδεύεται να μεταγράψει σε καίριες λέξεις τη φωνή του. Αν δεν τα καταφέρει στην ουσία η φωνή του είναι σαν να μην αντήχησε9. Γι' αυτό αγωνιά για το φορτίο της κάθε μίας λέξης, εκείνης που θα δώσει την ουσία. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο. “Είναι το θέμα το εκ βαθέων!..” που έλεγε ο Τάκης Παπατσώνης 10.
***
Αφήνοντας τα σημαινόμενα της τιτλοφόρησης και, πριν περάσω στα ποιήματα της συλλογής, θα κάνω μια μικρή αναφορά στο μότο που επιλέγει η ποιήτρια: τρεις στίχοι από ποίημα της συλλογής “Υπό ξένην σημαία”του ναυτικού Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου που συνεχίζει την παράδοση του Καββαδία. Τονίζω το “ναυτικού” διότι οι στίχοι που επιλέγονται υπονοούν και το ταξίδι μιας διχασμένης ζωής ανάμεσα στο σώμα και στην γραφή, ένα ποιητικό μοτίβο που τριβελίζει και τα ποιήματα της συλλογής της Γεωργίας Κολοβελώνη. Ως παλιός μαρκόνης, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος έστειλε το μήνυμα και ανταποκρίθηκε η ποιήτρια επιβεβαιώνοντας την εκλεκτική της συγγένεια με τους μεταπολεμικούς ποιητές της Α και της Β μεταπολεμικής γενιάς:
“λίγο αν φυσήξει κόβεται ξανά στη μέση η ζωή μου
μισή αληθινή μέσα σ' αυτά τα δάχτυλα
κι άλλη μισή από μελάνι και χαρτί”11
***
Η συλλογή “Μελάνι στον ουρανίσκο” απαρτίζεται από 32 ποιήματα τα οποία οργανώνονται σε δύο διακριτούς θεματικούς πόλους: στον ένα τα “ποιήματα ποιητικής”, στον άλλο τα “ποιήματα της απώλειας”.
Τα ποιήματα ποιητικής καταλαμβάνουν το ένα τρίτο περίπου της συλλογής. Πρόκειται για αυτοαναφορικά ποιήματα, από αυτά που κατατάσσουμε στα λεγόμενα “Ποιήματα για την ποίηση”12. Η ποιήτρια δοκιμάζει ποιητικά την ποίησή της, αναμετριέται με λόγο κρυπτικό ή αποκαλυπτικό με τη γραφή της κι έτσι το ποίημα που προκύπτει “μιλά” για τον ίδιο του τον εαυτό.
Η αυτοαναφορικότητα δεν είναι δείγμα έλλειψης θεματολογίας, είναι προσπάθεια διαρκούς αυτοπροσδιορισμού και ποιητικού αυτοελέγχου από την οποία περνά σχεδόν υποχρεωτικά ένας ποιητής. Είναι μια διαδικασία διαπραγμάτευσης με τον εαυτό του και με το “υλικό ” του. Θεματοποιεί το πλαίσιο της τέχνης του. Αισθητοποιεί τους κανόνες της τέχνης του. Επαναπροσδιορίζει ποιητικά τη σχέση της ποίησης με την πραγματικότητα, τη σχέση του με το πλέγμα των λέξεων και του νοήματος, διερευνά τη γένεση του ποιήματος, στοχάζεται για τα αποτελέσματα της ποίησης, νοηματοδοτεί τη θέση της ποίησης και του ποιητή στον κόσμο. (Είναι χαρακτηριστικό πόσα ποιήματα ποιητικής περιλαμβάνει το corpus των ποιημάτων του Καβάφη, του Καρυωτάκη, και των νεότερων ποιητών της Α και Β και Γ μεταπολεμικής γενιάς· σε πολλές περιπτώσεις αυτά τα ποιήματα ανέρχονται ακόμα και στο 100% των ποιημάτων μιας συλλογής).
