Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021

Αργύρης Φασούλας: «Πομόνα»



 

Αργύρης Φασούλας, “Πομόνα”

εκδ. Μάγμα 2021


Ο άνθρωπος που παρουσιάζει ένα νέο βιβλίο πρέπει να υιοθετήσει ως στρατηγική παρουσίασης τη «μετριόφρονα» στάση ενός επαρκούς αναγνώστη ο οποίος αναλαμβάνει να διευκολύνει τους πιθανούς αναγνώστες επισημαίνοντας κάποια σημεία-κλειδιά της ανάγνωσης, ώστε να γίνει πιο προσπελάσιμη η μελλοντική ανάγνωση του βιβλίου. Να λειτουργήσει δηλαδή παραπληρωματικά, ως μια μετριοπαθής παρελκόμενη γνώμη, για τη μελλοντική ανάγνωση.

Έχοντας αυτό κατά νου, καθώς προετοίμαζα την παρουσίαση του βιβλίου του Αργύρη Φασούλα, αντιμετώπισα την εξής δυσκολία:

Ο Αργύρης υπήρξε μαθητής μου. Έχω διαβάσει πολλά γραπτά του, πάντα ως καθηγητής του. Δηλαδή ως άνθρωπος που κρατούσε κόκκινο μολύβι, έτοιμος να επισημάνει διορθώσεις και πιθανά λάθη. Άλλο όμως είναι το καθ’ ημέραν προς διόρθωση κείμενο και άλλο το τυπωμένο βιβλίο. Αλλά πώς να κρατήσω αποστάσεις από τις εμπεδωμένες μέσα μου διορθωτικές διαθέσεις; Όσο κι αν προσπάθησα να αποστασιοποιηθώ από τον “καθηγητή μέσα μου”, μάλλον ήταν αδύνατο. Μοιραία λοιπόν έπρεπε να τροποποιήσω εν μέρει τη στάση και τη στρατηγική της παρουσίασης.

Γι’ αυτό αποφάσισα να τηρήσω μια μεικτή γραμμή που δεν τη δοκίμασα ποτέ σε άλλο βιβλίο, ώστε να φτάσω τελικά σε μια πρώτη αποτίμηση που μπορεί αργότερα να διευκολύνει την κριτική αξιολόγηση. Επέλεξα λοιπόν μια παρουσίαση σε τέσσερα βήματα που απαντούν στα εξής ερωτήματα:

1.Τι δεν είναι αυτό το βιβλίο.

2.Τι είναι αυτό το βιβλίο.

3.Ποια σημεία οφείλει να προσέξει ο αναγνώστης.

4.Ποια στοιχεία οφείλει να προσέξει ο συγγραφέας για τα μελλοντικά του βιβλία.

Ας πιάσουμε ένα-ένα τα ερωτήματα:

1.Τι δεν είναι αυτό το βιβλίο

Επειδή άκουσα από κάποιους αναγνώστες ότι τα διηγήματα του βιβλίου είναι «σουρεαλιστικά», οφείλω να πω ότι η “Πομόνα” δεν βασίζεται στη σουρεαλιστική γραφή. Ο σουρεαλισμός είναι καθαρός ψυχικός αυτοματισμός που έχει ως στόχο να εκφραστεί η αυθεντική λειτουργία της σκέψης χωρίς κανένα έλεγχο της λογικής και ανεξάρτητα από κάθε ηθική και αισθητική μέριμνα. Όμως το βιβλίο του Αργύρη Φασούλα δε βασίζεται στον αυτοματισμό της γραφής, ούτε εγκαταλείπει τη λογική, ούτε παρακάμπτει την πραγματικότητα χάριν μιας υπερπραγματικότητας η οποία συγκροτείται αποκλειστικά και μόνον από τα σύμβολα του ασύνειδου, ούτε αδιαφορεί για την αισθητική μέριμνα των κειμένων του.

Βεβαίως, ανιχνεύονται στην “Πομόνα” υπερρεαλιστικές επιρροές κυρίως στο επίπεδο της εικονοποιίας. Αυτό όμως δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί το έργο σουρεαλιστικό.