Έτσι τα ποιήματα ποιητικής γίνονται ένας ασφαλής ερμηνευτικός οδηγός για την γραφή. Το έδειξε άλλωστε ο Αλεξανδρινός γραμματικός εκείνος ο Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη (215 -145 π.Χ.) ο οποίος με την ερμηνευτική του αρχή “Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου σαφηνίζειν”, έδειξε πόσο το ίδιο το έργο των ποιητών διευκολύνει την ερμηνεία.
Ας παρακολουθήσουμε την ωρίμανση της ποιητικής της όπως μας την αποκαλύπτει η Γεωργία Κολοβελώνη.
Αρχίζει με την εκμάθηση της γραφής στην παιδική ηλικία, στον έρωτα ως γονιμοποιό στοιχείο της ποιητικής έκφρασης, επικεντρώνεται στον έρωτα για το κείμενο-σώμα, παρακολουθεί τη γέννηση του ποιήματος ως φυσική γέννα και τέλος αναλογίζεται τη θέση της ποιητικής συνείδησης στον κόσμο καθώς νιώθει σαν μια διχασμένη και αδικαίωτη ύπαρξη.
Συγκεκριμένα:
Το ποίημα “Πατριδογνωσία” (σελ. 19) Ήδη από την παιδική ηλικία η ποιήτρια παίζει με “κάτι μαύρα σημαδάκια στο χαρτί/ που όταν μεγάλωσα έσταζαν/ αντί μελάνι /αίμα”. Η επαφή με τη γραφή σταδιακά μετατρέπεται σε όργανο προσωπικού πάθους.
Στο ποίημα “Δεκέμβρης” (σελ. 23) και μάλιστα σε συνδυασμό με το ποίημα “Την ώρα που”” (σελ. 22) αναφέρεται στο ερωτικό σκίρτημα· ο έρωτας γίνεται η αφορμή που “μέσα της χιονίζει λέξεις”.
Στο ποίημα “Τρία ερωτηματικά και μια σχεδόν απάντηση” (σελ 24) έκπληκτη αναρωτιέται “θα πίστευες πως τα ποιήματα / με σώματα γράφονται;” Και επιστρέφει πάλι πίσω στο ερωτικό κείμενο -σώμα: “τις φλέβες των χεριών σου θέλω/ να τις λατρέψω όλο το καλοκαίρι”.
Πλέον στο ποίημα “Ισορροπία” (σελ. 25) η γραφή (και η ανάγνωση) ορίζεται ως αναζήτηση : “έψαχνα /τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας/ φωνημάτων”. Αλλά ετούτη η πράξη είναι επικίνδυνη: “ένα μαύρο ζωγράφιζε/ σήμα κινδύνου/ σε στήθος λευκό” και η ποιήτρια “έκοψε στα δύο/ τη μέρα”. Ωστόσο η επιθυμία της ποίησης είναι ισχυρή “τρεφότανε από τη σάρκα της”.
Το ποίημα “Η άλλη εγώ” (σελ. 26) η ποίηση ανιχνεύεται παραμυθιακά ως μεταμόρφωση, δραπέτευση και ερωτική συνάντηση: “ξυπνάει η ωραία κοιμωμένη”, “δραπετεύει σε ξέφωτα με λέξεις” και “αφήνει ίχνη κόκκινα/ στο μήλο του Αδάμ/ το κάνει ζουμερό κεράσι/ να θυμάται το πρωί/ το φιλί του”.
Στο ποίημα “Η ωδίνη” (σελ. 27) -από τα πλέον δυνατά κείμενα της συλλογής-περιγράφει την διαδικασία εκκόλαψης του ποιήματος ως γέννα. Ένα εξαιρετικό κείμενο υψηλής ποιητικής και γυναικείας ευαισθησίας. Εδώ τα ποιήματα ορίζονται ως “επένδυση για ένα αβέβαιο μέλλον”.
Το ποίημα “Δεμένη κόκκινη κλωστή” (σελ. 33) αναφέρεται στη μαγεία της αφήγησης, όπου ο αφηγητής χάνεται στην ίδια την αφήγησή του “τον είδαν να βαδίζει σε αρχαία χωριά/ με μια δεμένη κόκκινη κλωστή/ στον ίσκιο του”.
Το ποίημα “Παραδοχή” (σελ. 40) αφορά τον προβληματισμό για τη θέση του ποιητή στον κόσμο μας. Η αδικαίωτη ύπαρξη του ποιητή σε ένα κόσμο ανυπεράσπιστο “δεν είναι η ποίηση που επιτάσσει τη φυγή/ μήτε η ζωή που κρύβεις μες στις λέξεις/ είναι που θέλεις να 'σαι ποιητής/ σε κόσμο ανυπεράσπιστο/ που όλο το μελάνι το χρωστάει / του θανάτου”.
Στο ποίημα “Άνυδρο τοπίο” (σελ. 42) - του οποίου οι δύο τελευταίοι στίχοι δίνουν και τον τίτλο στη συλλογή- ενώ από τη μια η ποιήτρια κυριεύεται από διάθεση διάλυσης και σήψης, δεν παύει να να επιθυμεί την ποιητική έκφραση: “κάτι μέρες τέτοιες/ θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη” έστω κι αν αδυνατεί να το πετύχει.
Στο ποίημα “Το ρήμα γράφω” -τελευταίο της συλλογής- η Κολοβελώνη συνοψίζει την ποιητική της ιδεολογία. Γράφω: ρήμα χαμαιλέοντας, ρήμα κοινωνικό, απρόβλεπτο, ρήμα κομήτης και ζογκλέρ, ρήμα γυμνό, ρήμα σαρκοβόρο.
Συμπέρασμα: Η μετατροπή των λέξεων σε ποιητική γραφή είναι για την Κολοβελώνη μια σωματική διεργασία. Το κείμενο (αυτό που κείται ξαπλωμένο μπροστά της) ή το έργο (αυτό που προκύπτει ως αποτέλεσμα του όργου, της επίπονης αναζήτησης της ποιητικής ηδονής) είναι εντέλει μια ερωτική διεργασία η οποία επίπονα “σκίζει” τον ποιητή στα δυο: στον καθ' ημέρα άνθρωπο και στον άλλο που στοχάζεται ποιητικά και τελικά γεννά το ποίημα παράγοντας μια “επένδυση για ένα αβέβαιο μέλλον”. Γιατί η ποίηση είναι πράξη ερωτική και ταυτόχρονα πράξη απόγνωσης. Ο διχασμός αυτός πάντως είναι χαρακτηριστικό της ποιητικής ιδιοσυγκρασίας κι αποτελεί βαρύ ψυχολογικό φορτίο. Όπως και το ερώτημα “Γιατί γράφω;” είναι πιεστικό και αβάσταχτο. Ωστόσο δε γίνεται αλλιώς. Ο ποιητής είναι ταγμένος από τη φύση του να αναρωτιέται και να αγωνίζεται να βρει την ολοένα διαφεύγουσα απάντηση. Άλλωστε «Ἂν ἕνα πουλὶ μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ κάνει νὰ τραγουδάει, δὲν θὰ τραγούδαγε»13.
***“
Τα “ποιήματα της απώλειας” είναι κείμενα-σπουδές πάνω σε μια αίσθηση: την αίσθηση των χαμένων αγαπημένων προσώπων, του χαμένου καιρού, του θανάτου και της αργής σήψης.14
Ενδεικτικά αναφέρω:
απώλεια του αγαπημένου προσώπου:
“οι φίλοι όλοι έχουν φύγει” (Μεγάλη οθόνη, σελ. 11)
“πάντα κάποιος στο τέλος μένει μόνος” (Δείπνο, σελ. 13)
“το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί/ σε αθώα αντικείμενα” (Οδηγίες πλεύσεως για γιορτινές ημέρες, σελ. 18),