2.Τι είναι αυτό το βιβλίο

Και τα οχτώ διηγήματα χτίζονται με την τεχνική της ροής της συνείδησης. Από τα οχτώ διηγήματα, το πρώτο, “Πως σκότωσα τη μητέρα μου”, βασίζεται στην τεχνική του άμεσου εσωτερικού μονολόγου. Ο συγγραφέας φαίνεται να μην υπάρχει. Δημιουργεί έναν χαρακτήρα και εμείς οι αναγνώστες ακούμε την άρθρωση της σκέψης και του αισθήματος που ρέει μέσα από το μυαλό του χαρακτήρα.

Στα επόμενα εφτά διηγήματα ο Αργύρης χρησιμοποιεί ένα σύνθετο τέχνασμα. Χρησιμοποιεί έναν έμμεσο εσωτερικό μονόλογο. Συγκεκριμένα, δημιουργεί δύο πρόσωπα, ένα πρόσωπο που απασχολεί ή βιώνει μια κατάσταση και ένα δεύτερο πρόσωπο-παρατηρητή που παρατηρεί την κατάσταση του πρώτου. Εμείς ως αναγνώστες ακούμε τη φωνή του προσώπου-παρατηρητή καθώς ρέουν οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι φευγαλέες αισθήσεις του με αφορμή την κατάσταση που απασχολεί το άλλο πρόσωπο.

Η τεχνική της ροής της συνείδησης διευκολύνει να αποκαλυφθεί η άμπωτη και τη ροή της ψυχής, γεγονός που δημιουργεί λογής εκτοπίσεις στην αιτιολογική αλληλουχία των συμβάντων, έτσι ώστε να αποδιαρθρώνεται μέσω του λόγου η λογική αλληλουχία τους (χωρίς ωστόσο να χάνεται η κατευθυντήρια προσήλωση στο γεγονός που σχετίζεται με την πραγματικότητα και αποτελεί τη θεματική αφορμή του κάθε διηγήματος).

Αυτό είναι δυνατόν να παρασύρει κάποιον αναγνώστη ώστε να θεωρήσει πως έχουμε να κάνουμε με διηγήματα που ανήκουν στη λεγόμενη “λογοτεχνία του παραλόγου”. Τίποτα δεν είναι πιο παραπλανητικό από αυτό.

Τα διηγήματα του Αργύρη οικοδομούνται ως κείμενα ψυχολογικής εμβάθυνσης που βασίζονται στη χρήση του παρά-λόγον. Για να γίνω κατανοητός: προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τη ρωγμή ανάμεσα στις πράξεις των προσώπων και στο λόγο που τις περιγράφει. Η ρωγμή ανάμεσα στα ενεργήματα των προσώπων και στο λόγο, καθώς πορεύονται πλάι-πλάι χωρίς ποτέ να ενοποιούνται, αναδεικνύει τελικά το ανοίκειο.

Τελικά, στο ερώτημα “Τι είναι αυτό το βιβλίο;” η απάντηση είναι ότι έχουμε να κάνουμε με αφηγήματα στο χώρο του ανοίκειου που τελικά οικειώνονται με τον τρόπο μιας ελληνικής εκδοχής του μαγικού ρεαλισμού που θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε φανταστικό ρεαλισμό. Συγκεκριμένα το φανταστικό αναμειγνύεται με το ρεαλιστικό και ενσωματώνεται στον πραγματικό κόσμο σε μια λαβυρινθώδη αφήγηση, συμπλέκεται με περιγραφές “καθημερινών” ανθρώπινων πράξεων που επενδύονται με το μυθικό και το μεταφυσικό στοιχείο: Ο άντρας που καπνίζει μες στο καταμεσήμερο τα δάχτυλά του. Η Κική που μετράει συλλαβιστά τα στρώματα του αέρα. Η κόρη που σκότωσε και φύτεψε τη μητέρα της. Ο Κώστας ο Τζουμέρας, στην καρότσα της Καναδέζας με τον στραβό του τον ύπνο. Ο Γιούλης στον Επιτάφιο, στην πλατεία, όπου είχι πλακωσ’ όλη η Λαρ’σα. Ο Τάσσος ο Βίγκας καθισμένος στο σαράβαλο του ήλιου. Η Χρύσα και τα ασάλευτα ψάρια που στάζουν πηχτά απ’ τα χείλια της. Ο Γιώργος ο Ζίτσιος που κλαίει πάνω απ’ το πρόβατό του.