“τη νύχτα που σαλπάρησες/ για άλλες θάλασσες/ φορούσα, θυμάμαι, μια γαλάζια ανάμνηση στον κρόταφο/ που έσταζε σιωπή” (Επικήδειος λουλουδιών, σελ 34)
απώλεια του χρόνου:
“κι εμείς οι τελευταίοι/ έπρεπε να περιμένουμε/ αδικαίωτοι/ τον άλλο αιώνα” (Δικαιοσύνη, σελ. 31)
“εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό” (Μεγάλη οθόνη, σελ. 11)
“είναι πια καιρός/ να ετοιμαστώ/ για τη δική μου αναχώρηση” (Εκεί, σελ.16)
απώλεια από θάνατο και από την αργή σήψη:
“οι νεκροί μου ζουν / στη φορμόλη”, “συναρμολογούμε κάθε πρωί ελλείψεις” (Σχεδόν ζωή, σελ. 12)
“θα είμαστε ήδη νεκροί”, “ξένοι / που πουλάνε στιγμές στο δρεπάνι του χρόνου” (Ενύπνιο, σελ 14)
“κι ο θάνατος δεν είναι / παρά μια υπόσχεση επιστροφής/ σ' αυτό που κάποτε υπήρξαμε” (Υπόσχεση επιστροφής, σελ. 15)
“να πεθαίνεις”, “να φεύγεις ξέροντας/ πως σε κανέναν ποτέ/ δεν έχεις λείψει” (Χορός ματαιοτήτων, σελ. 39)
Όμως η αίσθηση της απώλειας όπως καταγράφεται στην ποίηση της Κολοβελώνη γίνεται τελικά μαθητεία στη ζωή: “αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι”, “συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια”, “τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια”, μαθαίνεις πως “τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής”, “με κάθε αντίο μαθαίνεις”... κι έτσι κερδίζεται η ποιητική αυτάρκεια.
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου με το κεφάλι ψηλά
και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού.”15
***
Τελικά ίσως αναρωτηθεί κάποιος πως επιτυγχάνεται εκείνη η αναγκαία ισορροπία που προσδίδει ενότητα σε ένα έργο. Στην περίπτωση της Κολοβελώνη είναι απλό. Το ποιητικό υλικό της γεφύρωσης προκύπτει από επαναλαμβανόμενα ποιητικά μοτίβα που διαχέονται σε όλο το σώμα της συλλογής και αποτελούν τις ψηφίδες του προσωπικού ποιητικού της κόσμου. Άλλωστε αυτά υπήρχαν σε ένα βαθμό και στην προηγούμενη συλλογή της:
Το μοτίβο του ταξιδιού
“υπήρξα πάντα εραστής μιας άλλης διάστασης” (Υπόσχεση επιστροφής, σελ. 15)
“ήθελα πάντα να φεύγω/ κάθε βράδυ κι ένα ταξίδι” (Η επιστροφή της Πηνελόπης, σελ. 37)
“ταξιδεύω σε μια κουκίδα/ κι ετοιμάζομαι να γεννηθώ στο φως” (Περίπατος, σελ 21)
“τι κάνουμε εδώ/ ταξιδιώτες με ακυρωμένο εισιτήριο”. (Frogner Park, σελ. 38)
Το μοτίβο της σήψης και της θλίψης
η σήψη απλώνεται στην πόλη” (Άνυδρο τοπίο, σελ 42)
κάτι σάπιο αναπαύεται μέσα μου (Το ρήμα γράφω, σελ 43)
απλώνει τη θλίψη του σε δέκα δάχτυλα” (Ένας άνθρωπος, σελ 32)
το οικόσιτο ζώο μου/ η θλίψη(Οικόσιτο ζώο, σελ. 28)
Το μοτίβο του διχασμού ή της διαίρεσης, αμφιθυμία του ποιητή, καθώς και την αδυναμία του να υπάρξει εν όλω, δίχως μια διαρκή απειλή διαμελισμού
“και η ζωή θρυμματίζεται/ κόκκαλο άδειο που σπάει/ στα δύο” (Ανακομιδή, σελ. 17)
“έζησα σε κέλυφος αυγού, χωρίς αμνιακό υγρό/ δίχως ομφάλιο λώρο/ έτσι δεν έμαθα ποτέ τη σημασία / του ρήματος κόβω” (Πατριδογνωσία, σελ.19)
Το μοτίβο του θανάτου,
“δεν έχω μάτια/ και δεν μπορώ να δω πότε θα έρθει η σειρά μου” (Μέσα είμαι θάλασσα, σελ. 20)
“κι ο θάνατος με βγάζει στο σφυρί” (Άνυδρο τοπίο, σελ 42)
“κι ο θάνατος δεν είναι / παρά μια υπόσχεση επιστροφής/ σ' αυτό που κάποτε υπήρξαμε” (Υπόσχεση επιστροφής, σελ. 15)
“ό,τι απόμεινε/ από χορό σκουληκιών/ κρανίο άκρα κορμός” (Ανακομιδή, σελ17)
Το μοτίβο του έρωτα
“αψηφώ τη βαρύτητα των φαινομένων/ εμπιστεύομαι μόνο την έλξη” (Περίπατος, σελ 21)
“Την ώρα που έτριζε η σιωπή/ στην ξύλινη σκάλα του ισογείου/ εκείνη έψαχνε μια νέα πληγή” (Την ώρα που, σελ. 22)
“τις φλέβες των χεριών σου θέλω/ να τις λατρέψω όλο το καλοκαίρι” (Τρία ερωτηματικά και μια σχεδόν απάντηση, σελ 24)
Το μοτίβο του ονείρου
“μοναδική μου ιδιοκτησία τα όνειρα/ τα ταξιδεύω σε ιστιοφόρα εποχής/ από ένα ξεχασμένο αιώνα”.(Μέσα είμαι θάλασσα, σελ. 20)
“διαπλέω κοραλλιογενείς υφάλους/ μοναξιάς”, “ναυαγώ / στο πορτοκαλί μου πορτατίφ”, “κι ανασαίνω / ωκύαλους ψιθυρισμούς/ να με καλούνε/ στον υγρό σου τάφο”. (Ωκύαλοι ψιθυρισμοί, σελ 35)
Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει για το ποίημα “Όνειρα” (σελ. 41) που βασίζεται σε τέσσερα συμβολικά όνειρα απαιτώντας προκλητικά την ψυχαναλυτική ερμηνεία. Όμως μπορούμε να τα διαβάσουμε στο πλαίσιο των ποιημάτων ποιητικής και ως σαμανικά όνειρα : η ποιητική ψυχή ξεκολλά από το σώμα και περιπλανιέται σε ένα είδος ονειρικού ταξιδιού.
... ...
Συνοψίζοντας:
Η συλλογή “Μελάνι στον ουρανίσκο” είναι ένα δεύτερο σημαντικό βήμα στην ποιητική ωρίμανση της Γεωργίας Κολοβελώνη. Αν με την πρώτη της συλλογή έδωσε υποσχέσεις ότι είναι μια πολύ καλή ποιήτρια, τώρα το επιβεβαιώνει. Είναι μια πάρα πολύ καλή ποιήτρια.
Προσπάθησα αναλυτικά – αν και δεν συνηθίζεται στις παρουσιάσεις - να ανιχνεύσω τα συστατικά στοιχεία του ποιητικού της κόσμου με ένα στόχο: να ανοίξω μαζί της μια συζήτηση για την ποίησή της και να συμβάλλω και στην δική της ποιητική αυτογνωσία και αναζήτηση. Γιατί η κριτική παρουσίαση ενός έργου δεν απευθύνεται μόνο στον αναγνώστη, αλλά και στον ίδιο τον ποιητή που αναζητά το “ανείπωτο”.
Γιατί κατά πως έγραψε ο Τίτος Πατρίκιος με τρόπο αντιστικτικό16
Δεν μένουν πολλά
για νέα ποιήματα,
ίσως να έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει μονάχα ο θάνατος
Για τον καθένα μας
ανείπωτος.