Οι παράξενες και επιδέξιες μεταβολές του χρόνου επιτείνουν το αίσθημα της έκπληξης, του φοβικού και του ανεξήγητου. Τελικά, στα διηγήματα του Αργύρη Φασούλα αναδεικνύεται ο άνθρωπος στην οντολογική του διάσταση.

Παραθέτω δείγμα γραφής από το διήγημα «Πομόνα» που δίνει και τον γενικό τίτλο της συλλογής:

«Όταν και νύχτωσε, με τον άντρα να σφίγγεται μέσα σ’ ένα τσιγάρο, έξω απ’ το «Φάληρο». Απ’ τα ρουθούνια του βγαίναν ξινές αναθυμιάσεις και η πλάτη του φωσφόριζε. Ούτε που πρόλαβε να χαράξει.

Ο άντρας κρατιόταν απ’ το τσιγάρο, κι η μικρή φλόγα μπροστά τον τράβαγε προς το αγροτικό – να τρύπωνε, λέει, μέσα εκεί σαν σε λαγούμι…

Οπότε σπρώχνει ένα φαρδύ κουτάλι γεμάτο σκόρδο μες στ’ ανοιχτό του στόμα. Να τος! Από γαβάθες μοσχαροκεφαλής που αχνίζουνε στο λυκαυγές, να τος πάλι που αναδύεται βραστός απ’ τους βυθούς της νύχτας!

Ποιος μπορούσε ποτέ να διακρίνει, ανάμεσα στο παχύ μουστάκι και στο κάτω χείλος, ένα δαγκωτό φιλί απ’ την Αντριάνα Σάγια; Κι όμως εκείνη την ώρα, οπότε κι ο άντρας αυτός μπούκωνε το στόμα του με πατσά και με καπνό, η γυναίκα αυτή ήρθε και κάθισε απέναντί του».

3. Ποια στοιχεία των διηγημάτων οφείλει να προσέξει ο αναγνώστης

Θα επιμείνω σε δύο μόνο σημεία: την ιθαγένεια των κειμένων και τη μεταφορική γλώσσα.

Το πρώτο στοιχείο: Η επιδίωξη της τοπικότητας.

Η επιδίωξη της τοπικότητας μαρτυρείται από την επιλογή του τίτλου “Πομόνα”, από το διήγημα “Επιτάφιοι” γραμμένο στο θεσσαλικό ιδίωμα, αλλά και από τη θεματική των διηγημάτων “Τ’ αρνάκι”, “Ο Τάσσος ο Βίγκας πίνει τσίπουρα”, “Η πίτα”. Η γενέθλια γη γίνεται ο “βιωμένος χώρος”, ο κοινός χώρος της εντοπιότητας. Αυτό προσδίδει την ιθαγένεια των κειμένων και φανερώνει τη συνειδητή προσπάθεια του Αργύρη να συνθέσει ένα χάρτη που να παραπέμπει σε ένα οικείο θεσσαλικό τόπο που αποκτά πέρα από τη γεωγραφική και τη μυθική του διάσταση. Η επιδίωξη της τοπικότητας όμως, αντί να στενέψει, ανοίγει τους ορίζοντες. Οι τοπικοί ήρωες γίνονται υπερτοπικοί. “Χωριάτες του σύμπαντος”, που έλεγε και ο Βρεττάκος. Και ο αναγνώστης πρέπει να το προσέξει και να εκτιμήσει.

Το δεύτερο στοιχείο: Η μεταφορική γλώσσα και η συνακόλουθη εικονοποιία των διηγημάτων.