Μένουν πολλά
για νέα ποιήματα
κι ας έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει η υπόλοιπη ζωή
για τον καθένα μας
απρόβλεπτη κι ανείπωτη.”


ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ,
Λάρισα 15 Οκτωβρίου 2015

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Η Γεωργία Κολοβελώνη γεννήθηκε στα Τρίκαλα, όπου και ζει. Είναι πτυχιούχος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών. Εργάζεται ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά και έχουν δημοσιευθεί σε Γαλλική ανθολογία ποίησης. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές "Ιστορίες με λυπημένη αρχή", Νέος Αστρολάβος /Ευθύνη 2012 και "Μελάνι στον ουρανίσκο", εκδ. Μελάνι 2015.

2 Τη γεύση "ουμάμι" μελέτησε το 1908 ο Γιαπωνέζος χημικός Κικουνάε Ικέντα, και έχει σχέση με την παρουσία γλουταμινικού οξέως το οποίο υπάρχει στα όστρακα, στα μανιτάρια, στις ώριμες τομάτες και στο μητρικό γάλα. Για περισσότερα δες: Yamaguchi S. (1998). «Basic properties of umami and its effects on food flavor». Food Reviews International 14 (2&3): 139–176. και στο Agostini C, Carratu B, Riva E, Sanzini E (August 2000). «Free amino acid content in standard infant formulas: comparison with human milk». Journal of the American College of Nutrition 19 (4): 434–438.

3 Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έφτιαχναν μαύρη μελάνι με βάση την αιθάλη (το φούμο), και πορφυρή από φυτικά εκχυλίσματα. Οι Κινέζοι παρήγαγαν αιθάλη με καύση σησαμέλαιου (σινική μελάνη). Ο Βιτρούβιος στο “Περί Αρχιτεκτονικής” περιγράφει μια συνταγή από φούμο πίσσας με συνδετικό υλικό το αραβικό κόμμι ή την ψαρόκολλα. Οι καλόγεροι το Μεσαίωνα χρησιμοποιούσαν και το μελάνι από σουπιές και καλαμάρια που στέγνωνε πολύ αργά γι’ αυτό πασπάλιζαν το γραπτό με στάχτη ελιάς. Το λεγόμενο “γαλλικό” μελάνι γινόταν από τις κηκίδες των φύλλων της βελανιδιάς που προκαλούνται από το έντομο dryοphanta quercus fοlii, ή από τις κηκίδες των φύλλων του πουρναριού που δίνει ωραίο κόκκινο χρώμα. Και είναι ανεξίτηλα. 

4 Δες Πλάτων Δρακούλης, “Ο ουρανίσκος και η τροφή” στα “Στοιχεία Βιονομίας” εκδόσεις Ιδιοθέατρον, 2007

5 “Η μοίρα του καθενός μας είναι το «γραφτό» μας, «ό,τι γράφει δεν ξεγράφει». Η «μοίρα» μας δεν είναι λόγια που «πετούν» και χάνονται αλλά «γράμματα» που μένουν και δεν αλλάζουν” στο Α.Φ. Χριστίδης, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, 2005.

6 Η ακριβής ρήση του Μπόρχες ήταν: “Η Ποίηση θυμάται ότι ήταν μια προφορική τέχνη, προτού γίνει γραπτή τέχνη. ”
 
7 Δες Ιλιάδα Δ 360.

8 H. Hesse, “Γλώσσα”, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος (κείμενο του 1917) 
 
9 Τίτος Πατρίκιος, “Ο Πειρασμό της Νοσταλγίας”, εκδ. Κίχλη : «Πώς να πει κανείς αυτό που θέλει όταν δεν κατορθώνει να βρει τις λέξεις που χρειάζονται; Μερικές φορές καταφεύγει σε χειρονομίες, σε σχήματα με τα δάχτυλα, σε κινήσεις του σώματος, σε μορφασμούς, σε μουγκρητά και σε άλλος ήχους… Κανένα νόημα δεν βγαίνει. Χρειάζονται οι λέξεις και μόνο οι λέξεις». 

10 Τ. Παπατσώνης, “Το απροσδόκητο θέμα”, από την Ανθολογία Αποστολίδη, 11η έκδ., Τα Νέα Ελληνικά, σελ. 1007):
Σήμερα, ύστερ’ από τα τόσα σκολιά μονοπάτια,
τις τόσες περιδιάβασες, τα τόσα περιπλανήματα,
έρχεται στην επιφάνεια το μεγάλο, το απροσδόκητο θέμα!..
Δεν θέλω με τούτο να ισχυριστώ
πως δεν συνάντησα βιολέττα ώσαμε τώρα
ή πως δεν άνθισε μπροστά μου τριανταφυλλιά –
απ’ τις ολοκκόκινες εκείνες, με τα πελώρια, τα φλογώδη,
τ’ αρωματισμένα ρόδα τού Μαγιού – αλλά είναι εν τούτοις
απροσδόκητο, είναι σαν το αντίθετο τού καταρράχτη,
που τού αντριεύει τους μυκηθμούς το λυώσιμο των χιονιών
στη μέση τής μεγάλης περιδιάβασης τής ζωής
ν’ αποκαλύφτεται εμπρός σου, κατά τα βουνά,
σε ύψος πολύ, ένα οροπέδιο τής αιθρίας!
Με θέα όλες τις λίμνες από κει πάνου –
ατάραχους δίσκους ασημένιους, με ατμούς προς το θεό
των δρυμών και τής ανοίξεως!.. Ένα οροπέδιο τής γαλήνης,
με την χλωρίδα των Άλπεων, με τα πλούτια
τού κήπου – ακόμα και τού θερμοκηπίου –
να διατρυπούν τα χιόνια• μια βλάστηση ολωσδιόλου
χρωμάτων τής ανάπαψης – εκείνα τα μαβιά
η εκείνα τα ωραία τα κίτρινα – με την απόλυτη προσφορά
τής βεβαιότητας πως τ’ άγγιξες πια το ύψος,
πως ψαύεις τον μεγάλον ουρανό!..
Κάτι σαν το αντίθετο τού καταρράχτη… και όμως –
τί ασαφείς οι έννοιες, τί ατυχείς, τί μισερές οι παρομοιώσεις! –
αντίθετο αλλά και τρισόμοιο προς την ουσία τού καταρράχτη,
προς τον παιάνα τού καταρράχτη!.. Όσο για ορμή, όσο για βουή,
όσο για δύναμη πρώτου στοιχείου, όσο για λαμποκόπημα
στο ζέοντα ήλιο ή όσο για το άφρισμα τής δροσιάς,
το θέμα το απροσδόκητο που ανάβλυσε μεμιάς
είναι το θέμα τής ο υ σ ί α ς τού καταρράχτη!
Είναι το θέμα το εκ βαθέων!..

11 Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, “Υπό ξένην σημαία”, Ποιήματα 1967-1987, εκδ. Ύψιλον, 1991

12 Ο Γ.Π. Σαββίδης ήταν ο πρώτος που μελέτησε τα ποιήματα ποιητικής στο καβαφικό έργο. Κατά το Σαββίδη ποιήματα ποιητικής είναι αυτά “που έχουν, άμεσα είτε έμμεσα, ως αντικείμενό τους την ποιητική πράξη και γενικότερα την καλλιτεχνική δημιουργία: τις προϋποθέσεις της, τις ατομικές ή κοινωνικές συνθήκες της, και τις συνέπειές της” στο ΓΠ Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, Αθήνα, Ερμής 1985, σ. 283.
Δες επίσης τον τόμο “Ποίηση για την ποίηση” Ανθολόγηση Αντώνης Φωστιέρης και Θανάσης Θ. Νιάρχος, Καστανιώτης 2006.

13 Από ομιλία του ποιητή Γιώργη Παυλόπουλου με θέμα “Τι είναι ποίηση...” στην εκδήλωση του περιοδικού «Γράμματα καὶ Τέχνες» στις 8-12-1997 (περ. «Γράμματα και Τέχνες», τχ. 83, Φεβρουάριος - Μάρτιος 1998.

14 Η αίσθηση της απώλειας αποτελεί κοινό θεματικό τόπο στην παγκόσμια ποίηση. Στην περίπτωση της Κολοβελώνη εύκολα ανιχνεύονται οι επιρροές από το Ρίτσο (π.χ. Μεγάλη οθόνη σ.11), από την Κική Δημουλά (Το ρήμα γράφω, σ 43) αλλά κυρίως από τον Τίτο Πατρίκιο και τον Αλέξη Ασλάνογλου.

15 Jorge Luis Borges, Η στιγμή σου σ΄ένα ποίημα...

16 Τίτος Πατρίκιος, “Η άλλη εκδοχή” από τη συλλογή “Η ηδονή των παρατάσεων”.