Όλοι μας διαθέτουμε μια κοινή δεξαμενή από μεταφορές (εικόνες, σύμβολα, παρομοιώσεις, αναλογίες), την οποία χρησιμοποιούμε καθημερινά χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Αυτό επιτρέπει στα κείμενα στα κείμενα που διαβάζουμε να σημαίνουν ταυτοχρόνως περισσότερα από ένα πράγμα. Ο Αργύρης ξέρει καλά ότι η λογοτεχνικότητα προκύπτει από τη διαφορετική οργάνωση των ίδιων γλωσσικών υλικών και ότι η μεταφορά και η μετωνυμία αποτελούν έκφραση ενός βασικού τρόπου γνώσης των πραγμάτων. Αυτό του επιτρέπει να γίνεται τολμηρός και να “προτείνει” μέσα από την οργάνωση του λόγου των ηρώων του νέους συνδυασμούς λέξεων που γεννούν νέες μεταφορές και έντονες εικόνες. Οι λεκτικές εικόνες του Αργύρη δεν είναι απλώς φωτεινές εικόνες (με τη συνήθη σύγχρονη έννοια του όρου εικόνα) αλλά αποτελούν και ερμηνείες της πραγματικότητας και αναδεικνύουν τις συμβολικές της διαστάσεις σαν μια αντλία που τραβάει νερό από τα έγκατα της γενέθλιας γης.

Ενδεικτικά παραθέτω δείγματα μεταφορικού λόγου που δημιουργούν και την πρωτότυπη εικονοποιία αλλά κυρίως δημιουργούν αυτό που ονομάζουμε ένταση ενός κειμένου: «ο χρόνος κυλάει μέσα από τα κόκαλα σαν ζεστό γάλα», «όταν της μιλούσε τα μάτια της άκουγαν γονατισμένα», «με τον άντρα να σφίγγεται μέσα σ’ ένα τσιγάρο», «μπουσουλούσε μέσα σε όνειρα, μπερδεύοντας τον κόσμο με σκέψη», «ο κάμπος πλημμύρισε σαν πελώρια κούπα», «τα σύννεφα έπιναν νερό με διπλωμένα τα μπροστινά τους πόδια».

4.Ποια στοιχεία οφείλει να προσέξει ο συγγραφέας για τα μελλοντικά του βιβλία.

Ο Αργύρης Φασούλας στο πρώτο βιβλίο δίνει υποσχέσεις για όσα πεζά θα ακολουθήσουν. Εκείνο που πρέπει να προσέξει (και να δουλέψει γι’ αυτό) είναι η καλλιέργεια της αφηγηματικότητας. Να δουλέψει και να εμβαθύνει στο παιχνίδι της σχέσης ανάμεσα στον αφηγητή και το αφήγημά του. Δηλαδή να δώσει χώρο στα αφανή πρόσωπα των ιστοριών του και να τελειοποιήσει αυτό που άρχισε -ίσως χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει: να αναδείξει ακόμα πιο καλά το τέχνασμα της παρά-λόγον αφηγηματικής ρηγμάτωσης που επιχείρησε με την “Πομόνα”. Και να θυμάται ένα πράγμα: στην πεζογραφία δεν μπορούμε να μπαίνουμε στο μυαλό ενός χαρακτήρα επειδή υποθέτουμε, ή φανταζόμαστε, ή συμπεραίνουμε τι σκέφτεται. Πρέπει να το ξέρουμε!

Τελειώνω με μια προτροπή προς τους μελλοντικούς αναγνώστες της “Πομόνας”: Διαβάστε την Πομόνα και μην προσπαθείτε να την αντιμετωπίσετε ως γραμμική εξιστόρηση. Αφεθείτε στη ροή του λόγου. Αυτός προέχει. Η αποκατάσταση της λογικής ακολουθίας θα αναδειχθεί μόνον τελειώνοντας κάθε διήγημα.

Θωμάς Ψύρρας

Λάρισα 14-9-2021



 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου